Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμφότερος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἀμφότερος Medium diacritics: ἀμφότερος Low diacritics: αμφότερος Capitals: ΑΜΦΟΤΕΡΟΣ
Transliteration A: amphóteros Transliteration B: amphoteros Transliteration C: amfoteros Beta Code: a)mfo/teros

English (LSJ)

(Locr. ἀμφόταρος IG9(1).334.39), α, ον, (ἄμφω) rare in sg.,

   A either, i.e. both of two (opp. ἑκάτερος each one of two), ἀμφοτέρας κοινὸν αἴας common to either land, A.Pers.131; ποίημα ἢ πάθος ἢ ἀμφότερον or partaking of both, Pl.Sph.248d; τὸ ἀμφότερον ἑκατέρῳ οὐχ ἕπεται Id.Hp.Ma.302e.    2 Hom. has sg. only neut. ἀμφότερον as Adv., foll. by τε . . καί; ἀ. βασιλεύς τ' ἀγαθὸς κρατερός τ' αἰχμητής both together, prince as well as warrior, ib.3.179; ἀ. γενεῇ τε καὶ οὕνεκα . . Il.4.60; foll. by τε . . δέ... Pi.P.4.79: also neut. pl., ἀμφότερα μένειν πέμπειν τε A.Eu.480; φιλοχρήματος καὶ φιλότιμος, ἤτοι τὰ ἕτερα τούτων ἢ ἀ. Pl.Phd.68c; ἀ. ἄριστος καὶ στρατηγὸς καὶ ῥαψῳδός Ion541b; by τε . . καί... Pi.O. 1.104.    3 dual in Hom., as ἀ. Αἴαντε Il.12.265, al., less freq. in later writers, X.An.1.1.1, Pl.Prm.143c, Isoc.4.134, etc.; but pl. is much more freq., and is found with a dual Noun, χεῖρε πετάσσας ἀμφοτέρας Il.21.115.—Phrases: κατ' ἀμφότερα on both sides, Hdt.7.10.β, Pl.Prm.159a; ἐπ' ἀμφότερα towards both sides, both ways, Hdt. 3.87, al., Th.1.83, al.; ἀμφότερα, abs., on both sides, ib.13, al.; ἀπ' ἀμφοτέρων from or on both sides, Ξέρξεω ἀπ' ἀ. ἀδελφεός Hdt.7.97; παρ' ἀμφοτέρων D.S.16.7, al.; μετ' ἀμφοτέροισι one with another (s.v.l.), Theoc.12.12; ἀμφοτέροις βλέπειν (sc. ὄμμασι) Call.Epigr.32.6; ἀμφοτέραις, Ep. -ῃσι (sc. χερσί) Od.10.264; ἐπ' ἀμφοτέροις βεβακώς (sc. ποσί) Theoc.14.66.    II later, of more than two, all together, Act.Ap.19.16, PLond.2.336.13 (ii A.D.).

German (Pape)

[Seite 146] α, ον, beide, Hom. oft, in folgenden Formen: ἀμφότεροι, ἀμφοτέρων, ἀμφοτέροισι (ν), ἀμφοτέροις Od. 21, 214, ἀμφοτέρους; ἀμφοτέρῃσι (ν), άμφοτέρῃς Iliad. 12, 382, ἀμφοτέρας; ἀμφοτέρω, ἀμφοτέροιιν Iliad. 5, 207 Od. 20, 327, ἀμφοτέροιν v. l. Iliad. 5, 156; ἀμφότερον Iliad. 3, 179. 4, 60. 145. 7, 418. 13, 166. 18, 365 Od. 14, 505. 15, 78, überall neutr. adverbial gebraucht, in dieser Weise: καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος ἀγκυλομήτης, ἀμφότερον, γενεῇ τε καὶ οὕνεκα σὴ παράκοιτις κέκλημαι Iliad. 4. 60; Homer verbindet χεῖρε πετάσσας ἀμφοτέρας Iliad. 21, 116 Od. 24, 398; ἀμφοτέρῃσι (ν) (ohne χερσίν) = mit beiden Händen Od. 10, 964. 11, 594. 17, 356. 18, 28 Iliad. 5, 416. – Ἀμφότερον advb. Archil. bei Plut. Phoc. 7 u. sp. Ep., wie Theocr. 25, 69; Pind. Ol. 6. 17 I. 1. 42, der Ol. 1. 104 auch ἀμφότερα so braucht, wie Aesch. Pers. 717,;. unten; Her. hat so ἀμφοτέρῃ 7, 10. Den sing. hat noch Pind. χείρ N. 7, 94; Plat. Soph. 248 d Hipp. mai. 303 a. Der dual. ist häufiger; Plat. Euthyd. 294 e Parm. 143 c; Xen. An. 1, 1. 1. Am gewöhnlichsten der plur. bei allen Schriftstellern; κατ' ἀμφότερα, auf beiden Seiten, Her. 7, 10; Plat. Parm. 159 a; ἀπ' αμφοτέρων, von beiden Seiten, Her. 7, 97; Xen. Ag. 2, 10; ἐπ' ἀμφότερα, nach beiden Seiten hin, in beiden Beziehungen, λέγεται Her. 3, 87. 8, 22. 9, 97 (in utramque partem); Plat. Phaedr. 274 e; ἀμφότερα abverbial, wie Hom. ἀμφότερον, beides. ἀνίᾳ ὑπερβάλλον ἢ βλάβῃ ἢ ἀμφότερα Gorg. 477 d; ἀμφότερα ἄριστος ὢν καὶ σ τρατηγὸς καὶ ῥα ψῳδός Ion 541 b; διαφέροντες ἢ σοφίᾳ ἢ κάλλει ἢ ἀμφότερα Charm. 153 d; πείθωμεν ἢ δώροις ἢ χάρισιν ἢ ἀμφότερα Lach. 187 a; φιλοχρήματος καὶ φιλότιμος ἤτοι τὰ ἓτερα τούτων ἢ καί ἀμφότερα Phaed. 68 e; vgl. Soph. 255 b Rep. VIII, 555 d; Xen. Mem. 1, 1. 5; – Callim. ep. 3 (XII, 71); vollständig Strat. 38 (XII, 196); – Theocr. 12, 12 μετ' ἀμφοτέροις für μετ' ἀλλήλοις, Mein. μετὰ προτέροισιν.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμφότερος: -α, -ον, (ἄμφω) σπαν. καθ’ ἑνικόν, ἕκαστος ἢ οἱ δύο ὁμοῦ, Λατ. uterque (ἀντιτίθεται τῷ ἑκάτερος, Λατ. uter = καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος χωριστά), ἀμφοτέρας κοινὸν αἴας, κοινὸν καὶ εἰς τὴν μίαν χώραν καὶ εἰς τὴν ἄλλην, Αἰσχύλ. Πέρσ. 131· ποίημαπάθος ἢ ἀμφότερον, ἤτοι μετέχον ἀμφοτέρων, Πλάτ. Σοφ. 248D, πρβλ. Ἱππ. Μείζ. 302Ε κἑξ., Ξεν. Κύρ. 7. 4, 4. 2) ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὴν λέξιν μόνον κατ’ οὐδ. ἀμφότερον, ὡς ἐπίρρ. ἀκολουθούμενον ὑπὸ τῶν τε.., καί, ὡς, ἀμφότερον βασιλεύς τ’ ἀγαθός, κρατερός τ’ αἰχμητής, κατ’ ἀμφότερα καὶ ἀγαθὸς βασιλεὺς καὶ κρατερὸς πολεμιστής, Ἰλ. Γ. 179· κεῖται δὲ οὕτως ἀμετάβλητον δι’ ὅλας τὰς πτώσεις, ὡς. ἀμφ. γενεῇ τε, καὶ οὕνεκα.., Ἰλ. Δ. 60· οὕτως, ἀμφότερον ἀκολουθούμενον ὑπὸ τῶν συνδεσμ. τε.., δε .., Πινδ. Π. 4. 140: παρομοίως τὸ οὐδ. πληθ., ἀμφότερα μένειν τε πέμπειν τε Αἰσχύλ. Εὐμ. 480, πρβλ. Πλάτ. Φαίδωνα 68C, κτλ.· - ἑπομένων τῶν συνδ. καὶ .., καὶ .. Πλάτ. Ἴων 541Β· ἀλλὰ καὶ τῶν τε .., ἤ .., Πινδ. Ο. 1. 166. 3) ὁ δυϊκὸς εἶναι συχνότερος παρ’ Ὁμήρῳ, ἀλλ’ ὁ πληθ. εἶναι ὁ κοινότατος πάντων, ὡς ἐν πᾶσι τοῖς μεταγεν. συγγραφεῦσι· - πληθ. μετὰ δυϊκοῦ ὀνόματος, χεῖρε πετάσσας ἀμφοτέρας Ἰλ. Φ.115. - Φράσεις: κατ’ ἀμφότερα, κατ’ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἀμφοτέρωθεν. Λατ. utrimque, Ἡρόδ. 7. 10, 2, Πλάτ. Παρμ. 159Α· ἀνθ’ οὗ ἐν Θουκ. 1. 13 ἀμφότερα· ὡσαύτως ἀμφοτέρῃἀμφοτέρωθι, ἅπερ ἴδε: - ἐπ’ ἀμφότερα, πρὸς ἀμφότερα τὰ μέρη, ἀμφοτέρως, Λατ. in utramque partem, Ἡρόδ. 3. 87, καὶ ἀλλ., καὶ συχν. παρὰ Θουκ.· οὕτως ἀμφότερα, ἀπολ., κατ’ ἀμφότερα τὰ μέρη, Θουκ. 1. 13: - ἀπ’ ἀμφοτέρων, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, Λατ. ex utraque parte, Ἡρόδ. 7. 97· οὕτως, ἀμφοτέρωθεν, ὃ ἴδε· οὕτω παρ’ ἀμφοτέρων Διόδ. 16. 7., 19. 4, καὶ ἀλλ.: - μετ’ ἀμφοτέροισι, ὁ εἷς μετὰ τοῦ ἄλλου (ὁ Meineke ἔχει: μ. προτέροισι), Θεόκρ. 12. 12: - ἀμφοτέροις βλέπειν (ἐνν. ὄμμασι), Καλλ. Ἐπιγράμμ. 6· ἀμφοτέραις, Ἐπ. -ῃσι (ἐνν. χερσί), Ὀδ. Κ. 264· ἐπ’ ἀμφοτέροις βεβακὼς (ἐνν. ποδῶν) Θεόκρ. 14. 66.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
I. l’un et l’autre;
II. d’ord. duel ἀμφότερω, ou pl. ἀμφότεροι :
1 l’un et l’autre ensemble, tous deux à la fois : ἀμφοτέρῃσιν (χερσί) OD des deux mains ; adv. • κατ’ ἀμφότερα des deux côtés ; • ἐπ’ ἀμφότερα dans les deux sens, des deux manières ; • ἀπ’ ἀμφοτέρων des deux côtés;
2 au sens plur. les uns et les autres, les deux (groupes, armées, etc.) : ἐς μέσον ἀμφοτέρων συνίτην μεμαῶτε μάχεσθαι IL tous deux s’avancèrent ensemble au milieu des deux armées, impatients de combattre;
III. adv.
• ἀμφοτέρῃ des deux façons, par les deux voies (par terre et par mer);
• ἀμφότερον de deux manières à la fois, ensemble : ἀμφότερον βασιλεύς τε ἀγαθὸς κρατερός τ’ αἰχμητής IL à la fois bon roi et puissant guerrier;
• ἀμφότερα de deux manières à la fois : ἐνίκων τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἀμφότερα THC ils étaient vainqueurs le même jour à la fois sur terre et sur mer.
Étymologie: Cp. de ἄμφω.

English (Autenrieth)

(ἄμφω): both; sing. only neut. as adv., foll. by τέ.. καί, etc., ἀμφότερον βασιλεύς τ' ἀγαθὸς κράτερός τ αἰχμητής, ‘at once both,’ etc., Il. 3.179, Il. 13.166, Od. 15.78; as subst., ἀμφοτέρῃσι (sc. χερσί), Il. 5.416, Od. 10.264.

English (Slater)

ἀμφότερος (-οι, -οις: -α, -ας; -ᾶν, -αις: -ον; -ων, -οις(ι), -α)
   1 adj.
   a both ἀμφοτέροις ὁμοῖοι τοκεῦσι (P. 2.47) καὶ κασίγνητοί σφισιν ἀμφότεροι ἤλυθον (P. 4.124) “καρτερὸς ὅρκος ἄμμιν μάρτυς ἔστω Ζεὺςγενέθλιος ἀμφοτέροις” (P. 4.167) ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν ματρὸς ἀμφότεροι (sc. ἄνδρες καὶ θεοί.) (N. 6.2) ἐν τεμένεσσι δόμον ἔχει τεοῖς, ἀμφοτέρας ἰὼν χειρός (καὶ ἀριστερᾶς καὶ δεξιᾶς. Σ.) (N. 7.94) ἀμφοτερᾶν τοι χαρίτων σὺν θεοῖς ζεύξω τέλος, καὶ τὸν ἀκερσεκόμαν Φοῖβον χορεύων καὶ τὰν ἁλιερκέα Ἰσθμοῦ δειράδ (Boeckh e Σ: ἀμφοτέρων, -οις codd.: i. e. songs for both Thebe and Delos.) (I. 1.6)
   b double ἐσθὰς δ' ἀμφοτέρα μιν ἔχεν (v. l. ἀμφότερον) (P. 4.79)
   2 pro subs.
   a masc., fem. ὅτ' ἀμφότεροι κράτησαν (O. 9.84) ἄμαχον κακὸν ἀμφοτέροις διαβολιᾶν ὑποφάτιες (i. e. to both sides, slanderers and slandered) (P. 2.76) παρ' ἀμφοτέροις (Peleus and Kadmos) (P. 3.93) πατρὸς δ' ἀμφοτέραις ἐξ ἑνὸς ἀριστομάχου γένος Ἡρακλέος βασιλεύει (Lakedaimon and Thessaly) (P. 10.2)
   b neut. καί νυν ὑπ' ἀμφοτέρων σὺν Διαγόρᾳ κατέβαν (i. e. to the sound of the flute and lyre (O. 7.13) ἐδόκησαν ἐπ' ἀμφότερα μαχᾶν τάμνειν τέλος on both sides (O. 13.57) ἁμφοτέροισι δ' ἀνὴρ ὃς ἂν ἐγκύρσῃ (success and fame) (P. 1.99) πολλοὶ μάρτυρες ἀμφοτέροις πιστοί (sign. dub.: τῷ τ' ἀληθεῖ καὶ τῷ ψευδεῖ. Σ.: ? your authority and your wealth cf. vv. 87—8) (P. 1.88)
   3 ἀμφότερα pro adv., both πέποιθα δὲ ξένον μή τιν' ἀμφότερα καλῶν τε ἴδριν ἅμακαὶ δύναμιν κυριώτερον δαιδαλωσέμεν (O. 1.104)
   4 ἀμφότερον τε καί, both — and “ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς, ἀμφότερον μάντιν τ' ἀγαθὸν καὶ δουρὶ μάρνασθαι” (O. 6.17) εἰ δ' ἀρετᾷ κατάκειται πᾶσαν ὀργάν, ἀμφότερον δαπαναῖς τε καὶ πόνοις (I. 1.42)

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): locr. ἀνφόταρος IG 92.718.39; cret. ἀνπότερος ICr.4.72.1.22 (Gortina V a.C.)

• Morfología: [argól. ac. plu. ἀμφότερονς Schwyzer 83A (Argos V a.C.); adv. argól. ἀμφοτερεῖ Mnemos. 47.160 (V a.C.), cret. ἀνποτέρως ICr.4.21.6 (Gortina VII/VI a.C.)]
A Idual y plu., ref. a dos seres u objetos ambos, los dos, el uno y el otro
1 dual, sólo o c. pron. (Δηΐφοβός τε βίη θ' Ἑλένοιο) τετυμμένω ... ἀμφοτέρω Il.13.783, ἐφάτην ἅμα ἀμφοτέρω Pl.Euthd.294e, ἐξαίνυτο θυμὸν ἀμφοτέρω les arrancó a los dos el aliento, Il.5.156, ἀμφοτέρω ... φιλεῖ ... Ζεύς Il.7.280, ἐκ δ' ἀμφοτέροιν ... αἷμ' ἔσσευα Il.5.207, σφωϊν ... ἀμφοτέροιϊν Od.20.327, cf. Isoc.4.134
c. subst. ἀμφοτέρω δ' Αἴαντε los dos Ayantes, Il.12.265, τὼ παῖδε ἀμφοτέρω los dos hijos X.An.1.1.1, πολέοιν ἀμφοτέροιν Isoc.4.139
2 plu., sólo o c. pron. ἀμφοτέρους ἱέρευσεν Od.14.74, (δύω πόλιες) τῇσιν δ' ἀμφοτέρῃσι ... ἐμβασίλευε sobre esas dos gobernaba, Od.15.413, τοὺς ἀμφοτέρους ἐξ ἵππων ... βῆσε Il.5.163, χαλεποὶ δαίμονες ἀμφότεροι ambos son dioses imperiosos Thgn.638, cf. Hdt.7.47, ἀμφοτέρων δ' ἐς κόρον ἠλάσατε gustasteis hasta la saciedad de ambas cosas Tyrt.7.10, ἀ. ὑμῖν X.Cyr.2.4.7, ἡμᾶς Pl.Cra.427e, νῶιν Q.S.1.501, ὔμμι A.R.3.104
en enumeraciones τὸ αἴσχιστον ἤτοι λύπην μεγίστην παρέχον ἢ βλάβην ἢ ἀμφότερα lo más vergonzoso, que causa el mayor dolor o el mayor perjuicio o ambas cosas Pl.Grg.477c, φιλοχρήματος καὶ φιλότιμος, ἤτοι τὰ ἕτερα τούτων ἢ ἀμφότερα Pl.Phd.68c, encabezándolas ἀμφότεροι, χλοῦναί τε σύες χαροποί τε λέοντες unos y otros, los poderosos jabalíes y los leones de ojos brillantes Hes.Sc.177, ἀμφοτέρων ὕδατός τε καὶ εἴδεος αἶσαν ἔχοντες Emp.B 62.5, ἀμφότερα, μένειν πέμπειν τε δυσπήματ' las dos cosas, que aquí se queden o expulsarlas, son causas de desdicha A.Eu.480, ἀμφότεροι ... ὁ μεν ... ἡ δέ Hdt.1.111
c. subst. de pers. Ἀτρείδαι Od.3.136, νεκροί Il.13.194, τοκῆες Pi.P.2.47, γονέες Hdt.2.43, cf. POxy.1306 (III a.C.)
ἀπ' ἀμφοτέρων ἀδελφεή hermana de padre y madre Hdt.3.31, cf. 7.97, ἀπ' ἀμφοτέρων ὄντες ἀρίστων siendo de padre y madre nobles E.Alc.920
de cosa κύκλοι ἀσπίδος Il.20.280, τοῖχοι bordas Thgn.674, στρατόπεδα Hdt.1.76, ἰδέαι Isoc.2.34
c. partes del cuerpo χεῖρε πετάσσας ἀμφοτέρας Il.21.116, cf. 18.23, Od.5.428, Hes.Th.553, A.R.4.695, Hdt.9.55, ἀμφοτέρῃσι λαβών cogiéndome con las dos manos, Od.10.264, cf. Theoc.22.96, πόδεσι Od.5.414, cf. Il.13.281, 22.396, ἐπ' ἀμφοτέροις βεβακώς con los dos pies Theoc.14.66, σκέλεα Hdt.4.72, οὔατα Hes.Th.771, ὦμοι h.Cer.42, πήχεις Call.Del.108, ὄμματα AP 12.196 (Strat.).
3 neutr. c. giro preposicional κατ' ἀ. παρεσκευάζοντο se preparaban para el ataque por tierra y mar Th.7.41, κατ' ἀ. συγγενής pariente por ambas partes D.57.39, (χῶρον) νάπαι ... ἐπ' ἀ. συγκληίουσι los valles lo encierran por ambos lados Hdt.4.157, cf. Th.4.102, (γραμμή) ἐπ' ἀ. ἄπειρος (una línea) infinita en ambas direcciones Arist.Cael.272a12, μεταβολαὶ ἐπ' ἀ. vicisitudes de todo tipo Th.4.17, ἐπ' ἀ. λέγειν hablar en los dos sentidos Th.4.88.
II plu. ref. a dos grupos los dos bandos, unos y otros Ἕκτωρ δὲ μετ' ἀμφοτέροισιν ἔειπεν ref. a los aqueos y troyanos Il.3.85, ἐς μέσον ἀμφοτέρων Il.6.120, ἀμφοτέρων βέλε' ἥπτετο Il.8.67, πεσόντων ἀμφοτέρων πολλῶν habiendo caído muchos de ambos lados Hdt.1.76, ἀπ' ἀμφοτέρων X.Ages.2.10.
III plu. tard. todos κατακυριεύσας ἀμφοτέρων dominando a todos, Act.Ap.19.16, ἀμφότεροι ἱερεῖς PLond.2.336.13 (II a.C.), PThead.26.4 (III a.C.), PGen.67.5 (IV a.C.).
B sg. y neutr. sg. o plu., nunca en época arcaica salvo en forma adv.
I uno y otro, uno u otro ἀμφοτέρας ... κοινὸν αἴας común a una y otra tierra A.Pers.131, ποίημα ἢ πάθος ἢ ἀμφότερον acción, pasión o una y otra Pl.Sph.248d, de la vista y el oído τὸ γὰρ ἀμφότερον ἑκατέρῳ οὐχ ἕπεται lo común a uno y otro no corresponde a cada uno Pl.Hp.Ma.302e, del conductor de un carro ἀμφοτέρας ἰὼν χειρός a ambos lados según se camina Pi.N.7.94, por ser protectora de la caza y de los alumbramientos Ἄρτεμις ἀ. una y otra Ártemis, AP 9.268 (Antip.Thess.), de la anfisbena ἀ. κάρηνον una y otra cabeza Nonn.D.5.147.
II subst. o adverb. de dos modos a la vez
1 -ον encabezando una enumeración Ἀγαμέμνων, ἀ. βασιλεύς τ' ἀγαθὸς κρατερός τ' αἰχμητής Agamenón, ambas cosas a la vez, buen rey y valiente guerrero, Il.3.179 ὁπλίζοντο ..., ἀ., νέκυάς τ' ἀγέμεν, ἕτεροι δὲ μεθ' ὕλην se afanaban ... doblemente, para traer los muertos, otros con la leña, Il.7.418, cf. 4.60, ET. θάρσει προκρίνας ἢ φρενῶν εὐβουλίᾳ; KP. ἀμφότερον E.Ph.747, ἀ. ποθέων τε πόνον τρομέων τ' ἐπὶ βουσί Q.S.11.212, γυῖα ... ἀ. καὶ κραιπνὰ καὶ ἄλκιμα Opp.H.3.30, cf. C.1.90, ἀ. δ' ἱκέτης ξεῖνός τε A.R.3.987.
2 -α: ὅταν ὁρῶσι τοὺς αὐτοὺς ἀ., καὶ δικαιοτάτους ὄντας καὶ μεγίστην δύναμιν κεκτημένους cuando vean que somos a la vez los más justos y poderosos Isoc.8.139, νικήσαντες ἀ. habiendo vencido por tierra y por mar Th.1.112, cf. 1.13, ἀ. ἄριστος ..., καὶ στρατηγὸς καὶ ῥαψῳδός el mejor a la vez como general y rapsodo Pl.Io 541b, ἀνίᾳ ... ἢ βλάβῃ ἢ ἀ. Pl.Grg.477d, ἢ δώροις ἢ χάρισιν ἢ ἀ. Pl.La.187a.
C adv.
1 -ως de los dos modos, de un modo u otro ἀ. κινεῖσθαι Pl.Tht.181d, ἀ. ἐναντιώτατά τε καὶ ἀνομοιότατα Pl.Prm.159a, τὸ κτητικῆς ... καπηλικὸν εἴτε αὐτοπωλικόν, ἀ. Pl.Sph.224e, cf. Arist.Rh.1364a16, Xen.974a4, ἀ. γίγνεται Arist.Mete.383b31, τὰ μὲν ... τά δὲ ... τὰ δ' ἀ. ἔχοντα D.L.7.97.
2 -ῃ de los dos modos (ὁ ποταμός) ἀ. διαβατὸς ἐγένετο se hizo transitable por ambos brazos Hdt.1.75, οὐκ ὦν ἀ. σφι ἐχώρησε no les salió bien ni por tierra ni por mar Hdt.7.10β. • DMic.: a-po-te-ṛạ (cf. ko-no-a-po-te- [.]) (?).

English (Strong)

comparative of amphi (around); (in plural) both: both.

Greek Monolingual

ἀμφότερος, -α, -ον (Α)
βλ αμφότεροι.

Greek Monotonic

ἀμφότερος: -α, -ον (ἄμφω),
1. ο καθένας ή και οι δύο, Λατ. uterque, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. ουδ. ἀμφότερον, ως επίρρ.· ἀμφότερον βασιλεύς τ' ἀγαθός, κρατερός τ' αἰχμητής, μαζί και βασιλιάς και γενναίος πολεμιστής, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως στο ουδ. πληθ., ἀμφότερα μένειν πέμπειν τε, σε Αισχύλ.
3. κατ' ἀμφότερα, σε δύο πλευρές, εκατέρωθεν, utrinque, σε Ηρόδ.· ἐπ' ἀμφότερα, με δύο τρόπους, in utranque partem, στον ίδ.· ἀμφοτέραις, Επικ. -ῃσι (ενν. χερσί), σε Ομήρ. Οδ.· ἐπ' ἀμφοτέρων βεβᾰκώς (ενν. ποδῶν), σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμφότερος: (преимущ. pl. или dual.) и тот и другой, оба (ἀμφοτέρῃσι, sc. χερσί Hom.): ἀπ᾽ ἀμφοτέρων Her., Eur., Xen.; с обеих сторон; βλέπειν τινὰ ἀμφοτέροις (sc. ὄμμασι) Anth. разглядывать кого-л. обоими глазами, т. е. не отрывать глаз от кого-л.; ἐπ᾽ ἀμφοτέροις βεβακώς (sc. ποσί) Theocr. упершись обеими ногами, т. е. непоколебимо, бесстрашно.

Middle Liddell

ἄμφω
1. each or both of two, Lat. uterque, Hdt., Aesch., etc.
2. neut. ἀμφότερον as adv., ἀμφότερον βασιλεύς τ' ἀγαθός κρατερός τ' αἰχμητής both good king and stout warrior, Il.; so in neut. pl., ἀμφότερα μένειν πέμπειν τε Aesch.
3. κατ' ἀμφότερα on both sides, utrinque, Hdt.; ἐπ' ἀμφότερα, both ways, in utramque partem, Hdt.; ἀπ' ἀμφοτέρων from both sides, ex utraque parte, Hdt.; ἀμφοτέραις, epic -ηισι (sc. χερσί), Od.; ἐπ' ἀμφοτέρων βεβᾱκώς (sc. ποδῶν) Theocr.