Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνέρχομαι

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἀνέρχομαι Medium diacritics: ἀνέρχομαι Low diacritics: ανέρχομαι Capitals: ΑΝΕΡΧΟΜΑΙ
Transliteration A: anérchomai Transliteration B: anerchomai Transliteration C: anerchomai Beta Code: a)ne/rxomai

English (LSJ)

(cf. ἄνειμι): aor. -ήλυθον or -ῆλθον:—

   A go up, ἀνελθὼν ἐς σκοπιήν Od.10.97; εἰς τὴν ἀκρόπολιν X.HG2.4.39; ἐπὶ τὴν σκηνήν Arr.Epict.3.22.26; ἐπὶ βῆμα Hdn.1.5.2: abs., mount the tribune, Plu. Aem.31; go up from the coast inland, Od.19.190; come up from the nether world, ἀ. ἐξ Ἀΐδεω Thgn.703; κἀξ Ἅιδου θανὼν πρὸς φῶς ἀ. S.Ph.625; ἐξ Ἅιδου εἰς θεούς Pl.R.521c.    2 of trees, grow up, shoot up, Od.6.163,167; of the sun, rise, A.Ag.658; ἀ. ὠκεανοῖο A.R.3.1230; of water, rise, Arist.Mete.358b32, Heph.Astr.1.23: metaph., ὄλβος ἀ. E.Or.810.    3 go up to a first principle, in argument, ἐπ' ἀρχὴν ἀνελθόντες σκοπεῖν Pl.R.511d.    II go or come back, return, ἂψ or αὖθις ἀ. 11.4.392, Od.1.317.    2 come back to a point, recur to it and say, ἄνελθέ μοι πάλιν τί . . E.Ph.1207, cf. Ion 933; πάλιν ἐπ' ἀρχὴν ἀ. v.l. in Pl.Ti.69a.    3 νόμος . . εἴς σ' ἀνελθὼν εἰ διαφθαρήσεται being brought home to you, E.Hec.802. [In 11.4.392, A.R.1.821, ᾱνερχομένῳ is corrupt.]    III trans., traverse, νειόν Call.Aet.Fr.7.4P.

German (Pape)

[Seite 226] (s. ἔρχομαι), 1) hinaufgehen, emporsteigen, ἐς σκοπιήν, zur Warte, Od. 10, 97; ἐξ Ἅιδου ἐς θεοὺς ἀνελθεῖν Plat. Rep. VII, 521 c; κάτωθεν Ar. Av. 1562; εἰς τὴν ἀκρόπολιν Xen. Hell. 2, 4, 28; auftreten auf der Rednerbühne, Plut. Aem Paul. 31; – aufschießen, vom schlanken Wuchs eines jungen Baumes, Od. 6, 163. 167; von der Sonne, ἡλίου φῶς, Aesch. Ag. 644; vgl. λαμπ τῆρες Ch. 529, wo Valcken. ἀνῇθον corr. – 2) zurückkommen, heimkehren, ll. 6, 187; ἂψ. ἀν. 4, 392; αὺτις ἀν. Od. 1, 317; so Soph. Phil. 621; πάλιν ἐπ' αρχήν Plat. Tim. 69 a; ἄνελθέ μοι πάλιν, erzähle mir wiederum, Eur. Phoen. 1213.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνέρχομαι: (πρβλ. ἄνειμι): ἀόρ. -ήλυθον ἢ -ῆλθον: - ἀναβαίνω, ἀνελθὼν ἐς σκοπιὴν Ὀδ. Κ. 97· εἰς τὴν ἀκρόπολιν Ξεν. Ἑλ. 2. 4, 39· ἐπὶ τὴν σκηνὴν Ἀρρ. Ἐπίκτ. 3. 22, 26· ἐπὶ τὸ βῆμα Ἡρωδιαν. 1. 5· ἐντεῦθεν ἀπολ., ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, ἀναβαίνω τὸ βῆμα, Πλουτ. Αἰμίλ. 31: - ἀναβαίνω ἀπὸ τῆς παραλίας εἰς τὰ μεσόγαια, Ὀδ. Τ. 190: - ἀνέρχομαι ἐκ τοῦ κάτω κόσμου, ἀν. ἐξ Ἀΐδεω Θέογν. 703· κἀξ Ἅιδου θανὼν πρὸς φῶς ἀν. Σοφ. Φ. 624· ἐξ Ἅιδου εἰς θεοὺς Πλάτ. Πολ. 531C. 2) ἐπὶ δένδρων, αὐξάνομαι, «μεγαλώνω», ἀνατρέχω, φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον ἐνόησα Ὀδ. Ζ. 163, 167: ἐπὶ τοῦ ἡλίου, ἀνατέλλω, Αἰσχύλ. Ἀγ. 658· ἀν. ὠκεανοῖο Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1230: ἐπὶ τοῦ πυρός, ἀναφλέγομαι, ἀναλάμπω, Αἰσχύλ. Χο. 536: ἐπὶ ὕδατος, ἀνυψοῦμαι, πλημμυρῶ, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 3, 32: - μεταφ., ὄλβος ἀν. Εὐρ. Ὀρ. 810. 3) ἐν συζητήσει, ἔρχομαι πάλιν ἐκεῖ ὅθεν ἤρχισα, ἔρχομαι πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος, ἐπ’ ἀρχὴν ἀνελθόντες σκοπεῖν Πλάτ. Πολ. 511D. ΙΙ. ὑπάγωἔρχομαι ὀπίσω, ἐπανέρχομαι πάλιν, ὑποστρέφω, Ὅμ., ὅστις καὶ ἐπιτείνει αὐτὸ τῇ προσθήκῃ τοῦ ἂψ ἢ τοῦ αὖθις, Ἰλ. Δ. 392, Ὀδ. Α. 317· πρβλ. ἐπανέρχομαι. 2) ἀνατρέχω εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ διηγοῦμαι, ἀλλ’ ἄνελθέ μοι πάλιν, τί... «ἀνάδραμε καὶ διήγησαι» (Σχόλ.) Εὐρ. Φοίν. 1207, πρβλ. Ἴωνα 933· πάλιν ἐπ’ ἀρχὴν ἀν. Πλάτ. Τίμ. 69Α. 3) νόμος... εἴς σ’ ἀνελθὼν εἰ διαφθαρήσεται... οὐκ ἔστιν οὐδὲν τῶν ἐν ἀνθρώποις ἴσον, [ὁ θεῖος] νόμος ἀνενεχθεὶς εἰς σὲ (τὸν Ἀγαμέμνονα) ὅπως ἐφαρμόσῃς αὐτόν, ἐὰν διαφθαρῇ... δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων δίκαιον, Εὐρ. Ἐκ. 802. [Ἐν Ἰλ. Δ. 392 ἂψ ’ᾱνερχομένῳ πρέπει νὰ διορθωθῇ, ἐκ τοῦ Ἑνετικ. χειρογρ. εἰς ἀναερχομένῳ, ὁ Monro ἔχει ἂψ ἂρ’ ἀνερχομένῳ, ἄλλοι δὲ ἂψ οἱ ἀνερχομένῳ, πρβλ. Ζ. 187, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 821].

French (Bailly abrégé)

f. ἀνελεύσομαι, ao. ἀνῆλθον, etc.
I. (ἀνά en haut);
1 monter : ἐς σκοπιήν OD sur un lieu d’observation ; ἐπὶ τὸ βῆμα ou abs. ἀν. PLUT monter à la tribune ; p. anal. se lever en parl. du soleil;
2 pousser, croître;
3 aller de la côte dans l’intérieur;
II. (ἀνά en arrière);
1 revenir sur ses pas, revenir, retourner;
2 fig. revenir à, passer aux mains de : εἴς τινα EUR être remis entre les mains de qqn.
Étymologie: ἀνά, ἔρχομαι.

English (Autenrieth)

aor. 2 ἀνήλυθε, part. ἀνελθών: come (or go) up or back, return; σκοπιὴν ἐς παιπαλόεσσαν ἀνελθών, Od. 10.97; ἄψ ἀναερχομένῳ, Il. 4.392; of a tree, φοίνῖκος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον, ‘shooting up,’ Od. 6.163, 167. Cf. ἄνειμι.

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. ind. ἀνῆλθα POxy.1773.12 (III d.C.)]
A intr.
I c. mov. hacia arriba
1 suj. de pers. subir ἐς σκοπιήν Od.10.97, εἰς τὴν ἀκρόπολιν X.HG 2.4.39, εἰς Ἄρειον πάγον D.26.5, ἐπὶ τὴν σκηνήν Arr.Epict.3.22.26, ἐπὶ βῆμα Hdn.1.5.2, ἐξ Ἀΐδεω Thgn.703, κἀξ ᾍδου ... πρὸς φῶς S.Ph.625, ἐξ ἀνηλίων μυχῶν ᾍδου E.HF 607, ἐξ ᾍδου ... εἰς θεούς Pl.R.521c, πρὸς ὑμᾶς Luc.Tim.30, ἐπὶ σέ Luc.Pisc.4
abs. subir a la tribuna Plu.Aem.31
dirigirse al interior desde la costa Od.19.190, cf. D.P.400
ir del campo a la ciudad, Ep.Gal.1.17.
2 de árboles brotar, salir, Od.6.163, 167
del sol salir A.A.658, c. gen. ὠκεανοῖο A.R.3.1230
del agua del mar en las mareas subir Arist.Mete.358b32, Heph.Astr.1.23.20.
II c. mov. hacia atrás
1 venir de nuevo, volver ἄψ Il.4.392, αὖτις Od.1.317.
2 retroceder (en un discurso), decir volviendo atrás ἄνελθέ μοι πάλιν prosigue de nuevo E.Ph.1207, cf. Io 933
volver, remontarse ἐπ' ἀρχήν Pl.R.511d, Ti.69a
fig. ὄλβος ... πάλιν ἀνῆλθ' ἐξ εὐτυχίας la prosperidad ... de nuevo declinó de su fortuna E.Or.810.
3 alegar (νόμος) ἐς σ' ἀνελθών (una ley) alegada ante tí E.Hec.802.
B tr. atravesar νειόν Call.Fr.24.4.

English (Strong)

from ἀνά and ἔρχομαι; to ascend: go up.

English (Thayer)

2nd aorist ἀνῆλθον; (from Homer down); to go up: to a higher place; to Jerusalem, L Tr marginal reading ἀπῆλθον), ἐπανέρχομαι.)

Greek Monolingual

(AM ἀνέρχομαι)
1. έρχομαι επάνω, ανεβαίνω
2. ανεβαίνω στο ρητορικό βήμα
3. (για θάλασσα ή ποταμό) ανυψώνομαι, φουσκώνω
νεοελλ.
1. (μτβ.) (για ανωφέρειες) ανεβαίνω κάτι
2. (αμτβ.) μετακινούμαι από τα νότια προς τα βόρεια
3. μτφ. προκόβω, προάγομαι
4. αναλαμβάνω ανώτατο αξίωμαανέρχομαι στον θρόνο»)
5. (για τιμές προϊόντων) υπερτιμώμαι, ακριβαίνω, ανεβαίνω
αρχ.
1. πορεύομαι από τα παράλια προς τα μεσόγεια
2. ανεβαίνω από τον Άδη στον επάνω κόσμο
3. υψώνομαι πάνω από τον ορίζοντα
4. (για φυτά) μεγαλώνω, βλαστάνω
5. επιστρέφω κάπου, επανέρχομαι, γυρίζω
6. αφηγούμαι, επαναλαμβάνω
7. (μτβ.) διασχίζω.

Greek Monotonic

ἀνέρχομαι: (πρβλ. ἄνειμι)· αόρ. βʹ -ήλυθον ή -ῆλθον·
I. 1. ανεβαίνω, σε Ομήρ. Οδ., Αττ.· απόλ., ανεβαίνω στο βήμα, σε Πλούτ.· ανέρχομαι από τα παράλια στην ενδοχώρα, σε Ομήρ. Οδ.· ανεβαίνω από τον Κάτω Κόσμο, σε Θέογν., Σοφ.
2. λέγεται για δέντρα, μεγαλώνω, βλασταίνω, αναπτύσσομαι, φυτρώνω, σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για τον ήλιο, ανατέλλω, σε Αισχύλ.· μεταφ., ὄλβος ἀν., σε Ευρ.
II. πηγαίνω ή έρχομαι πίσω, πηγαίνω ή έρχομαι ξανά στο σπίτι, επιστρέφω, σε Όμηρ.
2. φθάνω σε ένα σημείο, αναδιηγούμαι, σε Ευρ., Πλάτ.
3. νόμος εἴς σ' ἀνελθών, νόμος που πηγάζει ή έχει σχέση με εσένα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνέρχομαι: (fut. ἀνελεύσομαι, aor. ἀνήλυθον и ἀνῆλθον)
1) всходить, подниматься, взбираться (εἰς σκοπιήν Hom.; κάτωθεν πρός τι Arph.; εἰς τὴν ἀκρόπολιν Xen.; ἀνῆλθε ἡλίου φάος Aesch.; τὸ ὕδωρ ανέρχεται Arst.): ἀνελθὼν ἔφη Plut. поднявшись (на трибуну), он сказал; ὄλβος ἀνῆλθε Eur. воссияло счастье;
2) возноситься (ἐξ Ἃιδου πρὸς φῶς Soph. и εἰς θεούς Plat.);
3) вырастать (ἐκ γαίης Hom.);
4) отправляться (вглубь страны) (ἄστυδ᾽ ἀνελθών Hom.);
5) возвращаться Hom.: ἄνελθέ μοι πάλιν Eur. вернись к своему рассказу; πάλιν ἐπ᾽ ἀρχὴν ἀνελθεῖν Plat. вернуться к началу; ὁ λόγος οὐκ εἶχεν εἰς ἀρχὴν ἀνελθεῖν βέβαιον Plut. невозможно было точно установить источник этого слуха;
6) относиться, зависеть: νόμος εἴς σ᾽ ἀνελθών Eur. закон, оплотом которого ты являешься.

Middle Liddell

ἄνειμι
I. to go up, Od., attic: absol. to mount the tribune, Plut.:— to go up from the coast inland, Od.:— to come up from the nether world, Theogn., Soph.
2. of trees, to grow up, shoot up, Od.: of the sun, to rise, Aesch.:—metaph., ὄλβος ἀν. Eur.
II. to go or come back, go or come home again, return, Hom.
2. to come back to a point, recur, Eur., Plat.
3. νόμος εἴς σ' ἀνελθών a law brought home or having relation to you, Eur.

Chinese

原文音譯:¢nšrcomai 安-誒而何買
詞類次數:動詞(3)
原文字根:向上-來
字義溯源:上升,上去,上來,上,才上(去);由(ἀνά)*=上)與(ἔρχομαι)*=來)組成。比較: (ἀναβαίνω)=上去
出現次數:總共(3);約(1);加(2)
譯字彙編
1) 上(2) 約6:3; 加1:17;
2) 才上(1) 加1:18