Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνατέλλω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀνατέλλω Medium diacritics: ἀνατέλλω Low diacritics: ανατέλλω Capitals: ΑΝΑΤΕΛΛΩ
Transliteration A: anatéllō Transliteration B: anatellō Transliteration C: anatello Beta Code: a)nate/llw

English (LSJ)

poet. ἀντ-, aor. ἀνέτειλα: pf. part.

   A ἀνατεταλκός Plb. 9.15.10:—make to rise up, τοῖσιν δ' (sc. ἵπποις) ἀμβροσίην ἀνέτειλενέμεσθυ Il.5.777; Αἴγυπτος . . Δήμητρος ἀντέλλει στάχυν A.Fr.300, cf. LXX Ge.3.18; ὕδωρ ἀ. make water gush forth, Pi.I.6(5).75; τὸν ἥλιον Ev.Matt.5.45:—so in Pass., φλὸξ ἀνατελλομένα a flame mounting up, Pl.Ion4(3).83.    2 bring forth, give birth to ἄντειλας Διόνυσον ib.7(6).5; ἰούλους A.R.2.44: of events, μυρί' ἀπ' αἰσχρῶν ἀνατέλλοντα S.Ph.1139.    II intr., rise, appear above the horizon, of any heavenly body, as sun and moon, Hdt.2.142, S.OC1246, Ar.Nu. 754; πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα Hdt.1.204, 4.40; also of constellations, A.R.3.959; ἠὼσἀντ. Id.2.1007; dist. from ἐπιτέλλω (q.v.), Ptol.Alm.8.4; cf. ἀνατολή.    b = ἐπιτέλλω, of the Pleiades, Theoc. 13.25.    2 of a river, take its rise, ἐκ ταύτης [γῆς λίμνης] Hdt.4.52, cf. Ael.NA14.16, etc.    b of persons, originate, ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ κύριος Ep.Heb.7.14.    3 grow, of hair, ταρφὺς ἀντέλλουσα θρίξ A.Th.535; of teeth, Arist.HA501b29; spring up, of plants, Thphr.HP3.1.6, al.; cf. ἀνατολή 11.    4 of mountains, rise, A.R. 1.501; but, appear on the horizon, ib.601.    5 rise up, ἀνέτειλε σωτήρ prob. in Epigr.Gr.978 (Philae).

German (Pape)

[Seite 210] 1) aufgehen-, aufsprossen lassen, Hom. Iliad. 5, 777 τοῖσιν δ' ἀμβροσίην Σιμόεις ἀνέτειλε νέμεσθαι; ὕδωρ, Wasser aussprudeln lassen, Pind. I. 5, 72; Διόνυσον ἀνέτειλας, du gabst dem Dionysos das Dasein, von Theben, I. 6, 5; vgl. ἔτι χνοάοντας ἰούλους, noch den Milchbart haben, Ap. Rh. 2, 43; ὁ θεὸς τὸν ἥλιον, läßt die Sonne aufgehen, Matth. 5, 45; übh. hervorbringen, erzeugen, μυρί' ἀπ' αἰσχρῶν ἀνατέλλειν, zahllose Folgen aus den Schändlichkeiten hervorgehen machen, Anschläge über Anschläge machen, Soph. Phil. 1138. – 2) intrans., hervorgehen, aufgehen, bes. wie ἀνίσχω. von der Sonne u. dem Monde (vgl. ἐπιτέλλω, welches von den Sternen gesagt wird), Soph. O. C. 1248; Her. 4, 40; Plat. Legg. X, 887 e; oft bei Xen. u. Sp.; auch vom Aufgange des Sirius, Ap. Rh. 3, 959; der Eos, 2, 1007; γενέθλη, Nachkommenschaft wächst auf, 1, 810; von Flüssen, Her. 4. 52; Plut. Syll. 20; καπνός Flamin. 4; im med., φλὸξ ἀνατελλομένη, die emporlodernde Flamme, Pind. I. 3, 83.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνατέλλω: ποιητ. ἀντέλλω: ἀόρ. ἀνέτειλα: πρκμ. ἀνατέταλκεν Πολύβ. 9. 15, 10: (ἴδε τέλλω), ἀναδίδω, ἀναφύω, κάμνω νὰ φυτρώσῃ, τοῖσιν δ’ (δηλ. τοῖς ἵπποις) ἀμβροσίην Σιμόεις ἀνέτειλε νέμεσθαι Ἰλ. Ε. 777· Αἴγυπτος .. Δήμητρος ἀνατέλλει στάχυν Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 304· ὕδωρ ἀνατέλλειν, ἀναβρύειν, Πινδ. Ι. 6 (5). 111· οὕτως ἐν τῷ παθ., φλὸξ ἀνατελλομένη, ἀνεγειρομένη, ἀνυψουμένη, αὐτόθι 4 (3). 110. 2) γεννῶ, φέρω εἰς φῶς· Διόνυσον ἀνέτειλας αὐτόθι 7 (6). 5· φύω, ἰούλους ἀντέλλων, «ἀνατέλλειν τὸ φύειν ἐνταῦθα ἐνεργητικῶς σημαίνει» (Σχολ.) Ἀπολ. Ρόδ. Β. 44· ἐπὶ συμβεβηκότων, μυρί’ ἀπ’ αἰσχρῶν ἀνατέλλοντα Σοφ. Φ. 1139. ΙΙ. ἀμετάβ., ἐγείρομαι, ὑψοῦμαι, ἀναφαίνομαι, ἀνατέλλω, ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης, Ἡρόδ. 2. 142., 4. 40, Σοφ. Ο. Κ. 1246, Ἀριστοφ. Νεφ. 754, ὡς τὸ ἀνέχω Β. Ι· πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα Ἡρόδ. 1. 204· ὡσαύτως ἐπὶ ἀστερισμῶν, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 959., Β.1007, πρβλ. ἀνατολὴ (ἂν καὶ συνηθέστερον ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας εἶναι τὸ ῥῆμα ἐπιτέλλω). 2) ἐπὶ ποταμοῦ, πηγάζω, ἐκ ταύτης [τῆς λίμνης] ἀνατέλλων ὁ Ὕπανις ποταμὸς Ἡρόδ. 4. 52, πρβλ. Αἰλ. π. Ζ. 14. 16, κτλ. 3) αὔξομαι, αὐξάνομαι, μεγαλώνω, ἐπὶ κόμης, ταρφὺς ἀνατέλλουσα θρὶξ Αἰσχύλ. Θ. 535· ἐπὶ ὀδόντων, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 2. 4. 4) ἐπὶ ὄρους, ὑψοῦμαι, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 501, κτλ. 5) ἀναφαίνομαι, ἀνέτειλε σωτὴρ Ἐπιγρ. Ἑλλ. 978.

French (Bailly abrégé)

f. ἀνατελῶ, ao. ἀνέτειλα, pf. ἀνατέταλκα;
I. tr. faire se lever, faire apparaître : ἀμβροσίην IL servir l’ambroisie (aux chevaux) ; fig. μυρί’ ἀπ’ αἰσχρῶν SOPH faire sortir d’actions honteuses mille calamités;
II. intr. 1 se lever en parl. des constellations;
2 jaillir, prendre sa source;
3 pousser en parl. des cheveux;
4 s’élever en parl. de fumée.
Étymologie: ἀνά, τέλλω.

English (Autenrieth)

aor. ἀνέτειλε: cause to spring up, Il. 5.777†.

English (Slater)

ἀνατέλλω
   1 make to rise up, raise
   1
   a act. Δίρκας ἁγνὸν ὕδωρ, τὸ βαθύζωνοι κόραι χρυσοπέπλου Μναμοσύνας ἀνέτειλαν παρ' εὐτειχέσιν Κάδμου πύλαις (I. 6.75)
   b med. and pass., rise, mount up τοῖσιν ἐν δυθμαῖσιν αὐγᾶν φλὸξ ἀνατελλομένα συνεχὲς παννυχίζει (I. 4.65)
   2 met., raise to eminence ἦρα χαλκοκρότου πάρεδρον Δαμάτερος ἁνίκ' εὐρυχαίταν ἄντειλας Διόνυσον; (sc. ὦ Θήβα.) (I. 7.5)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. ἀντ- A.Th.535, Fr.193.8, Theoc.13.25
I tr.
1 hacer brotar, hacer crecer, producir, criar τοῖσιν δ' ἀμβροσίην Σιμόεις ἀνέτειλε νέμεσθαι para que ellos (caballos divinos) pastaran, el Simoente hizo brotar ambrosía, Il.5.777, Αἴγυπτος ... Δήμητρος ἀντέλλει στάχυν A.Fr.193.8, ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι LXX Ge.3.18, ξύλον Ep.Diog.12.1, ζῴοις ... τροφὴν 1Ep.Clem.20.4, ἰούλους ἀντέλλων que echaba la primera barba A.R.2.44, 3.520
de la Tierra criar, producir ἡ γῆ ... οὐ σπαρήσεται οὐδὲ ἀνατελεῖ LXX De.29.22, cf. Is.45.8, τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ LXX Is.44.26
c. ac. de pers. dar nacimiento Διόνυσον (por parte de la ciudad de Tebas), Pi.I.7.5, cf. Hes.Fr.135
de otras cosas hacer brotar ὕδωρ Pi.I.6.75
hacer salir ἥλιον Eu.Matt.5.45
fig. μυρί' ἀπ' αἰσχρῶν ἀνατέλλοντα S.Ph.1138.
II intr.
1 de ríos y fuentes nacer, brotar ἐκ ταύτης (τῆς λίμνης) Hdt.4.52, πηγή I.BI 1.406
en v. med. subir, brotar φλόξ Pi.I.3.83, φωνά Theoc.23.18
act. μῦθος ... οἱ ἐπ' ἀκροτάτης ἀνέτελλεν γλῶσσης A.R.3.683.
2 brotar, crecer, salir
a) de cabellos, uñas, etc. ταρφὺς ἀντέλλουσα θρίξ barba espesa que apunta A.Th.535, cf. LXX Le.13.37, ἕως τοῦ ἀνατεῖλαι τοὺς πώγωνας LXX 2Re.10.5, ὀδόντες Arist.HA 501b29, Ph.198b24, cf. LXX Is.58.8
τὰ ἀνατέλλοντα partes del cuerpo que crecen (uñas, cuernos, pezuñas, etc.), Arist.GA 743a12
de enfermedades ἡ λέπρα ἀνέτειλεν ἐν τῷ μετώπῳ LXX 2Pa.26.19;
b) de plantas ἀνατέλλον σκολιὸν γίνεται Hp.Genit.10.2, τὰ φύλλα Hp.Nat.Puer.22.2 bis, cf. 23.2, Thphr.HP 3.1.6, ἀνέτειλε καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον LXX Ez.17.6, φάγῃ ... τὰ ἀνατέλλοντα LXX 4Re.19.29, cf. Ge.19.25, φυτὰ ... γῆθεν ἀνέτειλε I.AI 1.31
fig. de la minería γείοθεν ἀντέλλοντα, κακὸν φυτόν Call.Fr.110.49, cf. LXX Os.10.4
de las montañas en mitos cosmogónicos οὔρεα θ' ὡς ἀνέτειλε ... ἤειδεν cantaba cómo surgieron las montañas A.R.1.501;
c) en gener. fig. ἀλήθεια LXX Ps.84.12, δικαιοσύνη LXX Ps.71.7, τὸ ἄφθαρτον εἶδος Ph.1.291.
3 de astros levantarse, salir, aparecer, surgir
a) esp. del sol y la luna, Hdt.2.142, Ar.Nu.754, Pl.Cra.409a, Arist.Cael.290a15, 294a1, Mete.371b27, Epicur.Fr.[26.37] 1, πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα hacia levante Hdt.1.204, cf. S.OC 1246, ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνατέλλοντι Michel 466.11 (III a.C.), cf. D.C.36.49.6, 45.1.3, D.S.17.7, ἠὼς ἀ. A.R.2.1007, 3.1224, πρὸ τοῦ ἀνατεῖλαι antes de la salida del sol LXX Ge.2.5, ἅμα τῷ ἀνατεῖλαι τὸν ἥλιον LXX Id.9.33;
b) de otros astros y constelaciones Σείριος A.R.3.959, ἇμος δ' ἀντέλλοντι Πελειάδες Theoc.13.25, ἐπ' ἄστρῳ ἢ δύνοντι ἢ ἀνατ[έλ] λοντι PHib.27.52 (III a.C.)
de partes del Zodíaco μέρος ἀνατεταλκὸς ... τοῦ ζῳδιακοῦ Plb.9.15.10, cf. Heph.Astr.1.1.174, 1.10.1, Ptol.Alm.8.4 passim
de una nube Eu.Luc.12.54;
c) fig. de pers. aparecer como un astro ἀνέτειλε σωτήρ IPh.142.4, οἱ κύριοι ... Αὐτοκράτορες Σεουῆρος καὶ Ἀντωνεῖνος ἀνατείλαντες [ἐ] ν <τῇ> ἑα[υ] τῶν Αἰγύπτῳ SB 4284.7 (III d.C.), cf. A.R.1.776
de otras cosas aparecer o brillar como un astroδόξα Κυρίου ἐπί σε LXX Is.60.1, φέγγος τῆς ἀρετῆς Ph.1.47
del ropaje de los justos Ep.Barn.3.4.
4 de montañas alzarse, aparecer, despuntar Ἄθω ἀνέτειλε κολώνη Θρηικίη para unos navegantes, A.R.1.601, Καυκασίων ὀρέων ἀνέτελλον ἐρίπναι ἠλίβατοι A.R.2.1247, de la cabeza de un caballo ἀνέτελλε δι' ὕδατος ἄβροχος αὐχήν Nonn.D.23.146, cf. 10.185.
5 de pers. proceder ἐξ Ἰούδα ... ὁ Κύροις Ep.Hebr.7.14.

English (Strong)

from ἀνά and the base of τέλος; to (cause to) arise: (a-, make to) rise, at the rising of, spring (up), be up.

English (Thayer)

1st aorist ἀνετειλα; perfect ἀνατεταλκα;
a. transitive, to cause to rise: τόν ἥλιον, Homer, Iliad 5,777).
b. intransitive, to rise, arise: light, φωσφόρος, to rise from, be descended from, ἀνατέλλειν of the sun and moon, and ἐπιτέλλειν of the stars; but Aelian, Pausanias, Stobaeus, and other later writings neglect this distinction; see Lob. ad Phryn., p. 124f. (Compare: ἐξανατέλλω.)

Greek Monolingual

ἀνατέλλω)
(αμτβ.)
1. υψώνομαι, ανέρχομαι
2. (για ουράνια σώματα) υψώνομαι, αναφαίνομαι στο στερέωμα, προβάλλω
αρχ.
1. αναδίδω, κάνω να φυτρώσει
2. γεννώ, φέρνω στο φως
3. (για ποταμούς) πηγάζω
4. αυξάνομαι, μεγαλώνω
5. φανερώνομαι, γεννιέμαι
6. διαφαίνομαι, προκύπτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα- + τέλλω «τελώ, εκτελώ, ανατέλλω».
ΠΑΡ. ανατολή].

Greek Monotonic

ἀνατέλλω: ποιητ. ἀν-τέλλω· αόρ. αʹ -έτειλα·
I. 1. κάνω να ανατείλει, να σηκωθεί ή να μεγαλώσει, σε Ομήρ. Ιλ. — Παθ., φλὸξ ἀνατελλομένη, ανεγειρόμενη, υπερυψούμενη φλόγα, σε Πίνδ.
2. γεννώ, φέρνω στο φως, στον ίδ.· λέγεται για συμβάντα, σε Σοφ.
II. αμτβ.,
1. ανατέλλω, λέγεται για τον ήλιο και το φεγγάρι, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.
2. λέγεται για ποτάμι, πηγάζω, σε Ηρόδ.
3. μεγαλώνω, αυξάνω, φυτρώνω, για μαλλιά, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνατέλλω: поэт. ἀντέλλω
1) выращивать или (по)рождать, производить, создавать (ἀμβροσίην τοῖς ἵπποις Hom.; Δήμητρος στάχυν Aesch.; μυρία κακὰ ἀπό τινος Soph.; φλόξ ἀνατελλομένα Pind.): ἀ. τὸν ἥλιον NT велеть восходить солнцу;
2) вытекать (ἐκ τῆς λίμνης Her.);
3) восходить (πρὸς ἠέλιον ἀνατέλλοντα Her.; σελήνη ἀνατέλλει Arph.);
4) подниматься, вздыматься (καπνὸς ἀνατέλλων Plut.);
5) вырастать (ἀντέλλουσα θρίξ Aesch.; ὀδόντες ἀνατέλλουσιν Arst.).

Middle Liddell


I. to make to rise up or to grow up, Il.:—Pass., φλὸξ ἀνατελλομένη a flame mounting up, Pind.
2. to give birth to, bring to light, Pind.: of events, Soph.
II. intr. to rise, of the sun and moon, Hdt., Soph., etc.
2. of a river, to take its rise, Hdt.
3. to grow, of hair, Aesch.

Chinese

原文音譯:¢natšllw 安那-帖羅
詞類次數:動詞(9)
原文字根:向上-完成 相當於: (זָרַח‎) (יׄוצֵאת‎ / יָצָא‎ / צֵא‎) (צָמַח‎) (קוּם‎ / קָמָי‎ / תְּקֹומֵם‎) (שָׁכַם‎)
字義溯源:起來,出現,躍起,出來,發現照著,叫,起,源;由(ἀνά)*=上,上到)與(τέλος)=界限,結局)組成;而 (τέλος)出自(τελέω)X*=有目標的計劃)。這字在九次使用中七次都是說到太陽或光照射出來
出現次數:總共(9);太(3);可(2);路(1);來(1);雅(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 出來(3) 太13:6; 可4:6; 雅1:11;
2) 源(1) 來7:14;
3) 出現(1) 彼後1:19;
4) 起了(1) 路12:54;
5) 已經出來(1) 可16:2;
6) 他叫(1) 太5:45;
7) 發現照著(1) 太4:16