Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνακύπτω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀνακύπτω Medium diacritics: ἀνακύπτω Low diacritics: ανακύπτω Capitals: ΑΝΑΚΥΠΤΩ
Transliteration A: anakýptō Transliteration B: anakyptō Transliteration C: anakypto Beta Code: a)naku/ptw

English (LSJ)

fut.

   A -κύψομαι Ar.Av.146, Pl.Euthd.302a; -ψω Luc. DMar.3.1: aor. ἀνέκυψα Hdt.5.91, etc.: pf. ἀνακέκῡφα E. Cyc.212, X. Eq.7.10:—lift up the head, Thphr.Char.11.3; ἀνακεκυφώς with the head high, of a horse, X. l. c.; κἀγκύψας (for καὶ ἀνακύψας) ἔχε and keep your head up, Ar.Th.236; ἐν ὀροφῇ ποικίλματα θεώμενος ἀνακύπτων throwing his head back, Pl.R.529b; ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλάς Ev.Luc.21.28; esp. in drinking, Arist.HA613a13, cf. E. l. c.; ἐπικύπτειν καὶ ἀ. Gal.6.146.    II come up out of the water, pop up, Ar.Ra.1063; ἐκ τῆς θαλάσσης εἰς τὸν ἐνθάδε τόπον Pl.Phd. 109d; ἀ. μέχρι τοῦ αὐχένος, opp. καταδῦναι, Id.Tht.171d, cf. Phdr. 249c.    b metaph., emerge, crop up, ὅτι ἐξ αὐτῶν καλόν τι ἀνακύψοιτο Id.Euthd.302a; αἱ -κύπτουσαι χρεῖαι Ascl.Tact.11.7, cf. Ath.1.25e, Cod.Just.1.2.17.    c of persons, rise out of difficulties, breathe again, Hdt.5.91, X.Oec.11.5; τὰ τῶν Καρχηδονίων ἀνέκυψε Plb.1.55.1, cf. D.Chr.13.35; ἀπὸ τῶν μυχῶν τοῦ σώματος Porph.Marc.6.

German (Pape)

[Seite 194] aufducken, den Kopf in die Höhe richten, ἐλευθερωθεὶς ἀνέκυψε Her. 5, 91; emportauchen, aus dem Meere, οἱ ἐκ τῆς θαλάττης ἰχθύες ἀνακύπτοντες Plat. Phaed. 109 e; vgl. Theaet. 171 d Euthyd. 302 a; παρὰ τοὺς ἰχθῦς ἀνέκυψεν Ar. Ran. 1066. Uebertr., sich aus Noth und Gefahr emporarbeiten, sich erholen, Xen. Oec. 11, 5 u. Sp., wie Pol. 1, 55.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνακύπτω: μέλλ. -κύψομαι Ἀριστοφ. Ὄρν. 146· -ψω Λουκ. Ἐνάλ, Διάλ. 3. 1: ἀόρ. ἀνέκυψα Ἡρόδ. 5. 91, Ἀττ.: πρκμ. ἀνακέκῡφα Εὐρ. Κύκλ. 212, Ξεν. Αἴρω τὴν κεφαλήν, Ἡρόδ. 5. 91· ἀνακεκυφώς, ἔχων τὴν κεφαλὴν ἐπηρμένην, ἐπὶ ἵππου. Ξεν. Ἱππ. 7, 10· κἀγκύψας ἔχε, καὶ μένε ἔχων τὴν κεφαλὴν ὑψωμένην (ἀντὶ τοῦ καὶ ἀνακύψας) Ἀριστοφ. Θεσμ. 236· ἐν ὀροφῇ ποικίλματα θεώμενος ἀνακύπτων, κλίνων τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ βλέπων ἄνω, Πλάτ. Πολ. 529Β· ἰδίως κατὰ τὴν πόσιν, Ἀριστ. Ἱστορ. Ζ. 9. 7, 6. πρβλ. Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. ἀνέρχομαι ἐκ τοῦ ὕδατος, ἀναδύομαι, Λατ. emergere, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1068· ἐκ τῆς θαλάσσης εἰς τὸν ἐνθάδε τόπον Πλάτ. Φαίδων 109D· ἀν. μέχρι τοῦ αὐχένος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ καταδῦναι, ὁ αὐτ. Θεαίτ. 171D πρβλ. Φαῖδρ. 249C. β) μεταφ., προκύπτω, ὅτι ἐξ αὐτῶν καλόν τι ἀνακύψοι ὁ αὐτ. Εὐθύδ. 302Α· ἐπὶ προσ., ἐξέρχομαι δυσκόλου θέσεως, ἀπαλλάσσομαι δυσκολιῶν, ἀναπνέω πάλιν, Ξεν. Οἰκ. 11. 5.

French (Bailly abrégé)

impf. ἀνέκυπτον, f. ἀνακύψω, ao. ἀνέκυψα, pf. ἀνακέκυφα;
1 lever la tête;
2 particul. lever la tête hors de l’eau ; émerger;
3 fig. reprendre du souffle, se remettre d’un effort, d’une fatigue.
Étymologie: ἀνά, κύπτω.

Spanish (DGE)

I en sent. físico
1 sacar, levantar la cabeza κἀγκύψας ἔχε y mantén la cabeza bien alta Ar.Th.236, ἀνακύφας ἐρυγεῖν Thphr.Char.11.3, ἐκ τῆς θαλάττης Pl.Phd.109d, μέχρι τοῦ αὐχένος Pl.Tht.171d, cf. Phdr.249c
de un caballo ἀνακεκυφώς X.Eq.7.10, cf. Men.Dysc.537.
2 echar el cuello o la cabeza hacia atrás para beber ἀνακύπτειν πινούσας Arist.HA 613a13, para contemplar algo por encima de la cabeza πρὸς αὐτὸν τὸν Δί' ἀνακεκύφαμεν E.Cyc.212, ἐν ὀροφῇ ποικίλματα θεώμενος ἀνακύπτων Pl.R.529b, ἀνακύψας δ' οὖν μετ' ὀλίγον τὸν βουβῶνα ... εἶδεν I.AI 19.346, ἀνακύπτειν τε καὶ πρὸς τὸ πᾶν ἀποβλέπειν Luc.Icar.4, ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλάς Eu.Luc.21.28.
3 echar el cuerpo hacia atrás en gimnasia para hacer flexiones ἐπικύπτειν καὶ ἀνακύπτειν συνεχῶς Gal.6.146.
II fig.
1 asomarse, dejarse ver παρὰ τοὺς ἰχθῦς ἀνέκυψεν se presentó en el mercado de pescado Ar.Ra.1068.
2 de pers. levantar la cabeza, salir a flote, resurgir de las dificultades, abs. Anacr.65.2, X.Oec.11.5, (δῆμος) ἐλευθερωθεὶς ἀνέκυψε Hdt.5.91, ἐπειδὴ δι' Ἀπολλώνιον οὐ δυνάμεθ' ἀνακύψαι PCair.Zen.160.5 (III a.C.), οὐκ ἔστι ἀνακύψαι ... ὑπὸ τῆς αἰσχύνης UPZ 70.23 (II a.C.) ἡ ... πόλις, ὥσπερ ναῦς κουφισθεῖσα, ἀνακύψει D.Chr.13.35, ἀπὸ τῶν μυχῶν τοῦ σώματος ... ἀνακύπτειν Porph.Marc.6, ἀνακύψαντες ἐκ τοῦ δέους I.BI 6.401
en gener. de cosas surgir, salir ὅτι ἐξ αὐτῶν καλόν τι ἀνακύψοιτο τῶν ἐρωτημάτων Pl.Euthd.302a, τὰς ἀνακυπτούσας ... χρείας Ascl.Tact.11.7, cf. Cod.Iust.1.2.17, ὡς ἀνακύπτειν τὰς Σικελικὰς καὶ Συβαριτικὰς καὶ Ἰταλικὰς τραπέζας como para que se realcen las mesas sicilianas, sibaritas e italianas Ath.25e.

English (Strong)

from ἀνά (in the sense of reversal) and κύπτω; to unbend, i.e. rise; figuratively, be elated: lift up, look up.

English (Thayer)

1st aorist ἀνεκυψα; to raise or lift oneself up;
a. one's body: Xenophon, de re equ. 7,10, elsewhere; the Sept. to be elated, exalted: Xenophon, oec. 11,5; Josephus, b. j. 6,8, 5, elsewhere).

Greek Monolingual

ἀνακύπτω) κύπτω
1. παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι ξαφνικά
2. ακολουθώ σαν αποτέλεσμα, προκύπτω
νεοελλ.
συνέρχομαι από κάποια συμφορά, αναλαμβάνω, ανακτώ τις δυνάμεις μου (σωματικές ή ψυχικές)
αρχ.
1. σηκώνω ψηλά ή κλίνω προς τα πίσω το κεφάλι
2. ανέρχομαι στην επιφάνεια υγρού, αναδύομαι
3. βγαίνω από δύσκολη θέση, απαλλάσσομαι από τις δυσκολίες.

Greek Monotonic

ἀνακύπτω: μέλ. -κύψομαι ή -ψω· αόρ. αʹ ἀνέκυψα· παρακ. ἀνακέκῡφα·
I. ανασηκώνω το κεφάλι, σε Ηρόδ.· ἀνακεκυφώς, με το κεφάλι ψηλά, λέγεται για άλογο, σε Ξεν.
II. αναδύομαι από το νερό, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, σε Αριστοφ., Πλάτ.· μεταφ., προκύπτω, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνακύπτω: Arph. тж. ἀγκύπτω
1) подниматься над поверхностью, высовываться (ἐκ τῆς θαλάσσης, μέχρι τοῦ αὐχένος Plat.): ἀνακύψαι εἴς τι Plat. подняться до чего-л.;
2) (высоко) поднимать голову (ἐλευθερωθεὶς ἀνέκυψε, sc. ὁ δῆμος Her.; πρὸς τὸν Δία Eur.; ἵππος ἀνακεκυφώς Xen.): θεώμενός τι ἀνακύπτων Plat. заглядевшийся на что-л. закинувши голову;
3) возникать, появляться, обнаруживаться (παρά τινι Arph. и ἔν τινι Plut.): ᾔδη ὅτι ἐξ αὐτῶν καλόν τι ἀνακύψοι Plat. я предвидел, что из этого выйдет нечто хорошее;
4) выходить из трудного положения, приходить в себя, оправляться: ἀνέκυψα ἀκούσας, ὅτι … Xen. я воспрянул духом, услышав, что …; τὰ τῶν Καρχηδονίων ἀνέκυψε Polyb. дела карфагенян поправились.

Middle Liddell


I. to lift up the head, Hdt.; ἀνακεκυφώς with the head high, of a horse, Xen.
II. to come up out of the water, pop up, Ar., Plat.: metaph. to emerge, Plat.