Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναδύομαι

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀναδύομαι Medium diacritics: ἀναδύομαι Low diacritics: αναδύομαι Capitals: ΑΝΑΔΥΟΜΑΙ
Transliteration A: anadýomai Transliteration B: anadyomai Transliteration C: anadyomai Beta Code: a)nadu/omai

English (LSJ)

Ep. 3sg. ἀνδύεται [ῠ] Il.13.225: fut. -δύσομαι [ῡ]: aor. ἀνεδῡσάμην, Ep. 3sg. -ατο or -ετο: aor. intr. ἀνέδῡν, subj. ἀναδύῃ or opt. ἀναδύη [ῡ] Od.9.377: pf. ἀναδέδῡκα: (v. δύω):—

   A come up, rise, esp. from the sea, c. gen., ἀνέδυ πολιῆς ἁλὸς ἠΰτ' ὀμίχλη Il.1.359; ἀνεδύσατο λίμνης Od.5.337: c. acc., ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης Il.1.496: abs., εἴπερ ἀναδύσει πάλιν Ar.Ra.1460; Ἀφροδίτη ἀναδυομένη, a famous picture by Apelles, Str.14.2.19, Plin.HN35.91, cf. AP12.207 (Strat.).    II shrink back, withdraw, Od.9.377; ἀναδῦναι ἂψ λαῶν ἐς ὅμιλον Il.7.217; hesitate, shirk, ἕτοιμός εἰμ' ἔγωγε, κοὐκ ἀναδύομαι, δάκνειν Ar.Ra.860, cf. Lys.16.15, X.Smp.5.2, D.8.50, 19.210, Men.Epit.205; of rivers, fail, Plu.Thes.15.    2 rarely c. acc., draw back from, shun, ἀνδύεται πόλεμον Il.13.225, cf. D.H.5.52; ἀναδύεσθαι τὰ ὡμολογημένα back out of one's admissions, Pl.Tht. 145c.

German (Pape)

[Seite 187] fut. ἀναδύσομαι, aor. ἀνέδυν, perf. ἀναδέδακα (s. δύω), 1) hervortauchen aus der Tiefe, ἁλός Il. 1, 359; ἀνεδύσετο λίμνης Od. 5, 337; κρήνης Ap. Rh. 1, 1128; mit dem acc., ἥ γ' ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης Il. 1, 496; gew. ohne Casus; bes. vom Aufgehen der Sonne, die aus dem Meere aufzutauchen scheint; Ἀφροδίτη ἀναδυομένη, die aus dem Meere steigende, ein Gemälde des Apelles. – 2) sich zurückziehen, zurücktreten, ἐς ὅμιλον Il. 7, 217; μή τις ἀναδύη Od. 9, 377; ἀνδύεται πόλεμον, er meidet den Kampf, Il. 13, 225; gew. abs., Xen. conv. 5, 2; Lys. 16, 15; ἐὰν δέῃ τι ποιεῖν, ἀναδυόμενοι Dem. 8, 77, u. öfter; neben μέλλω, zaudern, Ep. 1; τὴν ἔξοδον, die Expedition vermeiden, Pol. 4, 7, 6; – c. inf., δάκνειν οὐκ ἀναδ., neben ἕτοιμός εἰμι, Ar. Ran. 859. – Dah. μὴ ἀναδύου τὰ ὡμολογημένα, nimm dein Zugeständniß nicht zurück, Plat. Theaet. 145 c. – Von Flüssen, zurücktreten, Plut. Thes. 15.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναδύομαι: Ἐπ. γ΄ ἑν. ἀναδύεται [ῠ]: μέλλ. -δύσομαι [ῡ]: ἀόρ. ἀνεδῡσάμην, Ἐπ. γ΄ ἑν. -ατο ἢ -ετο: ἀποθ. μετὰ ἐνεργ. ἀορ. ἀνέδῡν, ὑποτακτ. ἀναδύῃ ἢ εὐκτ. ἀναδύη [ῡ] Ὀδ. Ι. 377, ἀπαρ. ἀναδῦν, κατ’ ἀποκοπ. ἀντὶ τοῦ ἀναδῦναι, ὑποδειχθὲν ὑπὸ τοῦ Δινδορφ. πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀνιδεῖν ἐν Αἰσχύλ. Χο. 807: πρκμ. ἀναδέδῡκα (ἴδε δύω), ἀνέρχομαι, ἀναβαίνω, ἰδίως ἐκ τῆς θαλάσσης, μετὰ γεν., ἀνέδυ πολιῆς ἀλὸς ἠΰτ’ ὀμίχλη Ἰλ. Α. 359· ἀνεδύσατο λίμνης Ὀδ. Ε. 337· ὡσαύτως μετ’ αἰτ., ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης Ἰλ. Α. 496: ἀπολ., εἴπερ ἀναδύσει πάλιν Ἀριστοφ. Βάτρ. 1460· οὕτως, Ἀφροδίτη ἀναδυομένη, περίφημος εἰκὼν τοῦ Ἀπελλοῦ, Πλίν. 35. 36, 15. 2) ἐπὶ ποταμῶν, οἵτινες ἐξηφανίσθησαν ἐντὸς τῆς γῆς, ἀναφαίνομαι, ἀνέρχομαι πάλιν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 2, 24. ΙΙ. ὀπισθοχωρῶ, ἀποσύρομαι, ὑποχωρῶ, Ὀδ. Ι. 377· ἀναδῦναι ἂψ λαῶν ἐς ὅμιλον Ἰλ. Η 217· ὑποστρέφω, ἀποσύρομαι ὀπίσω, ἀποδειλιῶ, Λατ. tergiversari, ἕτοιμός εἰμ’ ἔγωγε, κοὐκ ἀναδύομαι, δάκνειν Ἀριστοφ. Βάτρ. 860, πρβλ. Ξεν. Συμπ. 5. 5. Δημ. 102. 12., 109. 12., 406. 20: - ἐπὶ πηγῶν = ἐκλείπω, Πλουτ. Θησ. 15. 2) σπαν. μετ’ αἰτ., ἀποσύρομαι, ἀποφεύγω, ἀναδύεται πόλεμον Ἰλ. Ν. 225· κατὰ μίμησιν τοῦ ὁποίου ὁ Πλάτων ἔχει, ἀλλὰ μὴ ἀναδύου τὰ ὡμολογημένα, μὴ προσπάθει ν’ ἀποφύγῃς τὰ ὡμολογημένα, Θεαίτ. 145C, πρβλ. Εὐθύδ. 302Ε.

French (Bailly abrégé)

ao.2 ἀνέδυν, pf. ἀναδέδυκα;
1 (ἀνά, en haut) se lever hors de, surgir : ἁλός IL du sein de la mer ; avec acc. ἡ δ’ ἀνεδύσατο κῦμα θαλάσσης IL elle s’éleva sur les flots de la mer;
2 (ἀνά, en arrière) se dérober (litt. se plonger) : ἐς ὅμιλον IL rentrer dans la foule des guerriers ; avec acc. ἀν. πόλεμον IL reculer devant un combat ; abs. reculer : οὗ σεμνότητος ἔργον ἀνδυώμεθα EUR là où la fierté sera de mise, retirons-nous pudiquement, càd réservons notre pudeur pour les cas où la retenue sera à sa place ; refuser.
Étymologie: ἀνά, δύομαι.

English (Autenrieth)

(δύω), aor. 2 ἀνέδῦν, opt. ἀναδύη (vulg., -δύῃ), inf. ἀναδῦναι, mid. aor. ἀνεδύσετο: (1) emerge; ἁλός, ‘from the sea,’ Il. 1.359, λίμνης, Od. 5.337; with acc., κῦμα θαλάσσης, ‘arose to the wave,’ surface, Il. 1.496.—(2) draw back; abs., Od. 9.377, ἐς ὅμῖλον, Il. 7.217; trans., πόλεμον, ‘back out of,’ Il. 13.225.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ép. ἀνδ- Il.13.225

• Morfología: [pres. solo v. med.; fut. ἀναδύσομαι (-ῡ-) Ar.Ra.1460; aor. ind. ἀνέδυν, Il.1.359, ép. ἀνεδύσετο (-ῡ-) Od.5.337, tb. -σατο Nonn.D.9.158, opt. ἀναδύη Od.9.377, imper. ἀνάδυ (ῠ) Archil.211.2, part. sg. gen. ἀναδύντος Iust.Phil.Dial.88.3, inf. ἀναδῦσαι Ath.Al.M.28.753C]
A intr. en v. med. y aor. rad.
I 1emerger, surgir del agua, c. gen. ἀνέδυ πολιῆς ἁλός emergió del blanquecino mar, Il.1.359, ἀνεδύσετο λίμνης Od.5.337
c. ἐκ o ἀπό y gen. ἐκ βυθοῦ νῆσον ἀναδῦναι Plu.2.399d, ἀναδύντος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὕδατος ref. al bautismo de Jesús, Iust.Phil.Dial.88.3
c. ac. ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης surgió de la ola del mar, Il.1.496
abs. ἡ ἀναδυομένη Ἀφροδίτη Afrodita Anadiomene e.d. surgiendo de las aguas pintura de Apeles, Str.14.2.19, cf. AP 12.207 (Strat.), Plin.HN 35.91, ὥσπερ ἑρπετὰ πρὸς ἥλιον σαλευόμενα ... καὶ ἀναδυόμενα Plu.2.714e
subir, surgir de la tierra, c. gen. αὐχμηρῶν πεδίον ἀναδύντα (Iarbas) Lyr.Adesp.67(b).15
c. ἀπό y gen. τοὺς ... ἀποθανόντας ... ἀπὸ τῆς γῆς ἀναδύντας ref. a la resurrección, Cels. en Origenes Cels.5.14
abs. εἴπερ ἀναδύσει πάλιν si quieres volver a la vida (subir desde el Hades a la tierra), Ar.Ra.1460
fig. recobrarse de una enfermedad, ref. al estado de pecado, Ath.Al.M.26.465C.
2 fig. cobrar valor Archil.l.c.
II 1retroceder, retirarse ἀναδῦναι ἂψ λαῶν ἐς ὅμιλον Il.7.217, μή τίς μοι ὑποδείσας ἀναδύη Od.9.377
ref. a ríos desecarse ἀνέδυσαν οἱ ποταμοί Plu.Thes.15
ref. a enfermedades recaer Origenes Princ.3.1.13 (p.218.2).
2 vacilar, echarse para atrás ἐὰν δὲ δέῃ τι ποιεῖν ἀναδυόμενοι D.8.77, ἕτοιμός εἰμ' ἔγωγε, κοὐκ ἀναδύομαι Ar.Ra.860, cf. Lys.16.15, D.8.50, 19.210, X.Smp.5.2, Men.Epit.422, Chrys.M.60.540.
B tr.
I en las mismas formas verbales
1 rehuir, eludir οὔτε τις ... ἀνδύεται πόλεμον κακόν Il.13.225, cf. D.H.5.52, μὴ ἀναδύου τὰ ὡμολογημένα no te retractes de lo previamente acordado Pl.Tht.145c, cf. Origenes Io.28.23, τὴν ἔξοδον Plb.4.7.6, τὴν πρᾶξιν Procop.Pers.2.5.30, δουλείαν Procop.Goth.1.8.14, σωματικὰς χρείας PLeit.5.47 (II a.C.).
2 fig. vestirse Mac.Magn.Apocr.2.7 (p.6).
II en aor. sigmático
1 alzar, sacar hacia arriba en el bautismo τὸ παιδίον ... ἀναδῦσαι Ath.Al.M.28.753C.
2 fig. recuperar, recobrar ἀρχαίην παλίνορσος ἑὴν ἀνεδύσατο μορφήν Nonn.D.9.158.

Greek Monolingual

ἀναδύομαι)
ανέρχομαι στην επιφάνεια του νερού
νεοελλ.
παρουσιάζομαι ξαφνικά, ξεπροβάλλω, ξεφυτρώνω
αρχ.
1. οπισθοχωρώ, υποχωρώ, αποσύρομαι
2. κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι, διστάζω, αποφεύγω
3. (για ποταμούς) εκλείπω, αφανίζομαι
4. εγκαταλείπω, απαρνούμαι, αναιρώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + δύομαι.
ΠΑΡ. ανάδυσις μσν. ἀναδυσμός.

Greek Monotonic

ἀναδύομαι: Επικ. γʹ ενικ. ἀνδύεται [ῠ], μέλ. -δύσομαι [ῡ]· αόρ. αʹ ἀνεδῡσάμην, Επικ. γʹ ενικ. -ατο ή -ετο· αποθ. με Ενεργ. αορ. βʹ ἀνέδῡν, γʹ ενικ. υποτ. ἀναδύῃ ή ευκτ. ἀναδύη [ῡ], απαρ. ἀναδῦναι, παρακ. ἀναδέδῡκα·
I. ανέρχομαι, σηκώνομαι, εμφανίζομαι από τη θάλασσα, με γεν., σε Όμηρ.· ομοίως με αιτ., ἀνεδύσατο κῦμα θαλάσσης, σε Ομήρ. Ιλ.
II. αποσύρομαι, αποχωρώ, οπισθοχωρώ, σε Όμηρ.· συστέλλομαι, διστάζω, σε Αριστοφ.· λέγεται για πηγές, εκλείπω, σε Πλούτ.
2. με αιτ. αποσύρομαι, αποφεύγω, πόλεμον, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναδύομαι: поэт. тж. ἀνδυομαι (fut. ἀναδύσομαι с ῡ, aor. 1 ἀνεδῡσάμην, aor. 2 ἀνέδῡν)
1) выходить (из глубины), подниматься (на поверхность), всплывать, выныривать (ἁλός, κῦμα θαλάσσης Hom.; ἐκ τοῦ βυθοῦ Arst., Plut.): Ἀφροδίτη ἀναδυομένη Plin. Афродита, выходящая из воды (картина Апеллеса); ὅπου ἂν ἐγὼ κρούσω τῷ ποδὶ τὴν γῆν, ἀναδύσονται δυνάμεις Plut. где я топну ногой, появятся войска (слова Помпея);
2) отступать вглубь, укрываться, прятаться (ἐς ὅμιλον Hom.; ἐξ ἀγορᾶς Plut.): ἀνέδυσαν οἱ ποταμοί Plut. реки иссякли;
3) увертываться, уклоняться, избегать (πόλεμον Hom.; ἔξοδον Polyb.): δεδοικὼς καὶ ἀναδυόμενος Plut. будучи охвачен страхом и (всячески) увиливая; ἀ. τὰ ὡμολογημένα Plat. отрекаться от признанного.