Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμέλγω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀμέλγω Medium diacritics: ἀμέλγω Low diacritics: αμέλγω Capitals: ΑΜΕΛΓΩ
Transliteration A: amélgō Transliteration B: amelgō Transliteration C: amelgo Beta Code: a)me/lgw

English (LSJ)

[ᾰ], fut.

   A -ξω Theoc.23.25, milk, with acc. of animals milked, μῆλα . . ὅσσ' ἤμελγε Od.9.238; ἤμελγεν ὄϊς καὶ μηκάδας αῖγας ib. 244; βόας Theoc.4.3: metaph., ἀμέλγεις τοὺς ξένους you drain them of all they have, Ar.Eq.326: prov., ἀ. τὸν τράγον, of wasted labour, Plb.33.21.1, Luc.Demon.28:—Med., ἀ. χροὸς αἷμα Nic.Al.506: metaph., ἐκ Σαπφοῦς τόδ' ἀμελγόμενος μέλι τοι φέρω Lyr.Adesp. 62.    2 such up moisture, of the sun, Nonn.D.2.500.    II c.acc., of milk, ἀ. γάλα Hdt.4.2:—Pass., ὄϊες . . ἀμελγόμεναι γάλαλευκόν milch-ewes, Il.4.434; γάλα πολὺ ἀ. Arist.HA523a7, cf. 522a15; νέκταρ ἀμέλγονται Ion Eleg.1:—Med., let such, Opp.C.1.437.    2 metaph., squeeze out like milk, press out, ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἄμελξε γάνος AP9.645 (Maced.); δάκρυ ἠλέκτροιο D.P.293.    III drink, αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμέλξω Theoc.23.25, cf. Bion 1.48, Nonn.D. 12.321:—Med., ib.12.320, al. (ἀ- euph., cf. mulgeo, milk.)

German (Pape)

[Seite 121] (mulgere), melken, Hom. fünfmal, Od. 9, 238 μῆλα, πάντα μάλ' ὅσσ' ἤμελγε, 244. 341 ἑζόμενος δ' ἤμελγεν ὄις καὶ μηκάδας αἶγας, 308 ἤμελγε κλυτὰ μῆλα; Iliad. 4, 434 ὄιες ἀμελγόμεναι γάλα λευκόν; – μόσχους Eur. Cycl. 388; Theocr. 11, 75; γάλα Her. 4, 2. – Med., saugen lassen, Opp. C. 1, 437. – Uebh. vom Auspressen, Aussaugen flüssiger Dinge, bei Sp. D.; φάρμακον ἀμέλξω Theocr. 23, 25; φίλτρον Bion. 1. 48; vom Wein νέκταρ ὀπώρης ἀμ. Nonn. 12, 320; vgl. Maced. 32 (IX, 645); νέκταρ ἀμέλγονται Ion bei Ath. X, 447 d; ἰκμάδα λειριόεσσαν ἀμ., das zarte Naß lecken, Nonn. 26, 196; vom Blutegel, saugen, Nic. Al. 506; von Bienen Nonn. 5, 246; auch der Mond, πῦρ ἠελίοιο ἀμ., Nonn. 5, 166. – Uebertr., wie unser aussaugen, ξένους καρπίμους Ar. Equ. 326.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμέλγω: [ᾰ]: μέλλ. -ξω, = ἀρμέγω, μετ’ αἰτ. τοῦ ἀμελγομένου ζῴου, μῆλα..., ὅσσ’ ἤμελγε Ὀδ. Ι. 238· ἤμελγεν ὄϊς καὶ μηκάδας αἶγας αὐτόθι 244: βόας Θεόκρ. 4. 3: - Μέσ. μετὰ μεταφ. σημασίας ἀμέλγεσθαι τοὺς ξένους, λαμβάνω ὅ,τι ἔχουν, τοὺς γυμνώνω, κοινῶς: «τοὺς ἀρμέγω», Ἀριστοφ. Ἱππ. 325· ἀμ. χροὸς αἷμα Νικ. Ἀλεξιφ. 506. ΙΙ μετ’ αἰτ. τοῦ ἀμελγομένου ἐκ τῶν ζῴων γάλακτος, ἀμ. γάλα Ἡρόδ. 4. 2· καὶ κατὰ παθ., ὄϊες... ἀμελγόμεναι γάλα λευκὸν Ἰλ. Δ. 434· γάλα πολὺ ἀμ. Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 3. 21, 6, πρβλ. 20, 10· νέκταρ ἀμέλγονται Ἴων 1 Bgk.: - Μέσ. ἐπιτρέπω νὰ θηλάσῃ Ὀππ. Κ. 1. 437. 2) μεταφ. ἐκθλίβω τι ὡς γάλα, ἐξάγω· ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἔμελξε γάνος Ἀνθολ. Π. 9. 645· δάκρυ ἠλέκτροιο Διον. Π. 293. ΙΙΙ. πίνω «βυζαχτά», αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμέλξω Θεόκρ. 23. 25: -πρβλ. Βίωνα 1. 48, καὶ συχν. παρὰ Νόνν. (Ἐκ √ΜΕΛΓ, μετὰ προθεματ. α παράγεται καὶ τὸ ἀμολγεύς, κτλ. πρβλ. Λατ. mulctra, κτλ.: Παλαιοσκανδιν. milk-ja, Παλ. Ὑψ. Γερμ. milch-u, Λιθ. mélz-u, (mulgeo). Ἡ√ΜΕΡΓ (ἴδε ἀμέργω) εἶναι συγγενής· ἀλλὰ ὁ ἔχων τὸ Λ τύπος περιορίζεται εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη: πρβλ. τὸ τῆς λαλουμένης «ἀρμέγω». Τὸ Λατ. mulceo ὁ Κούρτιος τὸ ἀνάγει εἰς ἄλλην ῥίζαν.

French (Bailly abrégé)

impf. ἤμελγον, f. ἀμέλξω, ao. ἤμελξα, pf. inus.
Pass. f. et ao. inus., pf. ἤμελγμαι;
1 traire : μῆλα, ὄϊς des brebis ; βόας des vaches ; γάλα du lait ; ὄϊες ἀμελγόμεναι γάλα IL brebis dont on trait le lait;
2 sucer, boire, acc..
Étymologie: ἀ- prosth., R. Μελγ traire ; cf. lat. mulgeo, all. Milch, angl. milk.

English (Autenrieth)

only pr. and ipf.: milk; pass., ἀμελγόμεναι γάλα λευκόν, ‘yielding,’ Il. 4.434.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [dór. 2.a sg. pres. ἀμέλγες Theoc.4.3]
I v. act. ordeñar c. ac. del animal μῆλα Od.9.308, cf. 238, ὄϊς καὶ ... αἶγας Od.9.244, μόσχους E.Cyc.389, αἶγας Theoc.5.84, ὄνους πεντακοσίας D.C.Epit.Xiph.62.28.1, πάσας (las vacas), Theoc.4.3, prov. τὸν τράγον ἀ. perder el tiempo Plb.33.21.1, Luc.Demon.28
c. ac. int. γάλα Hdt.4.2, Theoc.11.65, tb. fig. ἐκ στόματος ζαθέοιο σοφὸν γάλα πιστὸν ἀμέλγων (José de Arimatea de Cristo), Nonn.Par.Eu.Io.19.38
abs. σφῶν τε αὐτῶν χρώμεθα (a los animales) καὶ βλίττομεν καὶ ἀμέλγομεν Anaxag.B 21b, en v. pas. χλιεροῦ ἄρτι ἠμελγμένου πινέτω τὴν μοίρην que beba la parte de (leche) caliente recién ordeñada Hp.Nat.Mul.15, (τῶν ... προβάτων) παρέχει ἡμῖν αὑτὰ ... ἀμελχθησόμενα (del ganado) se presta a que lo ordeñemos Arr.Epict.2.20.11.
II fig.
1 c. ac. de pers. explotar, exprimir τῶν ξένων τοὺς καρπίμους Ar.Eq.326, ἦ οὐχ ὥσπερ γάλα με ἤμελξας, ἐτύρωσας δέ με ἴσα τυρῷ; LXX Ib.10.10, παρέχειν ... ἀμελχθησομένους αὐτούς de pers. engañadas por los estoicos, Arr.Epict.2.20.12.
2 c. ac. de cosa ordeñar, extraer ἔαρος κερῶν μέλι πολλὸν ἀμέλξας en la primavera habiendo extraído mucha miel de los panales, AP 6.239 (Apollonid.), ἐκ βοτρύων ... γάνος AP 9.645 (Maced.), en v. med. δάκρυ' ἀμέλγονται χρυσαυγέος ἠλέκτροιο D.P.293, de las sanguijuelas ἀμελγόμεναι χροὸς αἷμα Nic.Al.506.
3 libar, beber ἢν ὅλον αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμέλξω Theoc.23.25, βλοσυραῖς γενύεσσι ποτὸν βακχεῖον ἀμέλξας de una serpiente, Nonn.D.12.321, en v. med. νέκταρ ἀμέλγονται Io El.1.9
de los besos τὸ δέ σευ γλυκὺ φίλτρον ἀμέλξω Bio 1.48
del sol a la humedad, Nonn.D.2.500
en v. pas. ἐκ Σαπφῶς τόδ' ἀμελγόμενος μέλι τοι φέρω Lyr.Adesp.61.
4 aprovechar ὕπνον ἀμέλγων aprovechando la hora del sueño (cf. ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ Il.11.173) Apoll.Met.Ps.4.8.
III usos esp. de la v. med.
1 dar (leche) (ὄϊες) ἀμελγόμεναι γάλα Il.4.434, τὰ μηρυκάζοντα γάλα ... ἀμέλγεται Arist.HA 523a7, ἀμέλγεται γὰρ μῆνας ὀκτώ Arist.HA 523a5.
2 amamantar μήποτ' ἀμέλγεσθαι σκύλακας ... μαζῷ αἰγῶν no amamantes a los cachorros en las ubres de las cabras Opp.C.1.437.

• Etimología: Cf. ai. r̥jati ‘limpiar’, lat. mulgeo, aaa. melchan, lituan. melžù ‘ordeñar’.

Greek Monolingual

ἀμέλγω (Α)
(ενεργ. και μέσ. στις ίδιες σημασίες)
1. τραβώ το γάλα από τους μαστούς, αρμέγω
2. απομυζώ, γυμνώνω, εκμεταλλεύομαι κάποιον
3. πίνω βυζαχτά, εκμυζώ, ρουφώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος ρηματικός τ. με συχνή χρήση, γνωστός ήδη από τον Όμηρο. Ετυμολογικά η λ. ανάγεται σε ΙΕ ρ. melg- (απαθής βαθμίδα), mlg- (συνεσταλμένη βαθμίδα) «σκουπίζω, απομάσσω». Χαρακτηριστικό είναι ότι η παραπάνω ρίζα απαντά στις επιμέρους ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και με τη σημασία «αρμέγω». Με τη ρ. αυτή συνδέονται επίσης και τα: αρχ. γερμ. melchan, αγγλοσαξ. melcan, λατ. mulgeō «αρμέγω» κ.λπ. Σ’ αυτή την οικογένεια λέξεων πρέπει να συμπεριληφθεί επίσης και το αρχ. ινδ. mārz-mi, mŗj-anti «σκουπίζω, απομάσσω», με το οποίο συνδέονται και τα ρήματα: ὀμόργημι «αντομάσσω, σκουπίζω, στεγνώνω» και ἀμέργω «δρέπω, κόβω». Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται συνήθως δεκτό ότι σε κάποια πρώιμη φάση οι παραπάνω τ. πρέπει να ήταν συνώνυμοι και μόνον αργότερα διαφοροποιήθηκαν σημασιολογικά.
ΠΑΡ. ἀμελκτήρ, ἄμελξις
αρχ.
ἀμολγεύς, ἀμολγός
νεοελλ.
ἄμελγμα, ἀμελκτικός].

Greek Monotonic

ἀμέλγω: [ᾰ], μέλ. -ξω,
I.αρμέγω πρόβατα και κατσίκες· βόας, σε Θεόκρ. — Μέσ. με μεταφ. σημασία, ἀμέλγεσθαι τοὺς ξένους, παίρνω ό,τι έχουν, τους απογυμνώνω, σε Αριστοφ.
II. μεταγγίζω γάλα από τα ζώα, ἁμ. γάλα, σε Ηρόδ. — Παθ., ὄϊες ἀμελγόμεναι γάλα, έχοντας τραβήξει γάλα απ' αυτές, γαλακτερές προβατίνες, σε Ομήρ. Ιλ.
2. μεταφ., απομυζώ όπως το γάλα, εξάγω, ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἄμελξε γόνος, σε Ανθ.
III. πίνω, σε Θεόκρ. (από τη √ΜΕΛΓ, με το α ως πρόθεμα, προέρχεται επίσης και το ἀμ-μολγεύς· πρβλ. Λατ. MULG-eo).

Russian (Dvoretsky)

ἀμέλγω:
1) доить (μῆλα, αἶγας Hom.; μόσχους Eur.; βόας Theocr.; перен. med. ξένους καρπίμους Arph.): ὄϊες ἀμελγόμεναι γάλα Hom. овцы, из которых выдаивают молоко;
2) выдаивать (τὸ γάλα Her.; γάλα πολύ Arst.);
3) выдавливать, выжимать (γάνος ἐκ βοτρύων Anth.);
4) высасывать, выпивать (τὸ φάρμακον Theocr.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: milk (Il.).
Compounds: ἱππ-ημολγοί "Stutenmelker", name of Scythian and other nomads (Ν 5, Hes.). - plant name ἀμελξίνη (Ps.-Dsc.) s. Strömberg Pflanzennamen 160 (who compares ἀμερσίνη and ἑλξίνη).
Derivatives: ἀμολγός (s.v.), ἀμολγή (Hdn.).
Origin: IE [Indo-European] [722] *h₂melǵ- milk
Etymology: Old verb, found also in OHG melchan, OE melcan, Alb. mjel, Toch. A mālkant (ptc.), Lith. mélžu (the acute due to the following *g,́ Winter's Law, not to long ē), zero grade OCS mlъzǫ, MIr. bligim; Lat. mulgeo can be zero grade or o-vocalism. - Not here Skt. mā́rj-mi, mr̥j-ánti `wipe off (see ὀμόργνυμι).

Middle Liddell

[From Root !μελγ, with α prefixed, comes also ἀμολγεύς; cf. Lat. mulg_eo.]
I. to milk sheep and goats; βόας Theocr.: —Mid., in metaph. sense, ἀμέλγεσθαι τοὺς ξένους to milk them dry, Ar.
II. to draw milk from the animals, ἀμ. γάλα Hdt.; Pass., ὄϊες ἀμελγόμεναι γάλα having milk drawn from them, milch-ewes, Il.
2. metaph. to squeeze out like milk, to press out, ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἄμελξε γάνος Anth.
III. to drink, Theocr.