Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξάγω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐξάγω Medium diacritics: ἐξάγω Low diacritics: εξάγω Capitals: ΕΞΑΓΩ
Transliteration A: exágō Transliteration B: exagō Transliteration C: eksago Beta Code: e)ca/gw

English (LSJ)

pf.

   A -ῆχα D.42.19, -αγήγοχα PHib.1.34.10 (iii B. C.):—lead out, lead away:    I of persons, mostly c. gen. loci, μεγάροιο, πόγηος, ὁμίλου, Od.22.458, 23.372, Il.5.353; μάχης ib.35: with ἐκ .., Od.8.106, 20.21; ἐ. ἐκ τῆς χώρης Hdt.4.148, al.; Ἄργεος ἐξαγαγόντες having brought her out from Argos, Il.13.379; bring out of prison, release, PHib.1.34.4, al. (iii B.C.), Act.Ap.16.39; bring forth into the world, τόν γε . . Εἰλείθυια ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε Il.16.188; νεοττούς lead out of the nest, Arist.HA613b12; ἐ. Λυδοὺς ἐς μάχην Hdt.1.79, etc.; ἐπὶ θήραν τινά Ar.Fr.2 D., cf. X.Cyr.1.4.14; lead out to execution, Hdt.5.38, X.An.1.6.10, etc.: c. acc. cogn., με τήνδε τὴν ὁδὸν . . ἐξήγαγε S.OC98.    b seemingly intr., march out (sc. στρατόν), X.HG 4.5.14, 5.4.38, etc.: generally, go out, ὡς εἰς θήραν Id.Cyr.2.4.18; εἰς προνομάς ib.6.1.24: once in Hom., τύμβον . . ἕνα χεύομεν ἐξαγαγόντες let us go out and pile one tomb for all, Il.7.336 (Aristarch.); also, come to an end, οἱ μεγάλοι πόνοι συντόμως ἐ. soon pass away, Epicur.Fr.447, cf. M.Ant.7.33.    2 draw out from, release from, ἀχέων τινά Pi.P.3.51; ἐ. τινὰ ἐκ τοῦ ζῆν, i.e. put him to death, Plb. 23.16.13; ἑαυτὸν ἐκ τοῦ ζῆν commit suicide, Id.38.16.5; τοῦ ζῆν Plu.2.1076b; τοῦ σώματος Id.Comp.Demetr.Ant.6; simply ἐ. ἑαυτόν Chrysipp.Stoic.3.188, cf. Paul.Aeg.5.29; ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ Metrod.49.    3 eject a claimant from property (cf. ἐξαγωγή 11), D.30.4, 32.17, 44.32, etc.:—Pass., to be turned out, ὑπὸ τοῦ παιδοτρίβου Aeschin.Socr.37.    II of merchandise, etc., carry out, export, ῥῶπον χθονός A.Fr.263, cf. Ar.Eq.278, 282, etc.; εἴ τις ἐξαγαγὼν παῖδα ληφθείη exporting him as a slave, Lys.10.10, cf. 13.67:—Pass., And. 2.11, Th.6.31, X.Vect.3.2, etc.; τὰ -όμενα exports, Arist.Rh.1359b22; οὔτε γὰρ ἐξήγετο . . οὐδὲν οὔτ' εἰσήγετο D.18.145:—Med., X.Ath.2.3.    2 draw off water, Id.Oec.20.12 (Pass.), D.55.17; draw out, of perspiration, ὑπὸ τοῦ ἡλίου Hp.Aër.8 (Pass.); so, carry off by purgative medicines, ἕλμινθας Gp.12.26.1, cf. Dsc.2.152.2, Plu.2.134c, Aret.CA2.5: generally, get rid of, Thphr.HP5.6.3.    3 of building, draw or carry farther out, αἱμασιάν D.55.22:—Pass., ὁ περίβολος πανταχῇ ἐξήχθη τῆς πόλεως Th.1.93.    4 of expenses, ἐπὶ πλεῖστον ἐξάγεσθαι D.C.43.25.    III bring forth, produce, οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834; ᾠά hatch, Arist.HA564b8; call forth, excite, δάκρυ τινί E.Supp.770:—Med., γέλωτα ἐξαγαγέσθαι X.Cyr.2.2.15; μικρὰ ἆθλα πολλοὺς πόνους ἐξάγεται elicit, induce, Id.Hier.9.11.    IV lead on, carry away, excite, τινά E.Alc.1080, Supp.79; τινὰ ἐπ' οἶκτον Id.Ion361, cf. HF1212 (anap.); ἐς τοὺς κινδύνους Th.3.45; in bad sense, lead on, tempt, οὐδέ με οἶνος ἐ. ὥστε εἰπεῖν Thgn.414; ἐ. ἐπὶ τὰ πονηρότερα τὸν ὄχλον Th.6.89:—Med., E.HF775 (lyr.); εἰς τὸ διδόναι λόγον Plu.2.922f:—Pass., to be led on to do a thing, c.inf., ἐξήχθην ὀλοφύρασθαι Lys.2.61; ταῦτα . . ἐξήχθημεν εἰπεῖν Pl.R.572b, cf. X.An.1.8.21; ἃ μὲν ἄν τις ἐξαχθῇ πρᾶξαι D.21.41, cf. 74; εἰς ἅμιλλαν Plu.Sol.29: abs., to be carried away by passion, Din.1.15; ὑπὸ τοῦ θυμοῦ Paus.5.17.8, etc.; ἐξάγουσα ὀδύνη distracting pain, Herod. Med. ap. Orib.7.8.1.    2 lead away, [λόγον] εἰς ἄλλας ὑποθέσεις Plu. 2.42e; προβλήματα ἐ. εἰς ὀργανικὰς κατασκευάς reduce, Id.Marc.14 (also εἰς ἔργον πρόβλημα ibid.); ἐ. εἰς τὸ ἀνώτερον, Lat. altius repetere, Id.2.639e; πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον ἐξάγειν τοὔνομα express in Greek, Id.Num.13.    V exercise, τὴν ἀρχὴν οὐκέτι βασιλικῶς, ἀλλὰ τυραννικώτερον D.H.2.56, cf. IG22.1304.4, 14; carry out instructions, Michel 409.18 (Naxos, iii B.C.).    VI give directions in a will, ἐμαυτὸν οὕτως ἐξάγω Lyconap.D.L.5.72.    VII intr., pass one's life, D.S.3.43.

German (Pape)

[Seite 862] (s. ἄγω), 1) herausführen; Hom. immer von lebenden Wesen; κούρην, aus dem Zelte, Il. 1, 337; μάχης δ' ἐξήγαγε θοῦρον Ἄρηα 5, 35; Ἄργεος ἐξαγαγόντες 13, 379; τὸν Εἰλείθυια ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε 16, 188, sie brachte ihn ans Tageslicht heraus; ἔκ τινος, Od. 8, 106. So Folgde, Soph. O. C. 830; Ar. Ran. 352 u. in Prosa; ἐπὶ θήραν, auf die Jagd ausführen, Xen. Cyr. 1, 4, 14; τήνδε τὴν ὁδὸν ἐξήγαγέ με Soph. O. C. 98. Bes. das Heer, Soldaten aus dem Lager herausführen, ausrücken lassen, Xen. Cyr. 1, 3, 30 An. 1, 5, 17 u. oft; auch mit ausgelassenem acc., scheinbar intrans., ausrücken, wie Il. 7, 336 τύμβον χεύομεν ἐξαγαγόντες von Eust. erkl. wird, nachdem wir aus dem Lager ausgerückt sind; vgl. Xen. An. 6, 4, 36 Hell. 6, 5, 18; – Einen herausführen, um ihn zu tödten, Her. 6, 91; Xen. An. 1, 6, 10 Hell. 6, 4, 37; ἑαυτὸν τοῦ βίου, sich aus dem Leben herausführen, sich das Leben nehmen, Plut. X oratt. Isocr. p. 239; ἐκ τοῦ ζῆν Pol. 40, 3, 5 u. a. Sp.; ohne diesen Zusatz, Plut. Dem. et Ant. 6; νόσος αὐτοὺς ἐξήγαγεν, ließ sie sterben, Brut. 47. – Von leblosen Dingen, τὴν ὁδὸν στενωτέραν ποιήσας ἐξαγαγὼν ἔξω τὴν αἱμασιάν, indem er die Hecken hinausrückte, Dem. 35, 22; vgl. Thuc. 1, 43 μείζων γὰρ ὁ περίβολος πανταχῆ ἐξήχθη τῆς πόλεως. Vom Wasser, ableiten, Xen. Oec. 20, 12 Dem. 55, 18. Bei den Aerzten = vertreiben, z. B. ἕλ μινθας, Diosc.; abführen, purgiren, Plut. san. tu. p. 401. – 21 außer Landes führen, zum Verkauf; εἰς Κόρινθον ἐντευθενὶ ἀνδράποδον ἐξήγαγεν, ἐκεῖθενδὲ παιδίσκην ἀστῆς ἐξαγαγὼν ἁλίσκεται Lys. 13, 67; so auch von leblosen Dingen, σῖτον παρά τινος Dem. Lpt. 32; πολλὰ τάλαντα ἐκ τῆς πόλεως Thuc. 6, 31; Ar. Equ. 278. 282; μήτε ἐξαγομένων χρημάτων, μήτε εἰσαγομένων Plat. Legg. VIII, 847 b; auch A., bes. von Handelsgegenständen. – 3) hervorbringen, veranlassen; οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῖς λόγοι Soph. frg. 207; δάκρυ τινί, Einem Thränen entlocken, Eur. Suppl. 793; auch im med., μικρὰ ἆθλα πολλοὺς πόνους ἐξάγεται, kleine Belohnungen regen zu großen Anstrengungen an, Xen. Hier. 9, 11; γέλωτα ἐξάγεσθαι ἔκ τινος, Einen zum Lachen bringen, Cyr. 2, 2, 15. – Oft übertragen, bes. im pass., sich verleiten lassen, gew. mit tadelndem Nebenbegriff, über die Gränzen hinaus, fortreißen, οὐδέ με οἶνος ἐξάγει ὥστ' εἰπεῖν δεινὸν ἔπος περὶ σοῦ Theogn. 414; ἔρως τίς μ' ἐξάγει Eur. Alc. 1080; ἐπ' οἶκτον Ion 361; ἐπὶ τὰ πονηρότερα ἐξῆγον τὸν ὄχλον Thuc. 6, 89; ἐς κινδύνους 3, 45; ταῦτα ἐπὶ πλέον ἐξήχθημεν εἰπεῖν Plat. Rep. VII, 572 b; ἐὰν ἐξαχθῶ τι λέγειν Aesch. 1, 37; ταῦτα μὲν ἐξήχθην ὀλοφύρασθαι Lys. 2, 61; ἐξάγομαι γάρ, parenthetisch, Din. 1, 15, ich werde heftig, gerathe in Leidenschaft; auch Sp., τὰ ἀναλώματα ἐπὶ πλεῖστον ἐξηγμένα, gesteigert, D. C. 43, 25.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξάγω: μέλλ. -ξω, ἄγω ἔξω: Ι. ἐπὶ προσώπων, τὸ πλεῖστον μετὰ γεν. τόπου, πόληος, μεγάροιο, ὁμίλου, μάχης, κτλ., Ὅμ., ἰδίως ἐν Ἰλ.· ἢ μετὰ τῆς προθ. ἐκ..., ὡς ἐν Ὀδ. Θ. 106, Υ. 21· οὕτως, ἐξάξειν ἐκ χώρης Ἡρόδ. 4. 148 κ. ἀλλ.· Ἄργεος ἐξαγαγόντες, ἀγαγόντες ἐκ τοῦ Ἄργους, Ἰλ. 379· φέρω εἰς τὸν κόσμον, τόν γε μογοστόκος Εἰλείθυια ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε Ἰλ. Π. 188· ἐξ Λυδοὺς ἐς μάχην Ἡρόδ. 1. 79, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 6. 6, 36, κτλ.· ἄγω τινὰ ἔξω ἐπὶ θανάτῳ, ἐξαγαγόντες (τὸν Κώην) κατέλευσαν Ἡρόδ. 5. 38· εἶτα δὲ ἐξῆγον αὐτὸν οἷς προσετάχθη Ξεν. Ἀν. 1. 6, 10, κτλ.· ἐπὶ θήραν ὁ αὐτ. Κύρ. 1. 4, 14· μετὰ συστοίχ. αἰτιατ., τήνδε τὴν ὁδόν... ἐξήγαγέ με Σοφ. Ο. Κ. 96. β) κατὰ τὸ φαινόμενον ἀμεταβ., ἐξάγουσι (ἐξυπ. τὸν στρατὸν) Ξεν. Ἑλλ. 4. 5. 14., 5. 4, 38, κτλ., πρβλ. ἐξακτέον· καθόλου, ἐξέρχομαι, καὶ οὕτως ἐξάγει ὡς ἐπὶ θήραν παρεσκευασμένος ὁ αὐτ. Κύρ. 2. 4, 18· ἐξῆγεν ἀεὶ εἰς προνομὰς αὐτόθι 6. 1, 24· οὕτως ἅπαξ καὶ παρ’ Ὁμ., τύμβον... ἕνα χεύομεν ἐξαγαγόντες ἄκριτον ἐκ πεδίου, «τάφον δέ... ἕνα διὰ χώματος ποιήσωμεν ἐκπορευθέντες ἔξω τῆς πεδιάδος, ἄκριτον, ἤτοι μὴ καθέκαστον τῶν τεθνηκότων διακρινόμενον, χωριζόμενον» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Η. 336· «ἐξαγαγόντες ἀντὶ τοῦ ἐξελθόντες, ἐκπορευθέντες» Εὐστ. 684, 12 (ὁ Heyne καὶ ἄλλοι συνδέουσι τὸ ἐξαγαγόντες μετὰ τῶν ἑπομένων λέξεων ἄκριτον ἐκ πεδίου καὶ ἑρμηνεύουσιν: ἐγείρωμεν τύμβον συσσωρεύσαντες χῶμα ἐκ τῆς πεδιάδος, ἀλλ’ ὁ Ὅμ. οὐδέποτε μεταχειρίζεται τὴν ἐπὶ πραγμάτων, ἴδε Spitzn. ἐν τόπῳ). 2) ἐξάγω, ἀπαλλάσσω ἔκ τινος, ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων ἔξαγον Πίνδ. Π. 3. 91· ἐξάγειν τινὰ ἐκ τοῦ ζῆν, δηλαδὴ φονεύειν, Πολύβ. 24. 12, 13· οἱ μὲν γὰρ ἐκ τοῦ ζῆν παραλόγως αὑτοὺς ἐξῆγον, ἐφόνευον ἑαυτούς, ὁ αὐτ. 40. 3, 5· τοῦ ζῆν Πλούτ. 2. 1076Β· τοῦ βίου αὐτόθι 837Ε· τοῦ σώματος ὁ αὐτὸς Δημ. καὶ Ἀντ. Σύγκρ. 6· ἀμεταβ., παρέρχομαι, οἱ μεγάλοι πόνοι συντόμως ἐξάγουσι Πλούτ. 2. 36Β. 3) ἐκβάλλω τινὰ ἐκ κτήματος ἔχοντα ἀξιώσεις ἐπ’ αὐτοῦ (πρβλ. ἐξαγωγὴ ΙΙ), Δημ. 533 ἐν τέλ. κτλ. ΙΙ. ἐπὶ ἐμπορευμάτων, κλ., ἐξάγω, κάμνω ἐξαγωγήν, ναυβάτην φορτηγόν, ὅστις ῥῶπον ἐξάγει χθονὸς Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 256, Ἀριστοφ. Ἱπ. 378, 282, κτλ.· εἴ τις ἐξαγαγὼν παῖδα ληφθείη, ἐξαγαγὼν αὐτὸν ὡς δοῦλον, Λυσ. 117. 2· οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Ἀνδοκ. 21. 14. - Παθ., τὰ ἐξαγόμενα, δηλαδὴ ἐμπορεύματα, κτλ., Ξεν. Πόροι 3. 2, κλ.· οὔτε γὰρ ἐξήγετο οὐδέν, οὐδ’ εἰσήγετο Δημ. 276. 5. 2) ἐπὶ ὑπὲρ τὸ δέον ὑγρᾶς γῆς, ἐξάγω, ἀφαιρῶ ἐξ αὐτῆς (τὸ περιττὸν ὕδωρ), ὡς τὸ ὕδωρ ἐξάγεται τάφροις, διὰ τάφρων, Ξεν. Οἰκ. 20. 12, Δημ. 1276, 7· οὕτως ἐπὶ καθαρτικῶν φαρμάκων, ἐκβάλλω, πλείονα ποιοῦσι περίττωσιν ἢ ἐξάγουσι Πλούτ. 2. 134C, Ἀρετ. Ὀξ. Νούσ. Θεραπευτ. 2. 5. 3) ἐπὶ οἰκοδομῆς, ἐξάγω ἔξω, ἐπεκτείνω, ἐξαγαγὼν ἔξω τὴν αἱμασιάν, ἵνα τὰ δένδρα τῆς ὁδοῦ ποιήσειεν εἴσω Δημ. 1278. 3· οὕτω, μείζων γὰρ ὁ περίβολος πανταχῇ ἐξήχθη τῆς πόλεως, «καθότι ἡ περιοχὴ τοῦ τείχους ἔγινε πλέον ἐκτεταμένη τῆς παλαιᾶς πανταχόθεν» (Δούκας), Θουκ. 1. 93. 4) ἐπὶ δαπανῶν, ἐξέρχομαι τοῦ μετρίου, καὶ τὰ ἀναλώματα τῶν τε ἐχόντων ἐπὶ πλεῖστον ὑπ’ ἀσωτίας ἐξηγμένα, ηὐξημένα, Δίων Κ. 43. 25. ΙΙΙ. παράγω, οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῖς λόγοι Σοφ. Ἀποσπ. 717· προκαλῶ, διεγείρω, δάκρυ τινὶ Εὐρ. Ἱκ. 770· οὕτω καὶ ἐπὶ ἱδρῶτος, Ἱππ. π. Ἀέρ. 285. - Μέσ., γέλωτα ἐξάγεσθαι Ξεν. Κύρ. 2. 2, 15· μακρὰ ἆθλα πολλοὺς πόνους ἐξάγεται, συνεπάγεται, ὁ αὐτός Ἱέρων 9. 11. IV. ἄγω, παρασύρω, ἔγνωκα καὐτός, ἀλλ’ ἔρως τις ἐξάγει Εὐρ. Ἄλκ. 1080, Ἱκ. 79· κινῶ τινα εἴς τι, καὶ μή γ’ ἐπ’ οἶκτόν μ’ ἔξαγ’ οὗ ’λελήσμεθα ὁ αὐτ. ἐν Ἴωνι 361, πρβλ. Ἡρ. Μαιν. 1211· ὠθῶ, ἐς κινδύνους Θουκ. 3. 45· καὶ ἐπὶ κακῆς σημασίας, παρακινῶ, φέρω εἰς πειρασμόν, ὥστε εἰπεῖν Θέογν. 414· ἐξάγειν ἐπὶ τὰ πονηρότερα τὸν ὄχλον Θουκ. 6. 89· - οὕτω καὶ ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 775, Πλούτ. 922F. - Παθ., παρακινοῦμαι νὰ πράξω τι, μετ’ ἀπαρ., ἐξήχθην ὀλοφύρασθαι Λυσ. 196. 15· ταῦτα... ἐξήχθημεν εἰπεῖν Πλάτ. Πολ. 572Β, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 1. 8, 21· ἃ μὲν ἄν τις ἐξαχθῇ πρᾶξαι Δημ. 527. 16, πρβλ. 538. 22· ἀπολ., παραφέρομαι ὑπὸ πάθους, Δείναρχ. 92. 3· ὑπὸ τοῦ θυμοῦ Παυσ. 5. 17, 4, κτλ. 2) ἐκτοπίζω, παρεκτρέπω τὸν λόγον, οἱ εἰς ἄλλας ὑποθέσεις ἐξάγοντες Πλούτ. 2. 42F· βάλλω εἰς πρᾶξιν, ἐκτελῶ, εἰς ἔργον ἐξαγαγεῖν τὸ πρόβλημα ὁ αὐτ. Μάρκελ. 14· πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον ἐξάγειν τοὔνομα, ἐξακριβοῦν, Λατ. exigere ad.., ὁ αὐτ. Νουμ. 13· ἐμαυτὸν οὕτως ἐξάγω, ἐκφράζω τὰς ἐπιθυμίας μου, Διογ. Λ. 5. 72. V. ἐξασκῶ, ἀρχὴν Διον. Ἁλ. 2. 56.

French (Bailly abrégé)

f. ἐξάξω, ao. ἐξήγαγον, etc.
I. tr. mener hors de :
1 emmener avec soi : μάχης ἐξ. τινά IL emmener qqn hors du combat ; ἐπὶ θήραν XÉN à la chasse ; abs. ἐξάγειν XÉN emmener des troupes ; τήνδε τὴν ὁδὸν ἐξήγαγε SOPH il (m’)a emmené par le chemin que voici;
2 vendre au dehors, exporter;
3 en mauv. part enlever furtivement;
4 avec idée de violence faire sortir violemment : ἐξ. ἑαυτὸν τοῦ βίου PLUT, τοῦ ζῆν PLUT se tuer ; t. de méd. faire évacuer, purger;
5 fig. mettre hors de soi : ἐξ. ἐπί τι τὸν ὄχλον THC exciter la foule à qch ; ἐς κινδύνους THC précipiter qqn au milieu des dangers ; Pass. se laisser emporter (par la passion);
6 pousser au dehors, càd étendre, élargir : περίβολον THC un mur d’enceinte;
7 faire sortir du droit chemin, faire dévier : τὸ ὕδωρ XÉN détourner l’eau;
8 produire au dehors, à la lumière du jour;
II. intr. en apparence (s.e. ἑαυτόν ou στρατόν);
1 partir pour une expédition;
2 en gén. sortir;
Moy. ἐξάγομαι attirer à soi ; provoquer, faire naître : γέλωτα provoquer le rire.
Étymologie: ἐξ, ἄγω.

English (Autenrieth)

ipf. ἔξαγε, imp. ἔξαγε, aor. 2 ἐξήγαγε, -άγαγε: lead or bring out, τινά (τινος), also ἔκ τινος; of ‘extending’ a mound (cf. ἐλαύνω), Il. 7.336; of birth (bringing to light, into the world), Il. 16.188.

English (Slater)

ἐξάγω
   1 bring out of, rescue ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων ἔξαγεν (P. 3.51)

Spanish (DGE)

• Grafía: graf. ἐχσ- IG 13.61.37, 41 (V a.C.)

• Morfología: pres. subj. 3a sg. panf. ἐξάγοδι IPamph.3.16 (IV a.C.); perf. ind. 2a sg. ἐξηγείωχας SB 7579.9 (I/II d.C.), part. masc. ac. ἐξαγηγοχότα PHib.34.10 (III a.C.)
A tr.
I c. ac. de animado y gener. suj. de pers.
1 en gener. sacar de, conducir o guiar fuera de
a) c. compl. separat.: c. gen. τὴν μὲν ἄρ' Ἶρις ... ἔξαγ' ὁμίλου Il.5.353, μάχης ... Ἄρηα Il.5.35, ἀρίστην (θυγατέρα) Ἄργεος Il.13.379, δμῳὰς ... μεγάροιο Od.22.458, τοὺς δ' ... πόληος Od.23.372, cf. E.Tr.457, X.Eph.3.8.5, c. giro prep. (Δημόδοκον) ἐκ μεγάροιο Od.8.106, σε ... ἐξ ἄντροιο Od.20.21, cf. Hdt.4.148, Th.4.79, Antipho 5.39, αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης LXX Ex.3.8, cf. BGU 1006.7 (III a.C.), ἐκτὸς τῆς Πελοποννήσου δύναμιν ... πεζήν D.S.11.81, αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης Eu.Marc.8.23 (var.), αὐτὴν ἐκ τοῦ ποταμοῦ Herm.Vis.1.1.2, cf. Ach.Tat.8.14.4, c. otros compl. τὸν παῖδα ... Σκυρόθεν Il.19.332, Περσεφόνειαν ἐξαγαγεῖν Ἐρέβευσφι sacar a Perséfone del Érebo, h.Cer.349, en v. med. fig. ὁ χρυσὸς ἅ τ' εὐτυχία φρενῶν βροτοὺς ἐξάγεται E.HF 775;
b) sin compl. separat. sacar, llevarse fuera o conducir fuera del lugar en que se está ἔξαγε κούρην Il.1.337, Κώην ... ἐξαγαγόντες κατέλευσαν de la ciudad, Hdt.5.38, cf. Th.5.21, πανδημίαν e.e., a todo el pueblo en caso de guerra, Pl.Lg.829b, X.An.1.6.10, Ar.Ach.904, Men.Dysc.868, Aen.Tact.10.22, LXX Ge.15.5
tb. c. ac. de anim. (ὄρνιθες) ἐξάγουσι τοὺς νεοττούς (los pájaros) sacan a los polluelos del nido, Arist.HA 613b12, cf. Ar.V.173, Eu.Io.10.3, ἐξάγω χωλὸν τραγίσκον un juego en Tarento Carm.Pop.15;
c) c. compl. de direcc. sacar a, conducir hacia gener. c. prep. y ac. τοὺς Λυδοὺς ... ἐς μάχην Hdt.1.79, cf. I.AI 5.114, Paus.9.22.2, με ... εἰς τόδ' ἄλσος S.OC 98, cf. E.Ph.1540, LXX Ex.16.3, ἔξαγ' ἐπ' ... δάπεδον ... ἥβαν saca la juventud a la llanura Ar.Ra.352, μήτε σὴν παῖδ' ἔξαγ' ὄψιν εἰς ἐμήν y no saques a tu hija ante mi vista E.IA 998, cf. Gal.8.266, αὐτὸν ... θύραζε Eup.172.16, τὰς ... δυνάμεις Ἐλευσῖνάδε Decr. en D.18.184, αὐτοὺς ... ἐπὶ θήραν Arist.Fr.611.15, cf. X.Cyr.1.4.14, στρατιὰν ἐπὶ Ῥωμαίους ἐξαγαγεῖν conducir un ejército contra los romanos D.H.3.50, tb. c. ac. de anim. τὰς ὗς ἐπὶ νομήν Macho 332, cf. Poll.1.250, Hierocl.Facet.47, κύνα ἐπὶ θήραν Poll.5.52
c. otros compl. de direcc. τόν γε ... Εἰλείθυια ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε a éste trajo a la luz Ilitía, e.e., hizo nacer, Il.16.188, αὐτὴν ἐκεῖθεν LXX Io.6.22;
d) de forma ilegal o subrepticia llevarse, raptar εἴ τις παῖδα ἐξαγαγὼν ληφθείη si se cogiera a alguien llevándose del país a un muchacho como esclavo, Lys.10.10, cf. 13.65, ἀπατήσας τὴν θυγατέρα ἐξαγαγὼν κρύπτει PLond.1976.8 (III a.C.).
2 ref. a prisiones o similares sacar de, liberar de σῶσαί σε καὶ ἐξαγαγεῖν ἐνθένθε ref. a Sócrates encarcelado, Pl.Cri.45a, ἐκ τοῦ ὀχυρώματος τούτου LXX Ge.40.14, ἐκ τῶν δεσμῶν LXX Is.42.7, ἐκ τοῦ] ... δεσμωτ[η] ρίου PHib.34.4, cf. 10 (III a.C.), Act.Ap.16.39
fig., c. compl. de abstr. sacar de, librar de ἄλλον ... ἀχέων Pi.P.3.51, τέκνα ... λύσσας B.11.103, cf. Clem.Al.Strom.3.6.46, Meth.Res.1.23.
3 en sent. neg. expulsar τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλωνίας LXX Da.2.12, en v. pas. ὑπὸ τοῦ παιδοτρίβου ἐξήχθη Aeschin.Socr.37
jur. desalojar de una propiedad μ' ἐκ ταύτης τῆς γῆς D.30.4, cf. 44.33, Is.5.22, BGU 2390.29 (II a.C.), ἐξῆγεν αὐτὸν Πρῶτος D.32.17, cf. 44.32.
4 c. compl. separat. sign. ‘vida’ sacar de la vida, e.e., dar muerte
a) en la expr. ἐξάγειν ἐκ τοῦ ζῆν Plb.23.16.13, cf. D.H.4.28, D.S.3.33, Arr.Epict.2.15.10, tb. τοῦ ζῆν ἐξάγειν I.AI 2.27;
b) c. pron. refl. morir, quitarse la vida, suicidarse οἱ μὲν ... ἐκ τοῦ ζῆν ... αὑτοὺς ἐξῆγον Plb.38.16.5, ἐξάγων τοῦ ζῆν ἑαυτόν Plu.2.1076b, cf. I.AI 7.229, αὑτὸν ἐξάγαγεν βιότου AP 7.95 (D.L.), ἐξάγομεν ἑαυτοὺς τοῦ ... βίου LXX 4Ma.8.23, cf. Artem.5.31, Luc.Peregr.4, Clem.Al.Strom.6.9.75, Hld.2.29.5, τοῦ σώματος ἑαυτὸν ἐξήγαγεν Plu.Comp.Demetr.Ant.6;
c) de donde sólo c. ac. dar muerte a alguien ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ Metrod.49, en v. pas. ὑπὲρ τοῦ θανάτου ἐξήγετο Melit.Pasch.163
c. pron. refl. dar la vida μὴ ἐξαγαγεῖν ὑπὲρ τῆς πατρίδος αὑτόν no dar la vida por la patria Theodorus Cyrenaicus 13.15
esp. suicidarse ἐξάγειν ἑαυτόν Chrysipp.Stoic.3.188.9, Str.15.1.68, Plu.2.242d, Porph.Plot.11.12, Paul.Aeg.5.29.1.
5 ref. a la voluntad inducir, impulsar ἔρως τις (μ') ἐξάγει un amor (me) impulsa E.Alc.1080, cf. Supp.79, ὁ ἔρως ... ἐξάγει τὴν ὅλην ψυχήν el amor arrebata toda el alma Gal.5.413
c. compl. de finalidad impulsar a c. prep. y ac. αἱ δ' ἄλλαι ξυντυχίαι ... ἐξάγουσιν ἐς τοὺς κινδύνους las diversas circunstancias inducen a (correr) riesgos Th.3.45, οἳ ἐπὶ τὰ πονηρότερα ἐξῆγον τὸν ὄχλον Th.6.89, μή μ' ἐπ' οἶκτον ἔξαγε E.Io 361, ὁμιλοῦντας ἐξάγει τὰ πράγματα ... εἰς τὸ νουθετεῖν las circunstancias inducen a los que hablan a dar lecciones Plu.2.71f, cf. Aristid.Quint.58.7, c. otros compl. οὐδέ με οἶνος ἐξάγει, ὥστ' εἰπεῖν δεινόν ἔπος περί σου ni el vino me induce a pronunciar una palabra terrible sobre ti Thgn.414
abs. σπασμὸς ἢ ἐξάγουσα ὀδύνη un espasmo o un dolor arrebatador Herod.Med. en Orib.7.8.1.
6 c. ac. de anim. sacar, producir ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετά que las aguas produzcan animales LXX Ge.1.20, cf. 24
sacar adelante, e.e., incubar hasta la eclosión ᾦα Arist.HA 564b8.
7 c. refl., sin compl. separat. desprenderse de bienes, posesiones, legar en un testamento περὶ δὲ τῶν θεραπευόντων ἐμαυτὸν οὕτως ἐξάγω con respecto a mis sirvientes así lego Lyco 15.
II gener. c. ac. de cosa y sin compl. separat.
1 sacar, llevar fuera
a) gener. τὸν ποταμὸν ... ἑτέρῃ ἐς θάλασσαν ἐξαγαγεῖν sacar el río al mar por otra parte, e.e., hacer que el río desemboque en el mar por otra parte Hdt.7.128, τὸ ὕδωρ ... εἰς τὴν ὁδὸν ἐξαγαγεῖν sacar el agua de una propiedad al camino D.55.17, cf. BGU 1216.23 (II a.C.), τὰς εἰκόνας ἔξος ἱεροῦ CID 2.34.2.56 (IV a.C.), ἵππον καὶ ὅπλα Antisth.61, en v. pas. ὡς τὸ ὕδωρ ἐξάγεται τάφροις cómo se saca el agua mediante zanjas X.Oec.20.12, ἵνα (τὰ πρίσματα) ἐξάγηται para que sea expulsado (el serrín) Thphr.HP 5.6.3;
b) en teorías fís. sobre la evaporación hacer salir τὸ ... γλίσχρον ... ἐξάγει τὸ ὀξύ Arist.Pr.863b14, τὸ μὲν οὖν γλυκὺ (ὑγρὸν) ῥᾳδίως ὁ ἥλιος ἐξάγει διὰ κουφότητα Plu.2.627d, cf. Gal.17(2).618, Basil.Hex.7.4 (p.120.14), en v. pas. ἐξάγεται (τὸ ἱδρώς) ... ὑπὸ τοῦ ἡλίου Hp.Aër.8
fig. ἐξάγοντες ... τὸν ἥλιον ἔξω τοῦ κόσμου situando el sol fuera del universo, e.e., sosteniendo que el sol está fuera del universo Diog.Oen.66.2.9;
c) de un barco echar al agua, botar en v. pas. χρυσοῦν πλοῖον ἐξάγεται en la fiesta de Osiris, Anon.Hist. en PHib.27.61;
d) de textos extraer, entresacar τὸ ... οὕτω συνάπτειν ... ἐξάγει τὰ ποιήματα τοῦ μύθου una aproximación así permite separar los poemas del mito Plu.2.36d;
e) fig. extraer, obtener ἄρτον ἐκ τῆς γῆς LXX Ps.103.14.
2 c. suj. de pers. y ac. ref. a bienes o mercancías sacar de la ciudad o del país, exportar
a) gener. ὅστις ῥῶπον ἐξάγει χθονός A.Fr.263, τὸν ἄνδρ' ... ἐξάγειν ταῖσι Πελοποννησίων τριήρεσι ζωμεύματα Ar.Eq.278, cf. 282, IG ll.cc., X.Vect.3.2, Thphr.HP 6.2.4, PSI 324.1, SB 10540.2 (ambos III a.C.), ἐξάγειν μηδένα μηδὲν ὅπλον que nadie saque de la ciudad ningún arma Aen.Tact.10.7, μόσχους ἐκ τοῦ νομοῦ PHeid.362.33 (III a.C.), σῦκα ... ἐκ τῆς Ἀττικῆς Suet.Blasph.133, σιτάριον Arr.Epict.1.10.10, en v. pas. τάλαντα Th.6.31, cf. And.2.11, Str.3.2.6
frec. op. εἰσάγω ‘importar’ ἀτέλεια ὧν ἂν εἰσάγωσι ἢ ἐξάγωσι ἐπὶ κτήσει IAlex.Troas 3.6 (IV/III a.C.), cf. IGBulg.12.41.15 (II a.C.), en v. pas. οὔτε ... ἐξήγετο τῶν ἐκ τῆς χώρας γιγνομένων οὐδὲν οὔτ' εἰσήγεθ' ... D.18.145, cf. X.Ath.2.3, SEG 39.1180.10 (Éfeso I d.C.), SEG 38.1462.89 (Enoanda II d.C.)
part. pres. subst. τὰ ἐξαγόμενα exportaciones op. τὰ εἰσαγόμενα ‘importaciones’, Arist.Rh.1359b22;
b) frec. en recibos rel. c. el pago de impuestos por el paso de mercancías por la aduana (τέλος) ... οὗ ἐξηγείωχας μυροβαλάνου (ἀρτάβης) α SB 7579.9 (I/II d.C.), ἐξάγων ἐπὶ καμήλῳ ἑνὶ πυροῦ ἀρτάβας ἕξ PAberd.40a.3 (II d.C.), cf. SB 10907.2 (II d.C.), PRyl.197.10 (II d.C.), BGU 2308.3 (II d.C.), en v. pas. τῶν διὰ τῆς πύλης εἰσαχθέντων καὶ ἐξαχθέντων PAmh.77.14 (II d.C.);
c) c. ac. de abstr. τὴν τελετὴν ταύτην ἐξ Αἰγύπτου ἐξαγαγοῦσαι exportando (las Danaides) ese rito de Egipto Hdt.2.171.
3 medic. expulsar, hacer salir
a) c. suj. de fármacos o remedios y compl. separat. τῶν φαρμάκων ἄλλους ἄλλα χυμοὺς ἐκ τοῦ σώματος ἐξάγει Gorg.B 11.14, νόσον ... τοῦ σώματος Aët.3.40
c. compl. separat. impl., expulsar, hacer salir, eliminar del cuerpo προσθετὸν δυνάμενον χορίον ἐξαγαγεῖν pesario capaz de hacer salir el corion Hp.Mul.1.78, τὴν φλεγμασίαν Arist.Pr.889b18, ἕλμιν πλατεῖαν Dsc.2.152.2, cf. Gal.14.241, Gp.12.26.1, τοὺς ἰοὺς ἐξάγει φάρμακα Gal.2.54, φύσας, σκύβαλα, φλέγμα Aret.CA 2.5.4, cf. Str.15.1.43, Plu.2.134c, Paul.Aeg.7.4.1;
b) c. suj. de pers. expulsar, eliminar οἱ ἐπαοιδοὶ ταῖς φαρμακείαις αὐτῶν ἐξαγαγεῖν τὸν σκνῖφα ... οὐκ ἠδύναντο los encantadores no podían con sus hechicerías expulsar al mosquito ref. a una plaga, LXX Ex.8.14, τὰς νοσοποιοὺς αἰτίας ἐξάγειν Gal.5.856.
4 arq. sacar, desviar hacia afuera un muro ἐξαγαγών ἔξω τὴν αἱμασιάν, ἵνα τὰ δένδρα τῆς ὁδοῦ ποιήσειεν εἴσω D.55.22, en v. pas. μείζων ... ὁ περίβολος πανταχῇ ἐξήχθη τῆς πόλεως la muralla en todas direcciones había sido construida más hacia fuera que (lo que abarcaba) la ciudad Th.1.93.
III c. ac. de abstr., sin compl. separat.
1 c. suj. de pers. y compl. de direcc. llevar a, pasar a, trasladar a ἐξαγάγοι δὲ εἰς τέλος τὸ κρίμα μου LXX Ib.23.7, εἰς ἀξιόλογον ... ἐξάγειν ἀνομοιότητα τὰς μεταβολάς llevar las transformaciones a un considerable desajuste al pasar de unos mapas a otros, Ptol.Geog.1.18.3, τὸ ... πρόβλημα εἰς ὀργανικὰς ἐξῆγον ... κατασκευάς trasladaron la presuposición a dispositivos mecánicos, e.e., aplicaron el presupuesto teórico a los dispositivos mecánicos Plu.Marc.14, εἰς ἔργον ἐξαγαγεῖν τὸ πρόβλημα llevar la hipótesis a la acción, e.e., ponerla en práctica Plu.Marc.14, (λόγον) εἰς ἄλλας ὑποθέσεις Plu.2.42f, cf. 639d, πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον ἐξάγειν τοὔνομα llevar el nombre a la lengua griega, e.e., explicar el nombre como si fuera griego Plu.Num.13, εἰς μῆκος ἐξάγω τὸν λόγον llevo el discurso a longitud, e.e., prolongo el discurso Meth.Symp.229, ὁ θεὸς ... ἐξήγαγεν εἰς τὸν βίον Dios llevó (al nuevo Adán) a la vida, e.d., le dio la vida, Meth.Symp.62, en v. pas. τοῦ πράγματος, οὔπω δ' εἰς ἅμιλλαν ἐναγώνιον ἐξηγμένου del asunto, todavía no convertido en un certamen competitivo ref. a la tragedia, Plu.Sol.29.
2 extender, difundir, propagar κωλύων πανταχοῦ τὸ πρᾶγμα ἐξάγειν Chrys.M.61.183, περὶ σοῦ ματέ[αν] (sic) φήμην PMerton 115.15 (IV d.C.), en v. pas. τὰ ἀναλώματα τῶν τι ἐχόντων ἐπὶ πλεῖστον ὑπ' ἀσωτίας ἐξηγμένα D.C.43.25.2.
3 admin. ejercer, desempeñar un cargo ἀξίως τοῦ θεοῦ ... τὴν ἱερωσύνην SEG 42.112.3 (Ática IV a.C.), cf. IG 22.1304.4, 14 (III a.C.), τὴν ἀρχὴν οὐκέτι βασιλικῶς ἀλλὰ τυραννικώτερον D.H.2.56
de órdenes o instrucciones llevar a cabo, cumplir, realizar τούς τε παρ' Ἀριστέως λόγους PSI 411.2 (III a.C.), τὸ ... τελεστικόν Lyd.Mens.4.73, en v. pas. ἵνα κατὰ τόπον ἐξάγηται τὰ κατὰ τὴν γραμματείαν PHib.82.20 (III a.C.).
4 c. ac. de resultado producir, traer οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834, ἑκατόμβην ἐξάγει τοῖς πολεμίοις Men.Fr.778.2, οὐσίας ... ἐξ αὑτῆς ἐξαγαγούσης τὸ ἅγιον πνεῦμα Epiph.Const.Haer.76.45.5
en v. med. mismo sent. μικρὰ ἆθλα ... πολλοὺς πόνους καὶ πολλὰς ἐπιμελείας ἐξάγεται X.Hier.9.11
ref. a la expr. de sentimientos y emociones sacar, producir, provocar ταῖσδε ... ἐξάγεις δάκρυ E.Supp.770, tb. en v. med. ἐκ σοῦ πῦρ ... ῥᾷον ἄν τις ἐκτρίψειεν ἢ γέλωτα ἐξαγάγοιτο sería más fácil sacar fuego de ti que arrancarte una sonrisa X.Cyr.2.2.15.
5 jur. emitir, pronunciar una sentencia ἀπόφασιν τελείαν Cod.Iust.7.45.15.
B intr.
I c. suj. de pers.
1 en v. act. salir, marcharse γνόντες δὲ ταῦτα ἐξάγουσι X.HG 4.5.14, cf. 5.4.38, c. compl. separat. ἐκ πεδίου Il.7.336 (según interpr. de Aristarch. en Sch.Er.Il.l.c.)
c. compl. de direcc. salir a, marchar a, dirigirse hacia οὕτως ἐξάγει ὡς εἰς θήραν παρεσκευασμένος X.Cyr.2.4.18, εἰς προνομάς X.Cyr.6.1.24, ἀνάγκη ... ἦν ἐπὶ τὰ ἐπιτήδεια ἐξάγειν era necesario ir a por provisiones X.An.6.4.9.
2 en v. med.-pas., ref. la voluntad dejarse llevar ἐξάγομαι γάρ me dejo llevar por la indignación, Din.1.15, ἐξαγόμενός τε ὑπὸ τοῦ θυμοῦ Paus.5.17.8
c. inf. verse impulsado a, ser inducido a ἐξήχθην ὑπὲρ πάσης ὀλοφύρασθαι τῆς Ἑλλάδος me vi inducido a lamentarme por Grecia entera Lys.2.61, cf. Pl.R.572b, X.An.1.8.21, ἃ μὲν ἄν τις ... ἐξαχθῇ πρᾶξαι D.21.41, cf. 74.
3 en v. med. escaparse, marcharse huyendo de la justicia PTeb.15.13 (II d.C.).
II c. suj. de cosa, en v. med. sobresalir ἡ γλωττὶς γλῶτταν ἐξαγομένην ἔχουσα la glotis, que tiene una lengua que sobresale Arist.HA 597b21.
III c. suj. de abstr. acabar, finalizar οἱ μεγάλοι πόνοι συντόμως ἐξάγουσιν Epicur.Fr.[204], cf. M.Ant.7.33.

English (Strong)

from ἐκ and ἄγω; to lead forth: bring forth (out), fetch (lead) out.

English (Thayer)

2nd aorist ἐξήγαγον; the Sept. often for הוצִיא; to lead out (cf. ἐκ, VI:1): τινα (the place whence being supplied in thought), ἄγουσιν)); ἔξω added (in R G L brackets), ἔξω τῆς κώμης, R G L Tr marginal reading (cf. Winer's Grammar, 603 (561)); with the addition of ἐκ with the genitive of place, εἰς; with the accusative of place, Acts 21:38.

Greek Monolingual

(AM ἐξάγω) άνω
1. βγάζω έξω ή οδηγώ κάποιον μακριά από έναν τόπο («μάχης ἐξήγαγε θοῡρον Ἄρκα», Ομ. Ιλ.)
2. απαλλάσσω από κάποιο κακό («ἐκ χειρὸς τοῡ πονηροῡ ἐξαγαγόντα ἡμᾱς»)
3. (για προϊόντα, εμπορεύματα κ.λπ.) μεταφέρω εμπορεύματα από τον τόπο παραγωγής σε άλλον για πούλημα («η Ελλάδα εξάγει σταφίδα, καπνό και λάδι»)
4. μεταφέρω κάτι έξω από τη χώρα για οποιοδήποτε σκοπό («πολλὰ ἄν τάλαντα ηὑρέθη ἐκ τῆς πόλεως τὰ πάντα ἐξαγόμενα»)
5. βγάζω κάτι από τη χώρα κρυφάεξάγω συνάλλαγμα παράνομα»
«ἀργύριον μὲν γὰρ πῶς καὶ φωράσειεν ἄν τις τὸ δημόσιον ἐξαγόμενον...», Ξεν.)
νεοελλ.
Ι. 1. αποχωρίζω με προσπάθεια, αποσπώ βίαια από τη θέση του, ξεριζώνω
2. (για ρούχα) βγάζω
3. καταλήγω στο συμπέρασμα
ΙΙ. (το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το εξαγόμενο
1. συμπέρασμα, πόρισμα από συλλογισμό
2. αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πράξης ή ενός μαθηματικού υπολογισμού
αρχ.-μσν.
1. παρατείνω μια συζήτηση
2. πιέζω, αναγκάζω
3. παράγω, δημιουργώ
αρχ.
1. φέρνω έξω για να οδηγήσω στη μάχη, σε κυνήγι κ.λπ. («τοὺς Λυδοὺς ἐξῆγε ἐς μάχην», Ηρόδ.)
2. φέρνω στον κόσμο, στο φως («τον γε μογοστόκος Εἰλείθυια ἐξάγαγε πρὸ φόωσδε», Ομ. Ιλ.)
3. (για νεοσσούς) οδηγώ έξω από τη φωλιά («εὐθὺς ἐξάγουσι τοὺς νεοττούς»)
4. βγάζω από τη φυλακή («καὶ ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῑν τῆς πόλεως», ΚΔ)
5. (για αρχηγούς στρατού) εκστρατεύω («γνόντες δὲ ταῡτα ἐξάγουσι», Ξεν.)
6. εξέρχομαι («ἐξῆγεν ἀεὶ εἰς προνομάς», Ξεν.)
7. (για κατάσταση) περνώ («οἱ μεγάλοι πόνοι συντόμως ἐξάγουσιν»)
8. οδηγώ έξω για να θανατώσω
9. διώχνω κάποιον, από κτήμα στο οποίο εγείρει αξιώσεις («ἐξήγαγέ με ἐκ ταύτης τῆς γῆς», Δημοσθ.)
10. (για νερό) αποχετεύω
11. (για εφίδρωση) φέρνω έξω («ἐξάγεται μὲν γὰρ ὑπὸ τοῡ ἡλίου», Ιπποκρ.)
12. (για δαπάνες) αυξάνω, μεγαλώνω
13. παράγω («οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῑς λόγοι», Σοφ.)
14. (για αβγά) εκκολάπτω
15. προκαλώ, διεγείρω
16. μέσ. συνεπάγομαι («ώς μικρά ἆθλα μεγάλας δαπάνας... ἐξάγεται», Ξεν.)
17. παρασύρωἔρως τις ἐξάγει», Ευρ.)
18. (με εμπρόθ. αιτ.) παρακινώ σε κάτι («καὶ μὴ μ' έπ' οἶκτον ἐξαγ' οὗ 'λελήσμεθα»)
19. (με κακή σημ.) παρασύρω («ἐπὶ τὰ πονηρότερα ἐξῆγον τὸν ὄχλον», Θουκ.)
20. παραφέρομαι από το πάθος («ἐξαγόμενος τε ὑπὸ τοῡ θυμοῡ», Παυσ.)
21. (για λόγο) κάνω παρέκβαση («εἰς ἄλλας ὑποθέσεις ἐξάγοντες καὶ παρεμβάλλοντες ἐρωτήματα», Πλούτ.)
22. φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω («είς ἔργον ἐξαγαγεῑν τὸ πρόβλημα», Πλούτ.)
23. αποδίδω σε άλλη γλώσσα («πρὸς τὴν ἑλληνικήν διάλεκτον ἐξάγειν τοὔνομα», Πλούτ.)
24. δίνω οδηγίες με τη διαθήκη μου
25. εξασκώ («τήν ἀρχὴν οὐκέτι βασιλικῶς, ἀλλὰ τυραννικώτερον ἐξάγειν»)
26. περνώ τη ζωή («οἱ τὸ μὲν παλαιὸν ἐξῆγον δικαιοσύνῃ χρώμενοι»).

Greek Monotonic

ἐξάγω: μέλ. -ξω, αόρ. βʹ -ήγᾰγον· οδηγώ προς τα έξω, I. 1. α) λέγεται για πρόσωπα, φέρνω ή βγάζω έξω από ένα μέρος, σε Όμηρ. κ.λπ.· φέρνω στον κόσμο, σε Ομήρ. Ιλ.· οδηγώ κάποιον προς εκτέλεση, θανάτωση, σε Ηρόδ. β) οδεύω, βηματίζω, προχωρώ σε πορεία (ενν. στρατόν), σε Ξεν.· γενικά, εξέρχομαι, βγαίνω έξω, στον ίδ.
2. διώχνω κάποιον από ιδιοκτησία για την οποία εγείρει αξιώσεις, σε Δημ. κ.λπ.
II. λέγεται για εμπορεύματα, εξάγω, σε Αριστοφ. κ.λπ. — Παθ., τὰ ἐξαγόμενα, εξαγώγιμα εμπορεύματα, σε Ξεν.
2. τραβώ, αντλώ νερό, στον ίδ.
3. λέγεται για οικοδομή, τραβώ προς τα έξω, επεκτείνω, σε Θουκ.
III. διεγείρω, προκαλώ, δάκρυ, σε Ευρ. — Μέσ., γέλωτα ἐξάγεσθαι, σε Ξεν.
IV. δείχνω το δρόμο, οδηγώ, παρασύρω, συναρπάζω, διεγείρω, τινά, σε Ευρ., Θουκ.· και με αρνητική σημασία, παρακινώ, θέτω σε πειρασμό, προκαλώ, δελεάζω, στον ίδ. — Παθ., παρακινούμαι να..., με απαρ., σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἐξάγω: (fut. ἐξάξω, aor. 2 ἐξήγαγον)
1) выводить, уводить, вести (τινὰ μάχης и ἐκ μεγάροιο Hom.; τινὰ τήνδε τὴν ὁδόν Soph.; τινὰ ἐπ᾽ ἀνθηρὸν δάπεδον Arph.; τινὰς ἐς μάχην Her.);
2) отправляться, идти (ἐπὶ θήραν Xen.);
3) (о шествии) совершать, справлять (τὸν μυστικὸν Ἴακχον Plut.);
4) (sc. στρατόν) выводить войско, выступать в поход: γνόντες δὲ ταῦτα ἐξάγουσι Xen. приняв эти решения, они выступают в поход;
5) вести на казнь (τινά Her., Xen.);
6) вывозить: (πολλὰ τάλαντα ἐκ τῆς πόλεως Thuc.; σῖτον παρά τινος Dem.): τὰ ἐξαγόμενα (sc. χρήματα) Xen., Plat., Arst. вывозимые товары;
7) похищать, (тайно) увозить (τινὰ ἀνδράποδον Lys.);
8) выводить прочь, удалять из организма (περίττωσιν Plut.);
9) отводить (ὕδωρ τάφροις Xen.);
10) вызывать, исторгать (τινὶ δάκρυ Eur. и δάκρυον Plut.; med. γέλωτα ἔκ τινος Xen.): ἐξάγεσθαι πῦρ ἔκ τινος Xen. высекать огонь из чего-л.;
11) med. влечь за собой, причинять (πολλοὺς πόνους καὶ πολλὰς ἐπιμέλειας Xen.);
12) производить, рождать (τινὰ πρὸ φόωσδε Hom.; σκύμνους Arst.);
13) выводить, высиживать (sc. νεοττούς Arst.);
14) высовывать (γλῶττα ἐξαγομένη μέχρι πόρρω Arst.);
15) удалять, изгонять (τινά Dem.; τὸ ὑγρὸν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ Arst.);
16) производить (на свет), приносить (καρπόν Soph. ap. Plut.);
17) продвигать (ἔξω τὴν αἱμασιάν Dem.);
18) проводить, строить: ὁ περίβολος πανταχῇ ἐξήχθη τῆς πόλεως Thuc. ограда была построена вокруг всего города;
19) проводить (в жизнь), претворять (εἰς ἔργον τὸ πρόβλημα Plut.);
20) направлять (τοὺς λόγους εἰς ἄλλας ὑποθέσεις Plut.);
21) приводить, доводить (τινὰ ἐπ᾽ οἶκτον Eur.): ἐξαχθῆναι ὀλοφύρασθαι ὑπέρ τινος Lys. быть вынужденным оплакивать что-л.; εἰς ἅπασαν αἰσχύνην ἐξαχθῆναι Plut. быть доведенным до крайнего позора;
22) побуждать, возбуждать, вовлекать, увлекать (τινὰ ἐπὶ τὰ πονηρότερα Thuc.; τὸν δῆμον πρὸς ἀπόστασιν Plut.; ἐξαχθεὶς πρᾶξαί τι Dem.): ταῦτα ἐπὶ πλέον ἐξήχθημεν εἰπεῖν Plat. здесь мы расширили рамки своего обсуждения; ὑπό или διά τινος ἐξαγόμενος Plut. движимый (побуждаемый) чем-л.;
23) выводить, освобождать (ἀχέων τινά Pind.; τὰ ποιήματα τοῦ μύθου Plut.);
24) лишать (τινά τοῦ βίου и τοῦ ζῆν Plut. или ἐκ τοῦ ζῆν Polyb.; med. φρενῶν τινα Eur.);
25) лишать жизни, умерщвлять: ἑαυτὸν ἐ. Plut. покончить жизнь самоубийством; νόσος αὐτοὺς ἐξήγαγεν Plut. болезнь унесла их;
26) кончаться (οἱ μεγάλοι πόνοι συντόμως ἐξάγουσιν Epicur. ap. Plut.);
27) передавать, выражать (ὄνομά τι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον Plut.): περὶ τούτων ἐμαυτὸν οὕτως ἐξάγω Diog. L. относительно них вот мои указания.

Middle Liddell

fut. ξω aor2 -ήγᾰγον
to lead out:
I. of persons, to lead or carry out from a place, Hom., etc.: to bring forth into the world, Il.: to lead out to execution, Hdt.
b. to march out (sub. στρατόν), Xen.: generally, to go out, Xen.
2. to eject a claimant from property, Dem., etc.
II. of merchandise, to carry out, export, Ar., etc.:—Pass., τὰ ἐξαγόμενα exports, Xen.
2. to draw off water, Xen.
3. of building, to carry further out, Thuc.
III. to call forth, excite, δάκρυ Eur.:—Mid., γέλωτα ἐξάγεσθαι Xen.
IV. to lead on, carry away, excite, τινά Eur., Thuc.; and in bad sense, to lead on, tempt, Thuc.:—Pass. to be led on, c. inf., Xen.

Chinese

原文音譯:™x£gw 誒克士-阿哥
詞類次數:動詞(13)
原文字根:出去-帶領 相當於: (יׄוצֵאת‎ / יָצָא‎ / צֵא‎)
字義溯源:引領向前,領出去,領出來,帶出去,帶領,領;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出)與(ἄγω)*=帶領)組成。在12次的使用中使徒行傳用了8次,其中7次是說使徒被領出監牢,或摩西領以色列人出埃及。( 可15:20)則說:兵丁帶主耶穌出去,要釘十字架
出現次數:總共(12);可(1);路(1);約(1);徒(8);來(1)
譯字彙編
1) 領(4) 徒7:40; 徒12:17; 徒13:17; 來8:9;
2) 領⋯出來(3) 約10:3; 徒5:19; 徒7:36;
3) 領⋯出去罷(1) 徒16:37;
4) 他⋯領(1) 路24:50;
5) 帶⋯出去(1) 可15:20;
6) 領出來(1) 徒16:39;
7) 帶領(1) 徒21:38