Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμίαντος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἀμίαντος Medium diacritics: ἀμίαντος Low diacritics: αμίαντος Capitals: ΑΜΙΑΝΤΟΣ
Transliteration A: amíantos Transliteration B: amiantos Transliteration C: amiantos Beta Code: a)mi/antos

English (LSJ)

ον,

   A undefiled, pure, ὕδωρ Thgn.447; φάος Pi.Fr.142; αἰθήρ B.3.86; A.Pers.578 calls the sea ἡ ἀμίαντος; ἀ. τοῦ ἀνοσίου πέρι free from stain of ungodliness, Pl.Lg.777d; περὶ τῶν ὁσιωτάτων Epicur.Nat.15.34; γάμοι οἱ ἀ. Epigr.Gr.204.13 (Cnidos), cf. Ep.Hebr. 13.4; τόπος LXX 2 Ma.15.34; κληρονομία 1 Ep.Pet.1.4.    2 not to be defiled, D.H.2.75.    II ὁ ἀ. λίθος asbestos, Arist.Fr.495, Dsc. 5.138, Plin.HN36.139.

German (Pape)

[Seite 124] unbefleckt, rein, φάος Pind. frg. 106; ὕδωρ Theogn. 447; ἡ ἀμ., das nicht zu befleckende, heilige Meer, Aesch. Pers.- 570; περὶ τοῦ ἀνοσίου in Beziehung auf, Plat. Legg. VI, 777 e; Plut. Num. 9 Pericl. 39; – ὁ ἀμ., der Amiant, Asbest, ein grünlicher Stein, der sich in Fäden spinnen läßt, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμίαντος: -ον, ὁ μὴ μιανθείς, ἁγνός, καθαρός, ὕδωρ Θέογν. 447· φάος Πινδ. Ἀποσπ. 106. Ὁ Αἰσχύλ. ἐν Πέρσ. 578 καλεῖ τὴν θάλασσαν ἁπλῶςἀμίαντος: - ἀμ. τοῦ ἀνοσίου πέρι, μὴ μεμιασμένος ἐκ τῆς κηλῖδος τῆς ἀσεβείας, Πλάτ. Νόμ. 777Ε· γάμοι οἱ ἀμ. Ἐπιγράμμ. Ἑλλην. 204. 13. 2) ὁ μὴ μιαινόμενος, Διον. Ἁλ. 2.75. II. ὁ ἀμ. λίθος, λίθος ὑποπράσινος, ὅμοιος ἀσβέστῳ, Διοσκ. 5. 156.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sans souillure, pur : ἡ ἀμίαντος la mer (l’eau lustrale par excellence, qui enlève les souillures et ne peut être souillée).
Étymologie: ἀ, μιαίνω.

English (Slater)

ᾰμῐαντος
   1 pure, unblemished ἐκ νυκτὸς ἀμίαντον ὄρσαι φάος fr. 108b. 2.

Spanish (DGE)

-ον
I gener. de realidades físicas
1 en sent. fís. limpio, puro ὕδωρ Thgn.447, φάος Pi.Fr.108b.2, αἰθήρ B.3.86, τοὔλαιον Plu.2.395e
en sent. relig. o moral γάμοι GVI 1874.13 (Cnido II/I a.C.), τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσιν καὶ ἡ κοίτη ἀ. Ep.Hebr.13.4, σῶμα LXX Sap.8.20, Ph.2.249, τόπος LXX 2Ma.15.34, τὸ ἄγιον I.BI 6.99, κληρονομία ἄφθαρτος καὶ ἀ. καὶ ἀμάραντος 1Ep.Petr.1.4, ἅγια καὶ ἀ. ὀνόματα PMag.4.875, ἁγναὶ καὶ ἀ. χεῖρες 1Ep.Clem.29.1, cf. tb. μακαρία στεῖρα ἡ ἀμίαντος, ἥτις οὐκ ἔγνω κοίτην LXX Sap.3.13
de pers. siempre en sent. moral γιγνόμενός τις ἀμίαντος τοῦ τε ἀνοσίου πέρι καὶ ἀδίκου Pl.Lg.777e, ὁ μηδὲ ἀμίαντος περὶ τινῶν Epicur.Fr.[30] 35.4, ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν Ep.Hebr.7.26, de Pericles βίον ἐν ἐξουσίᾳ καθαρὸν καὶ ἀ. Plu.Per.39, ἀϊθαλής, ἀμίαντε, χρόνου πάτερ, ἀθάνατε Ζεῦ (del Sol), Orph.H.8.13, μίμνειν ἀμίαντον ἐδωδῆς ἐμψύχοιο (de Heleno), Orph.L.368
subst. ἡ ἀ. el mar A.Pers.578
neutr. subst. pureza, limpieza Plu.2.383b, Hom.Clem.M.2.233B.
2 de abstr. inviolable οὕτω γοῦν σεβαστόν τι πρᾶγμα καὶ ἀμίαντον ἐνομίσθη τὸ πιστόν hasta tal punto, en efecto, fue considerada como cosa inviolable y venerable la «fides» D.H.2.75.
II λίθος ἀ. el amianto o asbesto Dsc.5.138
subst. masc. amiantus alumini similis nihil igni deperdit Plin.HN.36.139
tb. neutr. τὸ ἀμίαντον ... οὐ καίεται Gp.15.1.33, ἀντὶ ἀμιάντου, ἀφροσέλινον Gal.19.724.
III adv. -ως de forma impoluta, inmaculada ἀχράντως καὶ ἀ. Meth.Sym.et Ann.M.18.381C. • DMic.: a-me-ja-to (??).

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and a derivative of μιαίνω; unsoiled, i.e. (figuratively) pure: undefiled.

English (Thayer)

(μιαίνω), "not defiled, unsoiled; free from that by which the nature of a thing is deformed and debased, or its force and vigor impaired": καίτη pure, free from adultery, κληρονομία (without defect), θρησκεία, Plato, legg. 6, p. 777e.; Plutarch, Periel. e. 39 βίος καθαρός καί ἀμίαντος.)

Greek Monolingual

(I)
-η, -ο (Α ἀμίαντος, -ον)
1. αυτός που δεν μιάνθηκε, αμόλυντος, αγνός, καθαρός
2. αυτός που δεν επιτρέπεται να μιανθεί, άσπιλος, ιερός
αρχ.
το θηλ. ως ουσ. η ἀμίαντος
η θάλασσα
2. «ἀμίαντος λίθος», υποπράσινος λίθος, είδος ασβέστη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερ. + ἐμίανα, μιαίνω. Στα αρχαία Ελληνικά η φρ. ἀμίαντος λίθος δήλωνε «είδος ασβέστη», λόγω της καθαρότητας του χρώματός του. Στη συνέχεια το επίθ. ἀμίαντος κατά παράλειψη του ουσ. λίθος πέρασε στη Λατινική, πρβλ. amiantus και από εκεί στην ξενική ορολογία της ορυκτολογίας, από όπου και η νεώτερη σημασία του όρου αμίαντος στα νέα Ελληνικά.
ΠΑΡ. νεοελλ. αμίαντο, αμιαντώδης.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αμιαντοειδής, αμιαντοτσιμέντο, αμιαντωρυχείο].
(II)
ο (Ορυκτ.)
κοινή ονομασία ομάδας ορυκτών με ινώδη μορφή, τα οποία από χημική άποψη είναι ένυδρες πυριτικές ενώσεις του ασβεστίου και κυρίως του μαγνησίου και προέρχονται από εξαλλοίωση του σερπεντίνη και αποτελούν την ινώδη μορφή του.

Greek Monotonic

ἀμίαντος: -ον (μιαίνω), μη μιανθείς, αγνός, καθαρός, σε Θέογν.· ο Αισχύλ. αποκαλεί τη θάλασσα απλώςἀμίαντος.

Russian (Dvoretsky)

ἀμίαντος: II ἡ (sc. ἅλς) море: παῖδες τᾶς ἀμιάντου Aesch. = ἰχθύες.
незапятнанный, чистый (φάος Pind.; σῶμα Plut.): ἀ. περί τινος Plat. не запятнанный чем-л.

Middle Liddell

μιαίνω
undefiled, Theogn.; Aesch. calls the sea simplyἀμίαντος.

Chinese

原文音譯:¢m⋯antoj 阿-米安拖士
詞類次數:形容詞(4)
原文字根:不-弄污的
字義溯源:未玷污的,純潔的,不可污穢,無玷污,無污點的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不,未)與(μιαίνω)*=染污)組成。參讀 (ἅγιος)同義字
出現次數:總共(4);來(2);雅(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 不能玷污(1) 彼前1:4;
2) 沒有玷污的(1) 雅1:27;
3) 不可污穢(1) 來13:4;
4) 無玷污(1) 來7:26