Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἁγνός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἁγνός Medium diacritics: ἁγνός Low diacritics: αγνός Capitals: ΑΓΝΟΣ
Transliteration A: hagnós Transliteration B: hagnos Transliteration C: agnos Beta Code: a(gno/s

English (LSJ)

ή, όν, (cf. ἅγιος)

   A pure, chaste, holy, Hom. (only in Od.), etc.:    I of places and things dedicated to gods, hallowed, ἑορτή Od.21.259; of frankincense, ἁγνὴ ὀδμή Xenoph.1.7; ἄλσος h.Merc.187; τέμενος Pi.P.4.204; ὕδωρ Id.I.6(5).74; πυρὸς ἁγνόταται παγαί Id.P.1.21; αἰθήρ A.Pr.282; φάος, λουτρόν, S.El.86, Ant.1201; θύματα Id.Tr.287, cf. Th.1.126, D.H.1.38; of food, Jul.Or.6.192c (Comp.); χρηστήρια E.Ion243, etc.; ἐν ἁγνῷ on holyground, A.Supp. 223, but χῶρον οὐχ ἁ. πατεῖν a spot not lawful to tread on, S.OC 37.    2 of divine persons, chaste, pure, Hom., mostly of Artemis, χρυσόθρονος Ἄ. ἁ. Od.5.123, 18.202, etc.; also ἁ. Περσεφόνεια 11.386, cf. h.Cer.337; of Demeter, h.Cer.203,439; Χάριτες Sapph.65; ἁ. θεαί, Demeter and Persephone, IG14.204, 4.31; Apollo, Pi.P.9.64; Zeus, A.Supp.653, S.Ph.1289: of the attributes of gods, θεῶν σέβας S.OT830.    II after Hom., of persons, undefiled, chaste, of maidens, Alc.55, Pi.P.4.103, A.Fr.242; ἁ. αὐδά, of a maiden's voice, Ag.245; of Hippolytus, E.Hipp.102; c. gen., λέχους ἁ. δέμας ib.1003; γάμων ἁ. Pl.Lg.840d, cf. Men.Epit.223; ἁ. ἀπ' ἀνδρὸς συνουσίας Jusj. ap.D.59.78.    2 pure from blood, guiltless, ἁγνοὶ τοὐπὶ τήνδε τὴν κόρην S.Ant.889; ἁ. χεῖρας E.Or.1604; μητροκτόνος . . τόθ' ἁ. ὤν Id.El.975, cf. IA940; ὅθ' ἁ. ἦν when he had been purified, S.Tr. 258: c. gen., ἁγνὰς χεῖρας αἵματος E.Hipp.316; φόνου Pl.Lg.759c; Δάματρος ἀκτᾶς δέμας ἁ. ἴσχειν pure from food, E.Hipp.138.    3 generally, pure, upright, ἀέθλων ἁ. κρίσις Pi.O.3.21; ψυχῆς φιλία ἁ. X.Smp.8.15, etc.    III Adv. ἁγνῶς καὶ καθαρῶς h.Ap.121, Hes. Op.337; ἁ. ἔχειν X.Mem.3.8.10.

German (Pape)

[Seite 18] (αγ, ἅζομαι), verehrt, heilig, von den Göttern; bes. Artemis u. Persephone mit dem Nebenbegriff der Keuschheit, jungfräulich, Hom. u. sonst; auch Zeus, Aesch. Suppl. 640; Soph. Phil. 1273; Apollo, Pind. P. 9, 66; Aesch. Suppl. 211; χθόνιοι δαίμονες Pers. 610; den Göttern geweiht, heilig, ἑορτή Hom. Od. 21, 259; θύματα Soph. Tr. 286, wie Plat. Legg. VI, 782 c; unblutige Opfer, ἱερά Xen. Ag. 11, 2; θυσίαι Conv. 8, 9; ἐσχάραι θεοῖν Eur. Suppl. 33; ἄλσος H. h. Merc. 187; Pind. Ol. 5, 10; τέμενος P. 4, 204; βάθρον Plat. Phaedr. 254 b; ἕδρα Aesch. Suppl. 96; χῶρος οὐχ ἁγνὸς πατεῖν Soph. O. C. 38, Ort, den zu betreten gottlos ist; ähnlich αἰθήρ Aesch. Pr. 280. – Von Menschen und Sachen: keusch, rein, ἀνήρ Aesch. Suppl. 358; πυρὸς πηγαί Pind. P. 1, 21; ὕδωρ I. 5, 71; νᾶμα Aesch. frg. 299; Ἠριδανὸς ἁγνοῖς ὕδασι κηπεύει Eubul. Ath. XIII, 569 a; der Strymon, Aesch. Pers. 489; φάος Soph. El. 86; λουτρόν, das reinigende, sühnende, Ant. 1186; κρίσις, unbestochen, Pind. Ol. 3, 22; gereinigt, gesühnt, Soph. Tr. 257; unbefleckt, Ant. 880; τινός, von etwas, z. B. γάμων ἁγνοί Plat. Legg. VIII, 840 d; φόνου, VI, 759 c; Δήμητρος Eur. Hippol. 138, nicht Brod essend; ἁγνὸς ἀφροδισίων Plut. qu. Rom. 20. Bei Dem. 59, 78, im Priestereid, ἁγνὴ ἀπ' ἀνδρὸς συνουσίας. – Adv. ἁγνῶς, Hom. H. Ap. 121; καὶ καθαρῶς ἔρδειν τοῖς θεοῖς Hes. O. 339; ἁγνῶς ἔχειν Xen. Mem. 3, 8, 10, rein von Schuld sein.

Greek (Liddell-Scott)

ἁγνός: -ή, -όν, (ἅγος), πλήρης ἅγους ἢ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, Ὅμ. (μόνον ἐν Ὀδ.) κτλ. Ι. ἐπὶ τόπων καὶ πραγμάτων ἀφιερωμένων τοῖς θεοῖς, ἅγιος, ἱερός· ἑορτή, Ὀδ. Φ. 259· περὶ θυμιάματος· ἁγνὴ ὀδμή, Ξενοφάν. 1. 7. Bgk.· ἄλσος, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 187, Πίνδ.· τέμενος, ὁ αὐτ. Π. 4, 363. ὕδωρ, ὁ αὐτ. Ι. 6. 109· πυρὸς ἁγνόταται παγαί, ὁ αὐτ. ΙΙ. 1. 41· αἰθήρ, Αἰσχύλ. Πρ. 281· φάος, λουτρόν, Σοφ. Ἠλ. 86· Ἀντ. 1201· θύματα, ὁ αὐτ. Τρ. 287· χρηστήρια, Εὐρ. Ἴων. 243, κτλ.· χῶρον οὐχ ἁγνὸν πατεῖν = χῶρος, ὃν ἀσεβές ἐστι πατεῖν, Σοφ. Ο. Κ. 37. 2) ἐπὶ θείων προσώπων, ἁγνός, καθαρός, Ὅμ., κατ ̓ ἐξοχὴν ἐπὶ τῆς Ἀρτέμιδος· χρυσόθρονος Ἄρτ. ἁγνή, Ὀδ. Ε. 123, πρβλ. Σ. 202 καὶ ἀλλ. ὡσαύτως ἁγ. Περσεφόνεια, Σ. 202, πρβλ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 337, 439· περὶ τῆς Δήμητρος, Ὕμ. εἰς Δήμ. 203· ἁγναὶ θεαί, περὶ Δήμητρος καὶ Περσεφόνης, Συλλ. Ἐπιγρ. 5431, 5643· ἐπὶ ἄλλων θεῶν, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἀπόλλ., Πινδ. Π 9. 112· τοῦ Διός, Αισχύλ. Ἱκ. 652· - ὡσαύτως ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων τοῖς θεοῖς, οἷον, θεῶν σέβας, Σοφ. Ο. Τ. 830, πρβλ. Φ. 1289. ΙΙ. μεθ ̓ Ὅμηρ., ἐπὶ προσώπων, ἀμόλυντος, ἀμίαντος καθαρός, ἐπὶ παρθένων, Πινδ. Π. 4. 183, Αἰσχύλ. Ἀγ. 244, Ἀποσπ. 238· οὕτως περὶ τοῦ Ἱπολλύτου Εὐρ. Ἱππ. 102· καὶ μετὰ γεν.· λέχους ἁγνὸν δέμας, αὐτ. 1003· γάμων ἁγνοί, Πλάτ. Νόμ. 840D· ἁγνὴ ἀπ ̓ ἀνδρὸς συνουσίας, ὅρκ. παρὰ Δημοσθ. 1371. 23. 2) καθαρὸς ἀπὸ αἵματος, ἀθῶος· ἁγνοὶ τοὐπὶ τήνδε τὴν κόρην, Σοφ. Ἀντ. 889· ἁγνὸς χεῖρας, Εὐρ. Ὀρ. 1604· μητροκτόνος ... τόθ ̓ ἁγνὸς ὤν, ὁ αὐτ. Ἠλ.1607, πρβλ. Ι. Α. 940· ὅθ ̓ἁγνὸς ἦν, λέγει ὁ Ἡρακλῆς, δηλ. ὅτε εἶχον ἁγνισθῇ (καθαρισθῇ) ἀπὸ αἵματος, Σοφ. Τρ. 258· μ. γεν.· ἁγνὸς αἵματος, Εὐρ. Ἱππ. 316· φόνου, Πλάτ. Νόμ. 759C 3) καθόλου ἐπὶ ἠθικῆς ἔννοιας· ἁ. κρίσις, καθαρά, δικαία, ἀπροσωπόληπτος, Πινδ. Ὀ. 3. 37· ψυχῆς φιλία ἁγνή, Ξεν. Συμπ. 8, 15, κτλ. 4) Δάματρος ἀκτᾱς δέμας ἁγνὸν ἴσχειν, τηρῶ τὸ σῶμα καθαρὸν ἀπὸ τροφῆς, ἀπέχομαι τροφῆς, Εὐρ. Ἱππ. 138. 5) ἐν ἁγνῷ ἵζεσθαι = ἐπὶ καθαροῦ, ἱεροῦ ἐδάφους, Αἰσχύλ. Ἱκ. 223. ΙΙΙ. Ἐπιρρ. ἁγνῶς καὶ καθαρῶς, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 121, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 339· ἁ. ἔχειν, Ξεν. Ἀπομν. 3. 8, 10. - Πρβλ. ἅγιος, ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
1 pur, saint, sacré, chaste;
2 pur, exempt de souillure : ἁγνὸς αἵματος EUR pur de sang ; ἁγνὸς ἀπό τινος DÉM pur de qqe souillure ; βοὸς ἁγνῆς ESCHL génisse dont le cou est vierge, càd qui n’a jamais été souillé par le joug ; SEPT innocent.
Étymologie: R. Ἁγ, être pur.
Par. καθαρός.

English (Autenrieth)

holy, pure.

English (Slater)

ἁγνός (ἁγνῷ, -όν; -οί: -άν; -αί: -όν acc.: superl. -όταται)
   1 holy.
   a of persons, divine or semi-divine καὶ ῥά μιν χώρας ἀκλάρωτον λίπον, ἁγνὸν θεόν (sc. Ἥλιον.) (O. 7.60) “Κενταύρου με κοῦραι θρέψαν ἁγναί.” (P. 4.103) “ἁγνὸν Ἀπόλλων”. (P. 9.64) ἐς δὲ τὸν λοιπὸν χρόνον ἥροες ἁγνοὶ πρὸς ἀνθρώπων καλέονται fr. 133. 5.
   b of things, belonging to, or administered by divinities καὶ μεγάλων ἀέθλων ἁγνὰν κρίσιν καὶ πενταετηρίδ' ἁμᾶ θῆκε (O. 3.21) ἀείδει μὲν ἅλσος ἁγνὸν τὸ τεὸν sc. of Pallas Athene. (O. 5.10) τᾶς ἐρεύγονται μὲν ἀπλάτου πυρὸς ἁγνόταται ἐκ μυχῶν παγαί (cf. Ἁφαίστοιο v. 25) (P. 1.21) ἔνθ' ἁγνὸν Ποσειδάωνος ἕσσαντ ἐνναλίου τέμενος (P. 4.204) πίσω σφε Δίρκας ἁγνὸν ὕδωρ (I. 6.74) (Ζεύς) ὃς καὶ τυπεὶς ἁγνῷ πελέκει τέκετο ξανθὰν Ἀθάναν fr. 34. δενδρέων δὲ νομὸν Διώνυσος πολυγαθὴς αὐξάνοι, ἁγνὸν φέγγος ὀπώρας fr. 153.
   c frag. ]ἁγνᾶς αγι[ Πα. 7. c. 1.

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Alolema(s): lesb. ἄγνος Sapph.2.2, Alc.384; hαγν- IGDS 38.14 (Selinunte V a.C.); ἁδνός Hsch.

• Morfología: [ac. sg. ἁγνό Index Gramm.38 (Isauria)]
A de dioses y pers.
I 1sacro, santo frec. de divinidades femeninas ctónicas y agrarias, esp. Ártemis y Deméter Ἄρτεμις Od.5.123, 18.202, A.Supp.1030, Ar.Th.971, Δημήτηρ Hes.Op.465, h.Cer.203, 337, Archil.241, Περσεφόνεια Od.11.386, cf. IGDS l.c., ἁ. θεαί de las ninfas IG 14.204.5 (Acras III/II a.C.), cf. Paus.4.33.4, ἁγνὰν παῖδα Διός de Atenea, Lamprocl.1(a).1, Παλλὰς ἁγνοτάτη FD 2.106 (II a.C.), ἁγνὴ μῆτερ Κύπρι Lyr.Adesp.286.3.1S., ἄγνα ... Ἄφροι Alc.384 (cj.), epít. de Afrodita en Delos ID 2222.3, 2231.16 (ambas II a.C.), Χάριτες Alc.386, Μοῦσαι Orph.H.proem.17, fig. Εὐνομία B.15.54
de ciertas heroínas rel. c. los dioses, como el más alto elogio: de Sémela Lyr.Adesp.8(d).1, de Helena ἁ Λήδας παῖς ἁ. Ar.Lys.1315.
2 de dioses sacro, santo de Apolo, Pi.P.9.64, A.Supp.214, del Sol, Pi.O.7.60, Zeus, A.Supp.652, S.Ph.1289, γαιάοχος Stesich.105(a).9S., χθόνιοι δαίμονες (la Tierra, Hermes, Hades), A.Pers.627, cf. Orph.H.7.2
de héroes rel. c. los dioses Πέλωψ B.11.25, ἥροες ἁγνοί héroes bienaventurados Pi.Fr.133.5, en lit. judeo-crist., del Mesías Orac.Sib.3.49, de Dios o Cristo, 1Ep.Io.3.3, Nonn.Par.Eu.Io.17.11.
II de pers.
1 esp. de hombres inocente de crimen, libre de sangre ἡμεῖς γὰρ ἁγνοὶ τοὐπὶ τήνδε τὴν κόρην (habla Creonte en rel. c. el enterramiento en vida de Antígona), S.Ant.889
c. ac. de rel. ME. ἁγνὸς γάρ εἰμι χεῖρας - OP. ἀλλ' οὐ τὰς φρένας Menelao: tengo las manos limpias de crímenes. Orestes: pero no la mente E.Or.1604
c. gen. φόνου Pl.Lg.759c
raro de una mujer, precisado por gen. ἁγνὰς ... χεῖρας αἵματος E.Hipp.316
purificado de un crimen ὅθ' ἁ. ἦν S.Tr.258, ἀφ' ἁγνοῦ στόματος εὐφήμως καλῶ (Orestes absuelto de su crimen), A.Eu.287.
2 puro, santo, que no rompe ninguna ley religiosa, bueno, recto ἀπ' ἀνδρὸς ἁγνοῦ A.Supp.364, πάντες δ' εὐσεβίες τε καὶ εὔγλωττοι ... ἁγνοί Orph.Fr.568.4, εἰσίναι (sic) εἰς [τὸ] ἱερὸν ἁγνὸν ἐ[ν] ἐσθῆτι λευκῇ IPr.205 (III a.C.)
de magistrados honrado, íntegro, probo τὸν ἁγνότατον καὶ δικαιότατον ἀνθύπατον Ἀφρικῆς IEphesos 3082.2 (III d.C.), cf. IG 7.2510.3 (Tebas III d.C.), en aclamaciones ἁ. πιστοὶ σύνδικοι POxy.41.29 (III/IV d.C.), ἁγνὲ Σεουηρῖνε IGCh.317 (IV d.C.)
en lit. judeo-crist. inocente de pecado 2Ep.Cor.7.11
c. gen. Δάματρος ἀκτᾶς δέμας ἁγνὸν ἴσχειν mantener el cuerpo puro del alimento de Deméter, e.e., estar en ayunas E.Hipp.138.
III en rel. c. tabúes sexuales frec. c. gen. γάμων o semejantes
1 puro, no contaminado por relación incestuosa πῶς δ' ἂν γαμῶν ἅκουσαν ἅκοντος πάρα ἁγνὸς γένοιτ' ἄν; A.Supp.228, ἁγνὰν σπείρας ἄρουραν (de Edipo), A.Th.753.
2 gener. de mujeres puro, purificado después de las relaciones sexuales πῶς ἔθ' ἁγνὴ δῆτ' ἂν ἔλθοιμ' εἰς πόλιν; ¿cómo volveré otra vez pura a la acrópolis? Ar.Lys.912
gener. puro, casto οὖσ' ἁγνὴ χρόα ref. a Casandra, E.Tr.453, ἁγνᾶς ἄνθεμα Χρυσογόνας Theoc.Ep.13.2, cf. 2Ep.Cor.11.2, τὴν ἁγνοτάτην ἱεραφόρον τῆς ἁγίας Εἴσιος IG 7.3426.7 (Queronea III d.C.), c. gen. γάμων ἁ. de ciertos pájaros y animales, Pl.Lg.840d, ἁγναῖς παρθένοις γαμηλίων λέκτρων A.Fr.242, de mujeres, Men.Epit.264, ἡ κανηφόρος ἁγνὴ γάμων la canéforo guarda celibato D.H.1.21, cf. 1.43
excepcional de un hombre: de Hipólito, E.Hipp.102, c. gen. λέχους ἁ. δέμας E.Hipp.1003.
B de cosas
I consagradas a los dioses
1 de ofrendas, sacrificios no sangriento, incruento de aceite perfumado λαμπὰς ... φαρμασσομένη χρίματος ἁγνοῦ A.A.94, esp. de perfumes ἁ. ὀδμὴν λιβανωτὸς ἵησι Xenoph.1.7, ἁγνὰ θύματα S.Tr.287, Th.1.126, Pl.Lg.782c, cf. X.Ages.11.2.
2 de lo propio de dioses ἁγνοί sagrado, santo fiestas ἑορτή de Apolo Od.21.259, de Deméter ὀργίων Ar.Ra.384, ἁγνήν, ἱερὰν ὁσίοις μύσταις χορείαν Ar.Ra.335, templos, lugares sagrados ναός, τέμενος, ἄλσος de Posidón h.Merc.187, Pi.P.4.204, de Afrodita, Sapph.2.2, prob. Ártemis, Alcm.14(b).2, cf. A.Th.278, χῶρον οὐχ ἁ. πατεῖν lugar que es sacrilegio pisar (consagrado a las Erinis), S.OC 37, ἐν ἁγνῷ en sagrado (consagr. a Apolo, Hermes, Posidón), A.Supp.223
de altares, lugares oraculares (esp. de Deméter y Apolo) βωμός B.10.29, E.Andr.427, ἁ. ἐσχάραις δυοῖν θεαῖν E.Supp.33, χρηστήρια Λοξίου E.Io 243, cf. IT 972, Δωδώνη<ς> βάθρα E.Fr.494.15
de sus sedes ἁ. Ὄλυμπος Hes.Sc.203, ἑδράνων ἀφ' ἁ. A.Supp.103
objetos de culto ἁ. πέλεκυς Pi.Fr.34, χέρνιβες Simon.72b, ἄ[γαλ]μα Stesich.88.2.10S., ἄγαλμα Παλλάδος Nonn.D.19.241
de ciertos animales Ἡλίου ἁ. βόες vacas sagradas del Sol E.Tr.439, βοός τ' ἀφ' ἁγνῆς ... γάλα leche de una vaca no uncida A.Pers.611.
II en sent. más amplio
1 de elementos puro, incontaminado del agua ὕδωρ Pi.I.6.74, Nonn.D.4.354, λουτρόν S.Ant.1201, Στρυμών A.Supp.254, del fuego πυρὸς ἁγνόταται ἐκ μυχῶν παγαί Pi.P.1.21, πῦρ E.El.812, Ἡφαίστου μένος ἁγνόν Orph.H.proem.10, φάος S.El.86, E.Fr.443, αἰθήρ A.Pr.280, οὐράνιαι φλόγες Orph.H.proem.3, Φύσις Orph.H.10.8
en sentido material limpio, sin mezcla αὐτὸν δὲ χρὴ τὸν φλοιὸν ἁγνὸν ἀποδεῖραι hay que arrancar la corteza limpiamente, Gp.10.77.3.
2 del canto o la voz en la fiesta religiosa puro o santo πάρ[θενοι] ἄειδον μέλος ἄγνον Sapph.44.26, ἁ. αὐδά A.A.245.
3 de abstr. puro, honrado, íntegro, recto, probo πολεμόκραντον ἁγνὸν τέλος ἐν μάχᾳ A.Th.163, σέβας A.Fr.135, S.OT 830, κρίσις Pi.O.3.21, ἔργα ἁ. LXX Pr.21.8, Herm.Vis.3.8.7.
C adv. -ῶς
I en sent. ritual
1 según normas santas, santamente ἁ. ... μηρία καίειν Hes.Op.337, cf. h.Ap.121.
2 con intención pura, santamente ναοῖς ... ἁγνῶς ἔχοντας προσιέναι X.Mem.3.8.10, τούτων μενόντων ... ἁ. manteniéndose santamente éstas (virtudes) Ep.Barn.2.3.
II honrada, íntegramente πολιτεύεσθαι Herm.Sim.5.6.6, ἀρχισειτωνησάμενος ἁ. καὶ ἐπιμελῶς IWKil.Mitford 10a.7 (imper.), ἀγορανομήσας ἁ. καὶ εὐσταθῶς IEphesos 3012.5, cf. FD 4.63.18, IM 164.13 (todas II d.C.).

• Etimología: Cf. ἅζομαι.

English (Abbott-Smith)

ἁγνός, -ή, -όν (< ἅγος, v.s. ἅγιος), [in LXX chiefly for טָהוֹר (Pss, and Pr. only), also II Mac 13:8, IV Mac 18:7, al. ;]
1.free from ceremonial defilement , in a condition prepared for worship (for exx. of pagan usage, V. MM, VGT, s.v.).
2.holy, sacred, venerable (II Mac, l.c.).
3.As in OT (cl.), pure, chaste, undefiled, guiltless;
(a)of persons: II Co 7:11 11:12, I Ti 5:22, Tit 2:5, I Jo 3:3;
(b)of things: Phl 4:8, Ja 3:17, I Pe 3:2. †SYN.: εἰλικρινής (q.v.), pure, primarily as winnowed, purged, first found in ethical sense in NT (sincere). On the equivalence of ἁ. and καθαρός (q.v.), v. DCG, ii, 459a though Westc. (Epp. Jo., 101) notes a distinction between them.

English (Strong)

from the same as ἅγιος; properly, clean, i.e. (figuratively) innocent, modest, perfect: chaste, clean, pure.

English (Thayer)

(ή, (ἅζομαι, see ἅγιος);
1. exciting reverence, venerable, sacred: πῦρ καί ἡ σποδός, Euripides, El. 812.
2. pure (Euripides, Or. 1604 ἁγνός γάρ εἰμί χεῖρας, ἀλλ' οὐ τάς φρένας, Hipp. 316f, ἁγνάς ... μίασμα);
a. pure from carnality, chaste, modest: παρθένος an unsullied virgin, pure from every fault, immaculate: ἐκεῖνος 1b.)); Homer down.) (Cf. references under the word ἅγιος, at the end; Westc. on 1 John 3:3.)

Greek Monotonic

ἁγνός: -ή, -όν (ἅγος), αυτός που είναι γεμάτος από θρησκευτική ευλάβεια, σεβασμό, δέος·
I. 1. λέγεται για τόπους και πράγματα που είναι αφιερωμένα στους θεούς, άγιος, όσιος, ιερός, σε Ομήρ. Οδ., Αττ.
2. επίσης λέγεται για θεία πρόσωπα, μάντεις, αγνός, καθαρός, σε Ομήρ. Οδ.
II. 1. λέγεται για πρόσωπα, αμόλυντος, αγνός, καθαρός, σε Αισχύλ., Ευρ.· με γεν., αμόλυντος, καθαρός από κάτι, σε Ευρ.
2. καθαρός από αίμα, αθώος, σε Σοφ.· ἁγνὸς χεῖρας, σε Ευρ.
3. με ηθική σημασία, καθαρός, σωστός, δίκαιος, αμερόληπτος, σε Ξεν.· επίρρ., ἁγνῶς ἔχειν, είναι καθαρός, ανόθευτος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἁγνός:
1) чистый, непорочный, праведный (Ἄρτεμις Hom.; Δημήτηρ HH; Ἀπόλλων Pind.; φιλία Xen.): λέχους или γάμων ἁ. Eur., Plat. ведущий целомудренный образ жизни; βοῦς ἁγνή Aesch. корова без порока (по друг. не знавшая ярма);
2) невиновный, невинный: ἁ. τινος Eur., Plat. невиновный в чем-л.; ἁ. ἐπί τινα Soph. невинный перед кем-л.;
3) священный, заповедный (ἑορτή Hom.; ἄλσος HH; τέμενος Pind.): ἐν ἁγνῷ Aesch. в священном месте; χῶρος οὐχ ἁ. πατεῖν Soph. священное (заповедное) место,;
4) очищающий, искупительный (λουτρόν Soph.);
5) очистившийся (от преступления), искупивший свою вину: ὅθ᾽ ἁ. ἦν Soph. как только (Геракл) очистился от своей вины.

Frisk Etymological English

See also: ἅγιος

Middle Liddell

ἄγος
full of religious awe:
I. of places and things dedicated to gods, hallowed, holy, sacred, Od., Att.
2. of divine persons, chaste, pure, Od.
II. of persons, undefiled, chaste, pure, Aesch., Eur.: c. gen. pure from a thing, Eur.
2. pure from blood, guiltless, Soph.; ἁγνὸς χεῖρας Eur.
3. in moral sense, pure, upright, Xen.; adv., ἁγνῶς ἔχειν to be pure, Xen.

Frisk Etymology German

ἁγνός: (Od. usw., vorw. poetisch)
{hagnós}
Meaning: heilig, rein; zur Bedeutung Roloff Glotta 32, 114ff. m. Lit.
Derivative: Nominale Abl. ἁγνότης Reinheit (NT u. a.). Verbale Abl. 1. ἁγνεύω als heilig betrachten, rein sein, reinigen (ion. att.), wovon ἁγνεία Reinigung, ἅγνευμα, ἁγνευτήριος, ἁγνευτικός; 2. ἁγνίζω reinigen, weihen (poet., sp.), wovon ἅγνισμα, -ισμός, -ιστικός u. a., aber auch ἁγνίτης Reiniger (Lyk. u. a.) mit Anschluß an die Nomina auf -ίτης, vgl. Redard Les noms grecs en -της 11.
Etymology : Mit ἅγιος verwandt (s. d.) und wie dies ohne sichere genaue Entsprechung in anderen Sprachen. Aind. yajñá- Gottesverehrung, Opfer kann formal dazu stimmen.
Page 1,13

Chinese

原文音譯:¡gnÒj 哈格挪士
詞類次數:形容詞(8)
原文字根:純 相當於: (זַךְ‎) (זָכָה‎) (טָהֹור‎)
字義溯源:潔淨的,純潔的,貞潔的,清潔的;源自(ἅγιος)=神聖的);而 (ἅγιος)出自(ἀγοραῖος)Y*=敬畏)。這純潔要以神的純潔為準則( 約壹3:3),乃是來自從上頭來的智慧( 雅3:17),而在日常生活中表現出貞潔來( 提前5:22; 多2:5),信徒該常常思想這事( 腓4:8)。參讀 (ἅγιος)同義字
出現次數:總共(8);林後(2);腓(1);提前(1);多(1);雅(1);彼前(1);約壹(1)
譯字彙編
1) 潔淨的(2) 林後7:11; 約壹3:3;
2) 貞潔(2) 林後11:2; 多2:5;
3) 貞潔的(1) 彼前3:2;
4) 純潔(1) 雅3:17;
5) 純潔的(1) 腓4:8;
6) 清潔(1) 提前5:22