Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄκυρος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ἄκῡρος Medium diacritics: ἄκυρος Low diacritics: άκυρος Capitals: ΑΚΥΡΟΣ
Transliteration A: ákyros Transliteration B: akyros Transliteration C: akyros Beta Code: a)/kuros

English (LSJ)

ον,

   A without authority, opp. κύριος, hence,    I of laws, sentences, etc., invalid, unratified, obsolete, ψήφισμα And.1.8; δίκη Pl.Lg.954e; συνθῆκαι Lys.18.15; ἄκυρον ποιεῖν, καταστῆσαι set aside, Pl.Prt.356d, Is.1.21, etc.; νόμοις ἀ. χρωμένη not enforcing the laws, Th.3.37. Adv. -ως Simp. in Ph.168.10.    II of persons, having no right or power, ἄ. ποιεῖν τινά X.HG5.3.24; καθιστάναι Lys. 9.19; τινός over a thing, Pl.Tht.169e; ἄ. πάντων . . γενήσεσθε D.19.2 : c. inf., Pl.Lg.929e.    2 of things, ἀκυροτέρα κρίσις less trust-worthy decision, Pl.Tht.178d; ἄ. ἀμφορεύς voting urn into which neutral votes were thrown, Sch.Ar.Eq.1150, Poll.8.123; τὰ ἀκυρότερα less important parts of nature, Arist. GA778a1; of bodily members, unimportant, ἄ. μόριον Gal.16.540, cf. 18(1).33 (Comp.); impotent, Arist.GA772b28.    III of words and phrases, used in improper sense, Cic.Fam.16.17.1 (Comp.), Phlp. in Ph.717.12. Adv. -ρως Str.12.3.23, Phld.Rh.1.161 S., Hermog.Meth.3, cf. Dam.Pr.7, 306.

German (Pape)

[Seite 87] 1) ungültig, ohne Rechtskraft, ἄκυρον ποιεῖν, ungültig machen, Plat. Prot. 356 d; bes. von Beschlüssen, Gesetzen und richterlichen Entscheidungen, oft bei Rednern, ψήφισμα Andoc. 1, 8; Dem. 23, 93; συνθήκην ἄκυρον ποιεῖν Lys. 18, 15; συγγραφήν Dem. 56, 15; τὸ ἀξίωμα Xen. An. 5, 9, 28; νόμος, dem κύριος entgegengesetzt, Aesch. 3, 38; Plat. Legg. IV, 715 d; κρίσις ἀκυροτέρα, die Entscheidung hat weniger Gewicht, Theaet. 178 d; δίκη ἄκυρος καὶ ἀτελής Legg XII, 954 e; neben ἀβέβαιος Plut. Sol. 27. – 2) Von Menschen; τινός, kein Recht auf etwas habend, ohne Gewalt über etwas, ἄκυρος ἔστω τῶν ἑαυτοῦ, er soll nicht frei über sein Eigenttzum verfügen dürfen, Plat. Theaet. 169 e; Legg. XI, 929 e; ἄκυροι πάντων γενήσεσθε Dem. 19, 2; τὰ δικαστήρια ἄκυρα ποιεῖν τῶν προστιμημάτων, den Gerichten die Macht nehmen, Zusatz-Strafen zu verhängen, 24, 2; auch absol., ἄκυρόν τινα ποιεῖν, Einem keine Vollmacht geben, Xen. Hell. 5, 3, 24; τοὺς βέλτιον βουλευσαμένους ἀκύρους καθιστἀναι, ihnen keinen Einfluß gestatten, Lys. 9, 19; mit dem inf., ἄκυρος καὶ ἀτελὴς σῶσαι, ohne Macht zu retten, Andoc. 4, 9. Beide Bedtgn haben auch Plut. u. Sp. – 3) Von Wörtern: uneigentlich, Cic. Fam. 16, 17; so ἀκύρως, Schol. Il. 24, 614.

Greek (Liddell-Scott)

ἄκῡρος: -ον, = ἄνευ κύρους, ἀξιώματος, ἀντιτίθεται τῷ κύριος, καὶ ἑπομένως, 1) ἐπὶ νόμων, ἀποφάσεων, κλπ. ὁ ἄνευ κύρους ἢ ἰσχύος, ὁ μὴ ἐπικυρωθείς, ἢ ὁ ἀπηρχαιωμένος, δίκη, Πλάτ. Νόμ. 954Ε· συνθῆκαι, Λυσ. 150. 35· - ἄκυρον τιθέναι, Ἀνδοκ. 2. 28, ἄκυρον, ποιεῖν, καταστῆσαι, Λατ. irritum facere, θέτω κατὰ μέρος, ὡς τὸ ἀκυροῦν, Πλάτ. Πρωταγ. 356D, Ἰσαῖ, κτλ.· ἄκυρον γίγνεσθαι, εἶναι, καθίστασθαι ἢ εἶναι ἄκυρον, ἄνευ κύρους ἢ ἰσχύος, Πλάτ. Νόμ. 954Ε, κτλ· νόμοις ἀκύροις χρωμένη, δηλ. ἔχει νόμους ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζει αὐτούς, Θουκ. 3. 37. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, μὴ ἐχόντων δικαίωμαἐξουσία, ἄκ. ποιεῖν τινα, Ξεν. Ἑλλ. 5. 3, 24· καθιστάναι, Λυσ. 115, 42· τινός, ἐπί τινος πράγματος, Πλάτ. Θεαίτ. 169Ε· - ἄκυροι πάντων … γενήσεσθε, Δημ. 342. 2· μετ’ ἀπαρ., Πλάτ. Νόμ. 929Ε. 2) ὡσαύτως καὶ ἐπὶ πραγμάτων, ἀκυροτέρα κρίσις, ὀλιγώτερον ἀξιόπιστος ἀπόφασις, Πλάτ. Θεαίτ. 178D· ἄκυρος ἀμφορεύς, ὁ τῆς ψηφοφορίας ἀμφορεύς, εἰς ὃν λέγεται ὅτι ἐρρίπτοντο αἱ οὐδέτεραι ψῆφοι, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἱπ. 1150, Πολυδ. 8, 123· τὰ ἄκυρα, τὰ οὐχὶ σπουδαῖα μέρη τοῦ σώματος, Γαλην., πρβλ. Ἀριστ. Γεν. Ζ. 4. 4, 41. ΙΙΙ. ἐπὶ λέξεων καὶ φράσεων ὧν δὲν γίνεται προσήκουσα χρῆσις, Λατ. improprius, Κικ. Fam. 16. 17, 1: - οὕτως ἐπίρρ. -ρως, Εὐστ. 457. 41, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sans autorité, sans valeur.
Étymologie: ἀ, κῦρος.

Spanish (DGE)

-ον

• Grafía: graf. ἄκοιρος PMerton 109.17 (II d.C.)

• Morfología: [fem. -α PPanop.22.12 (IV d.C.)]
I 1no válido, nulo, sin vigor legal de decretos, leyes, documentos, etc. ψήφισμα And.Myst.8, δίκη Pl.Lg.954e, συνθῆκαι Lys.18.15, cf. FD 2.70.51 (II a.C.), ἄ. ἔστω αὐτῷ ἡ μίσθωσις IG 22.2499.33 (IV a.C.), ἄ. ἁ ὠνὰ ἔστω FD 3.8.6 (II a.C.), cf. IMylasa 208.11 (II/I a.C.), κρίσις Pl.Tht.178d, D.S.16.24, esp. en los papiros διενγύησις PHal.1.52 (III a.C.), τὸ ὑπεναντίως πραχθησόμενον ἄ. εἶναι POxy.2722.38 (II d.C.), πίστεις BGU 1108.22 (I a.C.), cf. SB 9765.22 (I d.C.), PMerton l.c., PPanop.l.c.
(ἀμφορεύς) ἄ. urna de los votos que no valen Arist.Ath.68.3, Poll.8.123, Sch.Ar.Eq.1150a
ἄκυρον ποιεῖν anular Pl.Prt.356d, Is.1.21, SEG 16.42.31 (Ática IV a.C.), Plb.3.21.2, D.C.59.1.2.
2 sin autoridad, sin derecho de pers. ἄκυρον αὐτὸν ἐποίουν X.HG 5.3.24, καθιστάναι Lys.9.19
c. gen. sin derecho sobre o a ἄ. τινός Pl.Tht.169e, τῶν ψηφισμάτων D.C.37.26.1, ἡμέρας ἄ. τῶν ἐννόμων πράξεων días inhábiles para las actividades habituales Luc.Pseudol.13.
3 de palabras y frases no apropiado, mal usado, incorrecto Cic.Fam.16.17.1, Phlp.in Ph.787.12.
II 1ineficaz, inoperante, incapaz νόμοις χρωμένη πόλις ... ἀκύροις una ciudad que se sirve de leyes (buenas pero) ineficaces en la práctica Th.3.37, βουλαί LXX Pr.1.25, λόγοι LXX Pr.5.7
de facultades y partes del cuerpo deficiente ἄ. τὸ τοῦ θήλεος βουλευτικόν Arist.Pol.1260a13
impotente αἰδοῖον Arist.GA 772b28.
2 no importante, no fundamental Arist.GA 778a1, de partes del cuerpo, Gal.16.540, cf. 18(1).33.
III adv. -ως
1 sin validez legal ἀ. ἐωνήσθω καὶ ἐπανίτω εἰς τοὺς ἀποδομένους IIl.25.110 (III a.C.).
2 de manera no exacta ἔνια καὶ ἀ. προστιθέμενα δέχεσθαι Str.12.3.23, ἐκφέρειν Phld.Rh.1.161, ἑρμηνεύεσθαι Simp.in Ph.168.10.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄκυρος, -ον)
αυτός που δεν έχει νόμιμο κύρος, που δεν ισχύει πια
μσν.
φρ. «ἄκυρος ἀμφορεύς», η ψηφοδόχος κάλπη, όπου έριχναν τις ουδέτερες ψήφους
αρχ.
1. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έχει δικαίωμα ή εξουσία σε κάτι
2. (για πράγματα) αναξιόπιστος
3. ο μη σπουδαίος, ανίσχυρος, ασήμαντος
4. φρ. «ἄκυρον ποιῶ ή καθίστημι», ακυρώνω, ανατρέπω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + κῦρος.
ΠΑΡ. ἀκυρῶ
μσν.- νεοελλ.
ακυρότης
νεοελλ.
ακυρολεκτώ, ακυρολόγος, ακυροποιώ, ακυροχάρτι].

Greek Monotonic

ἄκῡρος: -ον (κῦρος), αυτός που δεν έχει αξίωμα·
I. λέγεται για νόμους και συμφωνίες, χωρίς νόμιμο κύρος, ἄκυρον ποιεῖν, Λατ. irritum facere, θέτω κατά μέρος, και ἄκυρον γίγνεσθαι, το να καθίσταται κάτι ανίσχυρο, το να τίθεται κατά μέρος, σε Πλάτ.· νόμοις ἀκύροις χρωμένη, δηλ. έχει νόμους, αλλά δεν τους εφαρμόζει, σε Θουκ.
II. λέγεται για πρόσωπα που δεν έχουν δικαίωμα ή εξουσία, ἄκ. ποιεῖν τινα, σε Ξεν.· με γεν., ἄκυροι πάντων γενήσεσθε, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἄκῡρος:
1) неправомочный, недееспособный Xen., Plut.: ἄ. τῶν ἑαυτοῦ Plat. неправомочный распоряжаться своим имуществом; ἄκυρόν τινος ποιεῖν τινα Dem. лишать кого-л. права делать что-л.;
2) не вступивший в силу или лишенный силы, недействительный (νόμος Plat., Aeschin.; δίκη Plat.): ἄκυρον ποιεῖν τι Lys., Xen., Aesch. отменять что-л.;
3) не имеющий веса, лишенный значения (κρίσις Plat.);
4) неуместный, неподходящий Cic.

Middle Liddell

κῦρος
without authority:
I. of laws and contracts, invalid, ἄκυρον ποιεῖν, Lat. irritum facere, to set aside, and ἄκυρον γίγνεσθαι, to become of no force, to be set aside, Plat.; νόμοις ἀκύροις χρωμένη, i. e. having laws, but not enforcing them, Thuc.
II. of persons, having no right or power, ἄκ. ποιεῖν τινά Xen.; c. gen., ἄκυροι πάντων γενήσεσθε Dem.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἄκυρος -ον [ἀ-, κῦρος
1. van zaken, m. n. van wetten en decreten etc. zonder kracht of autoriteit, ongeldig: ἄκυρον ποιεῖν τι (iets) krachteloos maken.
2. van personen
3. zonder macht of autoriteit:; ἄκυρον αὐτὸν ἐποίουν zij ontnamen hem zijn autoriteit Xen. Hell. 5.3.24; met gen. over iets.
4. met inf. zonder recht om :. ἄκυρος ἔστω τῶν αὑτοῦ καὶ τὸ σμικρότατον διατίθεσθαι hij moet het recht verliezen om ook maar het geringste van zijn eigen zaken te regelen Plat. Lg. 929e.