Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκλαμβάνω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐκλαμβάνω Medium diacritics: ἐκλαμβάνω Low diacritics: εκλαμβάνω Capitals: ΕΚΛΑΜΒΑΝΩ
Transliteration A: eklambánō Transliteration B: eklambanō Transliteration C: eklamvano Beta Code: e)klamba/nw

English (LSJ)

fut.

   A -λήψομαι Isoc.12.194 :—receive from others, ἀριστεῖ' ἐκλαβὼν στρατεύματος having received the meed of valour from them, S.Ph.1429; ἐ. νόμους to accept laws from another, Plb.2.39.6.    II seize and carry off, βίᾳ τοὺς παῖδας Isoc.l.c.; ἐ. μέρος τι [τῆς μητρός] Arist.GA753b34 : generally, remove, καρπόν PRev.Laws 29.13 (iii B.C.), etc.: Medic., evacuate, πύον Heliod. ap. Orib.44.10.7; dissect out, Antyll. ap. Orib.7.14.5.    III receive in full, Isoc.Ep. 6.13 ; ἐ. τι παρά τινος E.Ion1335, Isoc.5.100, Pl.Lg.958d ; τὸ τέλεον καὶ ἱκανόν τινων ib.807d.    IV ἔργα ἐ.,=ἐργολαβέω, contract to do work, Hdt.9.95, cf. PMagd.10.1 (iii B.C.), IG12(5).647 (Ceos), etc.: c. inf., ἐ. παρὰ τῆς πόλεως πίνακα γράψαι Plu.Pel.25, cf. 2.396e.    2 hire, ὀρχήστριαν PGrenf.2.67.5 (iii A.D.).    V take in a certain sense, understand, ἐ. τοὺς νόμους οὕτω Lys.11.6 ; ἐ. τι ἐπὶ τὸ χεῖρον Arist.Rh.1416b11; διχῶς Id.APr.32b26.    2 take note of, σηκώματα Nicom.Harm.6; ἐ. ἀντίγραφον take a copy, PGen.74.8 (iii A.D.).    VI select, τὰς προτάσεις Arist.APr.43b1; τὰ χαλεπώτατα Longin.10.3.    VII Med., ἐκλαμβάνομαι, = ὑπολογίζομαι, Din.Fr.16.4.    2 take hold of, c. gen., Ph.1.134.    VIII Pass., to be picked out, adorned, φιάλαις λιθοκολλήτοις Agatharch.102.

German (Pape)

[Seite 766] (s. λαμβάνω), herausnehmen, wegnehmen; βίᾳ τοὺς παῖδας, nämlich aus Athen, Isocr. 12, 194; Sp., wie Pol. 5, 42, 3; erhalten (von Anderen oder durch Wahl), ἀριστεῖ' ἐκλαβὼν στρατεύματος Soph. Phil. 1415; παρά τινος δίκας Plat. Legg. XII, 958 d, wie τὸ δίκαιον Pol. 32, 17; τὴν Ἀσίαν παρὰ τῶν Ἑλλήνων Isocr. 5, 100; Eur. Ion 1335; auffassen, verstehen, τὸ τέλεον καὶ ἱκανὸν αὐτῶν Plat. Legg. VII, 807 d; 812 e; νόμους οὕτως Lys. 11, 6; erklären, Plut. Pericl. 6 u. oft in Schol. – Annehmen, νόμους Pol. 2, 39, 6. Bedungene Arbeit übernehmen, Her. 9, 95; παρὰ τῆς πόλεως πίνακα γράψαι Plut. Pelop. 25. – Das med. führt Harpocr. aus Din. an.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκλαμβάνω: μέλλ. -λήψομαι, λαμβάνω τι ἔκ τινος, ἀριστεῖ’ ἐκλαβὼν στρατεύματος, ἐκ τοῦ στρατεύματος, Σοφ. Φ. 1429· ἐκλαβεῖν νόμους Πολύβ. 2. 39, 6· ἐκλ. μέρος τι Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 3. 2, 24. ΙΙ. λαμβάνω καὶ ἀπάγω βιαίως, ἐξαρπάζω, βίᾳ τοὺς παῖδας Ἰσοκρ. 273Ε. ΙΙΙ. λαμβάνω τι πλῆρες, ὁ αὐτ. 420D· ἐκλ. τι παρά τινος Εὐρ. Ἴων 1335, Ἰσοκρ. 102Β, Πλάτ. Νόμ. 958D. IV. ἔργα ἐκλαμβάνω = ἐργολαβέω, ἀναλαμβάνω ἔργα ὡς ἐργολάβος, Ἡρόδ. 9. 95· μετ’ ἀπαρ., ἐκλαβὼν παρὰ τῆς πόλεως πίνακα γράψαι μάχης, conducere tabulam pingendam, Πλουτ. Πελοπίδας 25, πρβλ. 2. 396Ε. V. λαμβάνω κατά τινα ἔννοιαν, ἐννοῶ κατά τινα τρόπον, ἐκλαμβάνω, Λατ. accipere, Πλάτ. Νόμ. 807D· ἐκλ. τοὺς νόμους οὕτω Λυσ. 119. 25· ἐκλ. τι ἐπὶ τὸ χεῖρον Ἀριστ. Ρητ. 3. 15, 10· διχῶς ὁ αὐτ. Ἀναλυτ. Πρ. 1. 13, 7· πρβλ. ἐκδέχομαι ΙΙ. VI. ἐκλέγω, τὰς προτάσεις αὐτόθι 1. 27, 6, κ. ἀλλ. VII. μέσ., ἐκλαμβάνομαι = ὑπολογίζομαι, Δείναρχ. παρ’ Ἁρποκρ., Λογγῖν. 10.

French (Bailly abrégé)

f. ἐκλήψομαι, etc.
I. (ἐκ hors de) enlever, emporter;
II. (ἐκ marquant l’origine) tirer de :
1 prendre de : τι παρά τινος recevoir qch de la main de qqn;
2 recevoir de : ἀριστεῖα στρατεύματος SOPH recevoir de l’armée le prix de la valeur;
3 accepter de qqn, se charger de : παρὰ πόλεως ἵππον γράψαι PLUT accepter d’une ville la tâche de peindre un combat de cavalerie ; en gén. admettre : καλῶς τι PLUT bien interpréter qch.
Étymologie: ἐκ, λαμβάνω.

Spanish (DGE)

• Morfología: [fut. part. ἐκληψόμενος Isoc.12.194]
I c. ac. de cosa o abstr.
1 recibir ἀριστεῖ' ἐκλαβὼν στρατεύματος S.Ph.1429, παρ' ἑτέρου ἐκλαβόντι (δίκας) Pl.Lg.958d, ἐκλαμβάνει τι μέρος αὐτῆς recibe (el embrión del ovíparo) una parte de ella (de la madre) Arist.GA 753b34
tb. en v. med. ὅσον μὲν ἀγαθόν ..., τοῦτο μὲν ἐκλήψεσθαι Isoc.Ep.6.13, ἐκλαμβανόμενοι παρ' αὐτοῦ τοὺς πυρούς Din.Fr.16.4a.
2 aceptar trabajos o encargos ἐξελάμβανε ... ἔργα Hdt.9.95c, c. inf. ἐκλαβὼν παρὰ τῆς πόλεως πίνακα γράψαι tras haber aceptado el encargo de la ciudad de pintar un cuadro Plu.Pel.25, cf. 2.396e
adoptar νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν Plb.2.39.6.
II 1c. ac. de pers. o cosa coger, llevarse ὡς ἐκληψόμενος βίᾳ τοὺς ... παῖδας Isoc.l.c., τὸν καρπόν PRev.Laws 29.13 (III a.C.)
fig. c. suj. abstr. apoderarse ἐκλάβοι δὲ αὐτὴν (ἡμέραν) σκότος que las tinieblas se apoderen de ese (día) LXX Ib.3.5
medic. extraer, sacar en v. pas. μὴ ὅλον ἐκλαμβανέσθω τὸ πύον Heliod. en Orib.44.7.7.
2 c. ac. de abstr. escoger, seleccionar τὰς προτάσεις Arist.APr.43b1, ὁ ποιητὴς ἐκλαμβάνει τῶν παρακολουθούντων τὰ χαλεπώτατα Longin.10.3, τὸ κοινὸν ἀμφοτέρων γένος S.E.M.7.371.
3 alquilar, contratar los servicios de c. ac. de pers. βούλομαι [ἐ] κλαβεῖν παρὰ σοῦ ... [ὀρ] χηστρίαν PGrenf.2.67.5 (III d.C.).
4 admin. tomar nota, anotar σηκώματα ἀκριβῶς ἐκλαβών después de anotar cuidadosamente los pesos Nicom.Harm.6, (μαρτυρίας) Iust.Nou.90.4
extraer, sacar una copia o extracto de un documento ἐξέλαβα τὰ προκείμενα σύμφωνα τοῖς ἐν καταχωρισμῷ Wilcken Chr.200.21 (II d.C.), ἐκλαβὼν ἀντίγραφον καὶ βαλὼν εἰς ἀγγεῖον σφράγισον PGen.74.8 (III d.C.), ἐξειληφέναι καὶ προσαντιβεβληκέναι ἐκ τεύχους συνκολλησίμων βιβλειδίων POxy.2131.3 (III d.C.).
III usos esp. deriv.
1 ref. a textos y palabras atender παρ' ἡμῶν δ' ἔκλαβ' οὗς ἔχω λόγους E.Io 1335
entender, interpretar τοὺς νόμους Lys.11.6, τόδε ... διχῶς ἔστιν ἐκλαβεῖν Arist.APr.32b26, ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐκλαμβάνοντι ofreciendo la interpretación más desfavorable Arist.Rh.1416b11, cf. Didym.Gen.20.2, τὸν θελκτήριον κεστὸν εἰς τοιαύτην ἀλληγορίαν ἐκλαμβάνων Eust.973.62.
2 concertar una suma por la realización de un trabajo ἀποδοῦναι ... τὸ ἀργύριον τὸ λοιπὸν τὸν ταμίαν οὗ ἂν ἐγλάβῃ que el tesorero entregue el resto del dinero que haya concertado (el adjudicatario) IG 12(5).647.19 (Ceos III a.C.), en part. aor., abs. ὁ ἐκλαβών el adjudicatario, IG 12(5).647.5 (Ceos III a.C.)
contratar trabajos públicos ἐξέλαβον τὸ ἔργον PPetr.2.4.12.2, cf. PCair.Zen.531.12 (ambos III a.C.), οἱ ἐξειληφότες τὸν πλύνον καὶ στίβον PHib.114.2 (III a.C.)
esp. ref. la recaudación de impuestos mediante arriendo ἐξέλαβον τὴν ζυτηράν PHib.133 (III a.C.)
en part. perf. contratante, arrendatario ὁ ἐξειληφὼς τὴν ζυτηρὰν ... Κερκεοσίρεως ... εἰς τὸ νγ (ἔτος) PTeb.40.4 (II a.C.), τὸν κόλλυβον καὶ ἀσημωνίαν BGU 1242 (III/II a.C.), τὴν διδραχμίαν PTeb.281.6 (II a.C.), cf. POxy.1457 (I a.C.), οἱ ἐξειληφότες Ὀξύρυνχα PMich.771.3 (II a.C.), tb. en part. aor. οἱ ἐκλαβόντες τὰ τέλη Wilcken Chr.273.3.1 (II/III d.C.).
3 en cirug. coger una parte por separado, aislar en la cirugía de una arteria βέλτιον δ' ἐκλαβεῖν ὥσπερ κιρσόν es más conveniente coger una parte (de arteria) como una variz Antyll. en Orib.7.14.5.
4 en v. med. tener en poder de uno c. gen. partit. ἐκλαμβάνομαι τῶν ποιητικῶν αὐτῆς (ἡδονῆς) tengo en mi poder algunas cosas que lo producen (placer) Ph.1.134.

Greek Monolingual

(AM ἐκλαμβάνω)
αντιλαμβάνομαι, εννοώ ή ερμηνεύω κάτι με κάποιον τρόπο ή έννοια («τον εξέλαβε ως κακοποιό», «η υποχωρητικότητα εκλαμβάνεται ως αδυναμία»)
μσν.
1. προβάλλω ένσταση
2. αισθάνομαι
3. νοικιάζω
αρχ.
1. παίρνω κάτι από κάποιον
2. αρπάζω βιαίως
3. παίρνω ολόκληρο κάτι
4. καταγράφω, σημειώνω
5. εκλέγω
6. φρ. «ἔργα ἐκλαμβάνω» — αναλαμβάνω ως εργολάβος την εκτέλεση ἔργων.

Greek Monotonic

ἐκλαμβάνω: μέλ. -λήψομαι·
I. λαμβάνω, παίρνω από άλλους, λαμβάνω κάτι ολόκληρο, σε Σοφ. κ.λπ.
II. ἔργα ἐκλ. = ἐργολαβέω, αναλαμβάνω να εκτελέσω εργασία (ως εργολάβος), αναδέχομαι, αντίθ. προς το ἐκδίδωμι (την αφήνω), σε Ηρόδ.
III. «συλλαμβάνω» κάτι με μία συγκεκριμένη σημασία, εκλαμβάνω, αντιλαμβάνομαι, εννοώ, Λατ. accipere, σε Πλάτ.· ἐκλ. τι ἐπὶ τὸ χεῖρον, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκλαμβάνω: (fut. ἐκλήψομαι)
1) захватывать, брать (ἐκληψόμενος βίᾳ τοὺς παῖδάς τινος Isocr.);
2) брать, перенимать, заимствовать (τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβεῖν Polyb. - ср. 6);
3) получать (ἐν ταῖς συνθήκαις τι παρά τινος Isocr.): ἐκλαβεῖν τι ἀριστεῖα Soph. получить что-л. в награду за доблесть; δίκας ἐκλαβεῖν παρά τινος Plat. покарать кого-л.;
4) принимать в себя, поглощать (τὸ πῦρ εἰς ἑαυτὸ πάντα ἐκλαμβάνει κατὰ τὴν ἐκπύρωσιν Plut.);
5) воспринимать, усваивать (τὰς μεγίστας ἰδέας περί τινος Arst.);
6) понимать, истолковывать (τοὺς νόμους οὕτως ὥσπερ ἐγώ Lys. - ср. 2; ἐπὶ τὸ χεῖρόν τι Arst.; τὴν αἰτίαν καλῶς Plut.);
7) принимать на себя: ἐ. ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἔργα Her. брать на себя поручения по всей Греции; ἐκλαβεῖν παρὰ τῆς πόλεως πίνακα γράψαι Plut. принять от города заказ на картину.

Middle Liddell

fut. -λήψομαι
I. to receive from others, receive in full, Soph., etc.
II. ἔργα ἐκλ. = ἐργολαβέω, to contract to do work, opp. to ἐκδίδωμι (to let it out), Hdt.
III. to take in a certain sense, to understand, Lat. accipere, Plat.; ἐκλ. τι ἐπὶ τὸ χεῖρον Arist.