Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπαγωγή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὑπᾰγωγή Medium diacritics: ὑπαγωγή Low diacritics: υπαγωγή Capitals: ΥΠΑΓΩΓΗ
Transliteration A: hypagōgḗ Transliteration B: hypagōgē Transliteration C: ypagogi Beta Code: u(pagwgh/

English (LSJ)

ἡ,

   A leading on gradually, τοῦ κυνηγεσίου X.Cyn.6.12; leading on artfully, D.19.322 (v.l. ἐπ-, pl.), Poll.4.50, Phot.    2 Gramm., introduction, use of a form, A.D. Synt.206.19.    II clearing out or purging of the body downwards, κοιλίας Dsc.3.25; γαστρός Gal.6.278, al.    III (ὑπάγω intr.) retreat, withdrawal, Th.3.97; retreat or haven for ships, Phot.    2 sinking down, squatting (cf. ὑπάγω B. IV), ἐξ ὑπαγωγῆς Arist.HA578b7.    IV irrigation-channel, Sammelb.5126.25 (iii A.D.).    V bringing down of a bandage, Sor.Fasc.32.

German (Pape)

[Seite 1180] ἡ, 1) das Darunter-, Hinzu-, Hineinführen oder -bringen, Xen. Cyn. 6, 12; – das Anführen, Verlocken, die Täuschung, Dem. 19, 323, wo Bekker ἐπαγωγαί schreibt. – 2) das Abführen und Reinigen des Leibes, τῆς κοιλίας, Purgiren, Diosc. – 3) das Zurückführen, u. intr., der Rückzug, der Abzug, διώξεις καὶ ὑπαγωγαί Thuc. 3, 97.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπᾰγωγή: ἡ, ἡ βαθμιαία προσαγωγή, τοῦ κυνηγεσίου Ξεν. Κυν. 6 12· - ἀπάτη, πανουργία, διάφορ. γραφ. ἐν Δημ. 444. 23, Πολυδ. Δ΄, 50, Φώτ. ΙΙ. κίνησις τῆς κοιλίας, Διοσκ. 3. 30. ΙΙΙ. (ἐκ τοῦ ὑπάγω τοῦ ἀμεταβ.), ὑποχώρησις, ἀποχώρησις, Θουκ. 3. 97· - «ὑπαγωγή: ἡ ταῖς ναυσὶ σκέπη· καὶ προσόρμησις· οἷον ὕφορμός τις» Φώτ., Ἐτυμολ. Μέγ. 777, 24. 2) «χαμήλωμα», «ζάρωμα» (πρβλ. ὑπάγω Β. IV), ὀχείαν ποιεῖσθαι ἐξ ὑπαγωγῆς Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 29, 1. 3) τὸ ὑπάγεσθαι, τὴν ἐν τρισὶ γένεσιν ὑπαγωγὴν Ἀπολλών. π. Συντάξ. 206.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
action de se retirer, retraite.
Étymologie: ὑπάγω.

Greek Monolingual

η / ὑπαγωγή, ΝΜΑ ὑπάγω
η κατάταξη σε μία κατηγορία ή η θέση κάποιου υπό την δικαιοδοσία άλλου (α. «υπαγωγή της υπηρεσίας στο υπουργείο Προεδρείας» β. «τὴν ἐν τρισὶ γένεσιν ὑπαγωγήν», Απολλ. Δύσκ.)
μσν.-αρχ.
(κατά τον Φώτ.) «ὑπαγωγή: ἡ ταῑς ναυσὶ σκέπη
καὶ προσόρμησις
οἷον ὕφορμός τις»
αρχ.
1. βαθμιαία προσαγωγή («αὐτὸν δὲ τοὺς κύνας λαβόντα ἰέναι πρὸς τὴν ὑπαγωγὴν τοῡ κυνηγεσίου», Ξεν.)
2. απάτη, πανουργία
3. ευκοιλιότητα, διάρροια
4. υποχώρηση («καὶ ἦν ἐπὶ πολὺ τοιαύτη ἡ μάχη, διώξεις τε καὶ ὑπαγωγαί», Θουκ.)
5. μάζεμα, χαμήλωμα, ζάρωμα
6. διώρυγα, αυλάκι άρδευσης.

Greek Monotonic

ὑπᾰγωγή: ἡ,
I. προοδευτική, σταδιακή προέλαση, σε Ξεν.
II. (από το αμτβ. ὑπάγω), αποχώρηση, υποχώρηση, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπᾰγωγή:
1) отход, отступление (διώξεις τε καὶ ὑπαγωγαί Thuc.);
2) подведение вперед, продвижение (τοῦ κυνηγεσίου Xen.);
3) хитрость, обман (Dem. - v. l. ἐπαγωγή);
4) приседание Arst.

Middle Liddell

ὑπᾰγωγή, ἡ,
I. a leading on gradually, Xen.
II. (from ὑπάγω intr.) a retreat, withdrawal, Thuc.