Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλείδα

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

η (AM κλείς, -δός, Α ιων. τ. κληΐς, -ϊδος, δωρ. τ. κλαΐς, -ΐδος και -ϊδος, αιολ. τ. κλαις και κλάϊς, αρχ. αττ. τ. κλῄς, -ῇδος)
1. κλειδί («ὁ τῇ κλειδί τὰ ξύλα σχίζειν, τῇ δ' άξίνη τὴν θύραν ἀνοίγειν πειρώμενος», Πλούτ.)
2. το μεταξύ του άκρου του στέρνου και του ακρωμίου της ωμοπλάτης σιγμοειδές οστό, κν. κλειδοκόκαλο («ἐπὶ πωλίον... ἀναβὰς ἔπεσον καὶ τὴν κλεῖν συνετρίβην», Ανδοκ.)
3. μτφ. το βασικό μέσο για τη λύση ή ερμηνεία ενός δυσνόητου προβλήματος ή αινιγματικού συγγράμματος ή συστήματος συνθηματικών συμβόλων, άγνωστης γραφής κ.λπ. («ανεκάλυψαν την κλείδα της Γραμμικής γραφής Β'»)
4. αρχιτ. μεσαίος σφηνόλιθος ή θολόλιθος επίπεδης ή καμπύλης αψίδας ή θόλου, αλλ. ακροσφήνιο
νεοελλ.
τηλεπ. μικρός διακόπτης ασθενών ρευμάτων, ο οποίος φέρει ως στοιχεία ζεύξης μεταλλικά ελάσματα που διακόπτουν ή αποκαθιστούν τη λειτουργία διαφόρων τηλεπικοινωνιακών κυκλωμάτων με τη βοήθεια κομβίου ή μικρού μοχλού
αρχ.
1. μοχλός με τον οποίο έκλειναν από μέσα τη θύρα, σύρτης, αμπάρα («ἐς θάλαμον εἰσῆλθε παρά κληῖδος ἱμάντα», Ομ. Οδ.)
2. μτφ. καθετί που θέτει φραγμό, ασφαλίζει και προστατεύει (α. «ἔστι κἀμοὶ κλῂς ἐπὶγλώσσῃ» — έχω φραγμό στη γλώσσα, σιωπώ, Αισχύλ.
β. «ἀνοίξαντα κλῇδα φρενῶν», Ευρ.
γ. «ᾔρατε τήν κλεῖδα τῆς γνώσεως», ΚΔ)
3. στρογγυλό άγκιστρο ή γλωσσίδα της πόρπης
4. η σάρκα του ψαριού θύννος γύρω από το ομώνυμο οστό («τὰ δὲ ὑπογάστρια αὐτοῦ και ἡ κλεὶς εὔστομα και ἁπαλά», Αθήν.)
5. η θέση, το κάθισμα τών κωπηλατών σε πλοίο ή, κατ' άλλους, ο σκαρμός τών κουπιών («πεντήκοντ' ἔσαν ἄνδρες ἐπὶ κληῗσιν», Ομ. Ιλ.)
6. μτφ. στενή διάβαση ή καίρια θέση που, εάν τήν κατέχει κάποιος, μπορεί να εμποδίσει το πέρασμα άλλων («μῆκος δὲ ἀπὸ τῶν κλειδῶν ἐπὶ τὸν Ἀκάμαντα πεζῇ σταδίων χιλίων», Στράβ.)
7. (στη μετρική) ρυθμός, ευφωνία
8. στον πληθ. αἱ κλεῑδες
ιερά στεφάνια
9. (κατά τον Ησύχ.) (στους Κρήτες «κλεῖδα
ὑποδήματος εἴδος».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα klāu- με ονοματική σημ. «άγκιστρο, διχαλωτό κλαδί» και ρηματική σημ. «αγκιστρώνω, κλείνω». Στην Ελληνική, η ρίζα εμφανίζει δύο παρεκτεταμένα θ. σε -ι-, κλᾱF-ι-δ- και κλᾱF-ι-κ (πρβλ. κνημ-ι-δ- του κνήμη, χειρ-ι-δ- του χείρ). Από το θ. κλᾱF-ι-δ προέκυψε το κλῃίς (< κλᾱF-ι-δ-ς), αρχαιότερος τ., ενώ το κλείς είναι νεώτερο και σχηματίστηκε βάσει του νόμου του Osthoff (βράχυνση μακρού φωνήεντος προ ημιφώνου και συμφώνου). Από το θ. κλᾶF-ι-κ- προέκυψε ο τ. κλᾴξ (< κλᾱF-ι-κ-ς). Η αιτ. εν. της αττ. διαλέκτου κλεῑν ερμηνεύεται ως αναλογικός τ. προς τύπους όπως το ναῦν. Το παρεκτεταμένο θ. σε -ι- έδωσε πιθ. και το μετονοματικό ρ. κληίω (αργότερα κλείω). Κατ' άλλη άποψη, το κληίω είναι υποχωρητ. σχηματισμός από τον αόρ. ἐκλήισ(σ)α του μετονοματικού κλῄζω (ΙΙ) «κλείνω», που ανάγεται στο παρεκτεταμένο θ. κλᾱF-ι-δ- (κλήζω [ΙΙ] < κλᾱF-ι-δ-). Έτσι, όμως, το κλήζω (ΙΙ) θεωρείται αρχαίος τ., ενώ στα κείμενα απαντά σε συγγραφείς πολύ μεταγενέστερους από εκείνους που χρησιμοποιούν τα κληίω / κλείω. Επακριβής αντιστοιχία στη μορφή της ρίζας υπάρχει με τον λατ. τ. clavos «καρφί, σύρτης», ενώ το clavis «σύρτης, κλειδί» δεν αποκλείεται να αποτελεί δάνειο της Λατινικής από την Ελληνική. Παρομοίως, το αρχ. ιρλδ. clō «καρφί» με πληθ. clōi δεν αποκλείεται να αποτελεί δάνειο της Κελτικής από τη Λατινική. Με τη λ. συνδέονται και ορισμένοι σλαβικοί τ., όπως το αρχ. σλαβ. ključi «κλειδί» ή το σερβικό kljuka «κλειδί, άγκιστρο», τών οποίων όμως ο φωνηεντισμός συνεπάγεται μια δεύτερη μορφή kleu- της ΙΕ ρίζας. Τέλος, οι τ. της Γερμανικής, όπως το αρχ. άνω γερμανικό sliozan «κλείνω» και τα σύγχρονα schliessen «κλείνω», Schlussel «κλειδί» οδήγησαν στην υπόθεση μιας ΙΕ ρίζας (s)kl- με «κινητό» αρκτικό s-.
ΠΑΡ. κλειδάς, κλειδί(ον), κλειδώ, κλείω
νεοελλ.
κλειδικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κλεδοποιός, κλειδούχος, κλειδοφύλαξ
αρχ.
κλειδαγωγία, κλειδάρχης, κλειδουχικός, κλειδουχώ, κλειδοφορία, κλειδοφόρος, κλειδοφορώ, κλειδοφυλάκιον, κλειδοφυλακώ
νεοελλ.
κλειδάριθμος, κλειδοκέρας, κλειδοκόκαλο, κλειδοκυμβαλιστής, κλειδοκύμβαλο, κλειδοποιία, κλειδοσάλπιγγα, κλειδόχορδο. (Β' συνθετικό) κατακλείδα(-είς)].