Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάσιος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: λάσιος Medium diacritics: λάσιος Low diacritics: λάσιος Capitals: ΛΑΣΙΟΣ
Transliteration A: lásios Transliteration B: lasios Transliteration C: lasios Beta Code: la/sios

English (LSJ)

α, ον, later also ος, ον Luc.Prom.12, etc. (cf. λάσειος):—

   A shaggy, woolly, of sheep, Il.24.125, Od.9.433; λ. θῆρες, of sheep and goats, opp. deer (στικτοὶ θ.), S.Ph.184 (lyr.); μέλισσαι Theoc.22.42; τὰ -ώτατα, of horses, X.Eq.2.4; in men, λ. κῆρ was in the heroic age a mark of strength, Il.2.851, 16.554, cf. Pl.Tht.194e; ἐν… στήθεσσιν λασίοισι, of Achilles, Il.1.189; τὸ στῆθος ἐπαινεῖν χρὴ τετράγωνόν τε ἐὸν καὶ λ. Hp.Prorrh.2.7; whereas afterwards a hairy breast was looked upon as a sign of dissoluteness or coarseness, Ar.Nu. 349; or of intrigue and cunning, Ἀγαθοκλεῖος λάσιαι φρένες ἤλασαν ἔξω πατρίδος Alex.Aetol.5; also λ. κεφαλή Pl.Ti.76c; περὶ ὦτα λ. Id.Phdr.253e; λ. τὰ σκέλη Luc.DDeor.4.1; λ. ὀφρύς Theoc.11.31; μηρῶν τρίχες AP11.326 (Autom.); τὸ λ. hairiness, Luc.DMar.1.1. Adv. τῶν ὀφρύων -ίως ἔχειν Philostr.VS2.1.7.    II generally, bushy, overgrown, αἴης λάσιον μένος Emp.27.2; χωρίον X.HG4.2.19, cf. Pl.Cra.420e; δρυμός Theoc.25.134; δρῦς Id.26.3; ἐκ τῶν λ. τὰ θηρία ἐξελᾶν X.Cyr.1.4.16; διὰ τῶν λ. ἐπιγενόμενοι Id.An.6.4.26: c. dat., overgrown with… , γῆ ὕλαις λάσιος Luc.Prom.l.c.

German (Pape)

[Seite 17] (mit λαῖνα, lana, verwandt, vgl. δασύς), att. 2 Endgn, dichtbehaart, rauch, zottig, wollig, ὄϊς, Il. 24, 125 Od. 9, 433, wie Theocr. 12, 4; θῆρες Soph. Phil. 184. – Von Menschen, λάσια στήθεα, Il. 1, 189, λάσιον κῆρ, 2, 851. 16, 554, zottige Brust, u. danach gebildet auch zottiges Herz, als Zoichen trotzigen, männlichen Muthes; vgl. Plat. Theaet. 194 a; ὡς λάσιαι φρένες ἤλασαν ἔξω Alex. Aet. bei Ath. XV, 699 c, wo es denn auch als Zeichen der Klugheit u. Verschlagenheit gilt. – Im eigtl. Sinne, κεφαλή, Plat. Tim. 76 c; περὶ ὦτα λάσιος Phaedr. 253 e; Sp., λάσιος τὰ σκέλη Luc. D. D. 4, 1; λάσιος γένυν Flacc. 2 (XII, 25); ὀφρύς Theocr. 11, 31, wie Sosipat. 3 (V, 56); χαίτη Ap. Rh. 4, 1605; τρίχες Automed. 2 (XI, 326). – Auch übtr., wie δασύς, dicht bewachsen, dicht belaubt, ἄγκη δύσπορα καὶ λάσια Plat. Cratyl. 420 e; χωρίον Xen. Hell. 4, 2, 19; im Gasztz von ἐργάσιμον, Cyr. 1, 4, 16; ἡ γῆ λάσιος ὑλαις, Luc. Prom. 12; häufig bei sp. D., λασίοισιν ἐπὶ δρυὸς ἀκρεμόνεσσιν Ap. Rh. 2, 1270; δρυμός Theocr. 25, 134; φύλλα Nic. Thev. 69; – τὰ λασιώτατα τῶν ὀρῶν D. Cass. 39, 44.

Greek (Liddell-Scott)

λάσιος: [ᾰ], -α, -ον, βραδύτερον ὡσαύτως ος, ον Λουκ. Προμ. 12, κτλ.· (ἴδε ἐν τέλ.)· - δασύς, δασύτριχος, πυκνόμαλλος, ἐπὶ προβάτων, Ἰλ. Ω. 125, Ὀδ. Ι. 433· λ. θῆρες, ἐπὶ προβάτων καὶ αἰγῶν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἐλάφους (στικτοὶ θ.), Σοφ. Φιλ. 184· τράγος, μέλισσαι Θεόκρ. 7. 15., 22. 42· τὰ λασιώτατα, ἐπὶ ἵππων, Ξεν. Ἱππ. 2. 4· - παρ’ ἀνδράσι τὸ λάσιον κῆρ, ἐθεωρεῖτο κατὰ τοὺς ἡρωϊκοὺς χρόνους ὡς σημεῖον ἰσχύος, Ἰλ. Β. 851., Π. 554· ἐν... στήθεσσιν λασίοισι, ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέως, Α. 189· τὸ στῆθος ἐπαινέειν χρὴ τετράγωνόν τε ἐὸν καὶ λάσιον Ἱππ. 91Β· ἐνῷ μετέπειτα τὸ λάσιον στῆθος ἐθεωρεῖτο ὡς σημεῖον ἀκολασίας ἢ ἀγροικίας, Ἀριστοφ. Νεφ. 349, πρβλ. Πλάτ. Θεαίτ. 194Ε· ἢ δολιότητος καὶ πανουργίας, Ἀγαθοκλῆος λάσιαι φρένες ἤλασαν ἔξω πατρίδος Ἀλέξανδρ. Αἰτωλ. παρ’ Ἀθην. 699C· - (τἀνάπαλιν, mens vulsa παρὰ τῷ Μαρτιαλίῳ κεῖται ἐπὶ ἀσθενοῦς νοῦ)· - ὡσαύτως, λ. κεφαλὴ Πλάτ. Τίμ. 76C· λ. περὶ τὰ ὦτα ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 253Ε· λ. τὰ σκέλη Λουκ. Θεῶν Διάλ. 4. 1· λ. ὀφρὺς Θεόκρ. 11. 31· τρίχες Ἀνθ. Π. 11. 326· - τὸ λάσιον, τὸ τριχωτόν, Λουκ. Ἐνάλ. Διάλ. 1, 1· - Ἐπίρρ., τῶν ὀφρύων λασίως ἔχειν Φιλόστρ. 552. ΙΙ. καθόλου ὡς τὸ δασύς, πυκνόδενδρος, θαμνώδης, κατάφυτος, χωρίον Ξεν. Ἑλλ. 4. 2, 19, πρβλ. Πλάτ. Κρατ. 420D· δρυμὸς Θεόκρ. 25. 134· δρῦς ὁ αὐτ. ἐν 26. 3· - ἐκ τῶν λασίων τὰ θηρία ἐξελᾶν Ξεν. Κύρ. 1. 4, 16· διὰ τῶν λ. ἐπιγενόμενοι ὁ αὐτ. ἐν Ἀν. 6. 4, 26· - ὡσαύτως πυκνῶς κεκαλυμμένος μέ..., γῆ ὕλαις λάσιος Λουκ. Προμ. 12. (Λάσιος φαίνεται ὅτι διαφέρει τοῦ δασὺς μόνον διαλεκτικῶς, ἐπειδὴ τὰ γράμματα, λ καὶ δ ἐνίοτε ἐναλλάσσονται, πρβλ. Δδ ΙΙ. 6).

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
I. velu, dont la toison, les poils, les cheveux sont abondants et touffus;
II. p. anal.
1 touffu en parl. d’arbres, de végétation;
2 couvert de bois, de plantations ; avec le gén. : ὕλη λάσιος πιτύων LUC bois touffu de pins ; τὰ λάσια XÉN pays couvert d’une végétation touffue;
Cp. λασιώτερος, Sp. λασιώτατος.
Étymologie: DELG pê *Ϝλάτιος, cf. all. Wald.

English (Autenrieth)

hairy, shaggy, epith. of στῆθος, also κῆρ, as sign of manly strength and spirit; of sheep, wolly, Od. 9.433.

Greek Monolingual

(I)
-α, -ο (Α λάσιος, -ία, -ον και λάσιος, -ον)
αυτός που έχει πυκυό τρίχωμα, δασύτριχος, πυκυόμαλλος («στικτῶν ἢ λασίων μετὰ θηρῶν», Σοφ.)
αρχ.
1. ανδρείος, ισχυρός («ἐν... στήθεσσιν λασίοισι», Ομ. Ιλ.)
2. ακόλαστος ή αγροίκος
3. (για τόπο) κατάφυτος («καὶ γὰρ ἦν λάσιον τὸ χωρίον», Ξεν.).
επίρρ...
λασίως (Α)
με πυκυό τρίχωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμ. wlt- της ΙΕ ρίζας wel- «τριχωτός» και συνδέεται με τ. που σημαίνουν «δασύτριχος, σγουρομάλλης»: αρχ. ιρλδ. folt, ρωσ. voloti, γερμ. wald. Ο τ., επομένως, ανάγεται σε αρχική μορφή Fλάτιος, από όπου με σίγηση του F- και συριστικοποίηση του -τ- προήλθε ο τ. λάσιος. Ο τ., τέλος, συνδέεται με τα λῆνος και λάχνη.
ΠΑΡ. αρχ. λασιούμαι, λασίων, λασιώτις
αρχ.-μσν.
λασιότης.
ΣΥΝΘ. λασιόθριξ, λασιόκνημος, λασιόστερνος
αρχ.
λασιαύχην, λασίμηλον, λασιόκωφος, λασιόμαλον, λασιόπους, λασιόφρυς, λασιοχαίτης
νεοελλ.
λασιόκαρπος, λασιοκέφαλος].
(II)
ο
ζωολ. γένος υμενόπτερων εντόμων της οικογένειας formicidae.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. lasius (< λάσιος)].

Greek Monotonic

λάσιος: [ᾰ], -α, -ον και -ος, -ον (συγγενές προς δασύς
I. μαλλιαρός, δασύς, δασύτριχος, πυκνόμαλλος, σε Όμηρ., Σοφ., κ.λπ.
II. θαμνώδης, κατάφυτος, πυκνός από δέντρα, σε Ξεν., Θεόκρ.· τὰ λάσια, θάμνοι, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

λάσιος: 3, редко
1) густошерстный, густорунный (ὄϊς Hom.);
2) косматый, мохнатый, волосатый (τὰ στήθη Hom.; κεφαλή Plat.; μέλισσαι Theocr.; τὰ σκέλη Luc.);
3) перен. обросший волосами, косматый, т. е. мужественный (κῆρ Hom.) или зверский, грубый, дикий Arph.;
4) густо заросший; лесистый (χωρίον Xen.; γῆ ὕλαις λ. Luc.);
5) густой (δρυμός Theocr.; τρίχες Anth.): ὕλη λάσιος πιτύων Luc. густой сосновый бор.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: shaggy, woolly, overgrown with (Il.).
Compounds: Compp., e. g. λασι-αύχην with hairy neck (h. Merc.).
Derivatives: λασιών, -ῶνος m. thicket (Nic.). Also GN; λασιῶτις, adjunct of ὕλη (Epic. Alex. Adesp.), cf. δενδρῶτις (E.) a. o.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: If from *Ϝλατ-ι̯ος, λάσιος can be connected with some words for hair etc. (Fick 2, 263): Celt., e. g. OIr. folt hair (IE *u̯olto-), Balt., OPr. wolti ear (of corn), Lith váltis bunch of oats, Slav., e. g. Russ. a. Smallruss. vólotь thread, ear; raceme, Serb. vlât ear (IE *u̯olti-); with (Solmsen KZ 42, 214 n. 4) Germ., e. g. NHG Wald (IE *u̯óltu-; diff. Fick 2, 277); from the words mentioned λάσιος from IE *u̯l̥ti̯os would differ in ablaut. More forms w. lit. and farreaching combinations in Bq, WP. 1, 297, Pok. 1139 f.; s. also λῆνος and λάχνη. - Diff. on λάσιος Lidén PBBeitr. 15, 521 f. (s. Bq). Speculations by A.Blanc in RPh. 73(1999)

Middle Liddell

λά˘σιος, η, ον akin to δασύς
I. hairy, rough, shaggy, woolly, Hom., Soph., etc.
II. shaggy with brushwood, bushy, Xen., Theocr.; τὰ λάσια bushes, Xen.

Frisk Etymology German

λάσιος: {lásios}
Meaning: dicht behaart, zottig, wollig, dichtbewachsen (seit Il.).
Composita : Kompp., z. B. λασιαύχην mit dichtbehaartem Nacken (h. Merc. u. a.).
Derivative: Davon λασιών, -ῶνος m. Dickicht (Nik.). auch ON; λασιῶτις, Beiw. von ὕλη (Epic. Alex. Adesp.), vgl. δενδρῶτις (E.) u. a.
Etymology : Wenn aus *ϝλατι̯ος, kann sich λάσιος einigen Wörtern für ‘Haar o. dgl.’ anschließen (Fick 2, 263): kelt., z. B. air. folt Haar (idg. *u̯olto-), balt., apr. wolti Ähre, lit váltis Haferrispe, slav., z. B. russ. u. klruss. vólotь Faser, Ähre; Rispe. serb. vlât Ähre (idg. *u̯olti-); dazu (Solmsen KZ 42, 214 A. 4) germ., z. B. nhd. Wald (idg. *u̯óltu-; anders Fick 2, 277); von den genannten Wörtern würde sich λάσιος aus idg. *u̯l̥ti̯os immerhin ablautlich unterscheiden. Weitere Formen m. Lit. und weitgehenden Kombinationen bei Bq, WP. 1, 297, Pok. 1139 f.; s. auch λῆνος und λάχνη. — Abweichend über λάσιος Lidén PBBeitr. 15, 521 f. (s. Bq).
Page 2,88