Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναίνομαι

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἀναίνομαι Medium diacritics: ἀναίνομαι Low diacritics: αναίνομαι Capitals: ΑΝΑΙΝΟΜΑΙ
Transliteration A: anaínomai Transliteration B: anainomai Transliteration C: anainomai Beta Code: a)nai/nomai

English (LSJ)

impf. ἠναινόμην, Ep. ἀναινόμην, late also

   A ἀνηνόμην Agath.1.13: aor. ἀνηνάμην Alciphr.3.37, subj. ἀνήνηται, inf. ἀνήνασθαι:    1 c. acc., refuse or reject with contempt, spurn, σὲ δ' ἀναίνεται ἠδὲ σὰ δῶρα Il.9.679; ὃς δέ κ' ἀνήνηται [σφέας] ib.510; τῶν ἄλλων οὔτινα ἀναίνομαι on no one of the rest do I turn my back, Od. 8.212; and without a notion of contempt, πρὶν μὲν ἀναίνετο ἔργον ἀεικές refused, declined to do it, ib.3.265; χαλεπόν κεν ἀνήνασθαι δόσιν εἴη 'twould be hard to refuse a gift, ib.4.651; ὡς μηδὲν ἀναίνοιντο ἔργον X.Cyr.2.1.31.    2 renounce, disown, φάος . . οὐκ ἠναίνετο A.Ag.300; οὐδ' οἷόν τ' ἀνήνασθαι πόσιν E.Med.237; of sexual favours, φιλότητα καὶ εὐνήν Hom.Epigr.12.2; ἀναίνεται δὲ λέκτρα E.Hipp.14, cf. El. 311, Pl.Com.181, Men.446; ἡμᾶς . . ἀναίνοιτ' ἂν ἡ τοῦ διαλέγεσθαι δύναμις Pl.Phlb.57e; εἰ . . ἀναίνει Φορμίωνα κηδεστήν D.36.31.    II c. inf., refuse, decline to do, ἠναίνετο λοιγὸν ἀμῦναι Il.18.450; ἕζεσθαι μὲν ἀνήνατο 23.204; and with pleon. neg., ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι he declined to take anything, 18.500; οὐκ ἀναίνομαι θανεῖν A.Ag.1652, cf. Supp.801; εἰ . . ἀναίνεται εἰ ἐγὼ ἔσομαι ὑὸς Μενεκλέους repudiates the prospect of my being... Is.2.27.    III abs., refuse, αἴδεσθεν μὲν ἀνήνασθαι Il.7.93; deny, οὐδ' αὐτὸς ἀ. 9.116; ἐπειδὴ πάμπαν ἀναίνεαι Od.14.149; ἀναινόμενος ταῦτα D.61.48.    IV c. part., disown doing or having done, νικώμενος λόγοισιν οὐκ ἀναίνομαι I am not ashamed, A.Ag.583; ἀναίνομαι τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν I am ashamed to look on your old age, E.Ba.251; θανοῦσα δ' οὐκ ἀναίνομαι IA1503, cf. HF1124.—Chiefly poet., once in Pl.

German (Pape)

[Seite 189] aor. ἠνηνάμην, ἀνήνασθαι, die Sp. haben auch ἀνηνόμην als impf. (ἀν privat.; ohne Zstzg mit αἶνος, s. Buttm. Lexil. I, 274; eigtl. verneinen, u. med. in Beziehung auf mich, daher), verweigern, versagen, abschlagen, ἔργον ἀεικές, eine ungebührliche Handlung zurückweisen, Od. 3, 265; wie οὐδὲν ἔργον ἀν., sich jeder Arbeit unterziehen, Xen. Cyr. 2, 1, 31; δόσιν, ein Geschenk verweigern, Od. 4, 651; bei Personen, τῶν ἄλλων οὔ πέρ τιν' ἀναίνομαι οὐδ' ἀθερίζω 8, 212; Il. 9, 679; γυναῖκας, Κάστορα, Eur. El. 311; vgl. Plat. Phil. 57 e; Dem. 36, 31 Φορμίωνα κηδεστήν, den Phormion nicht zum Schwager haben wollen; εἴ κεν ἀνήνηται ὁδίτην Theocr. 25, 6; – Mit dem inf., ἠναίνετο λοιγὸν ἀμῦναι, er weigerte sich, Il. 1S, 450; Aesch. Ag. 1637 Suppl. 782; mit pleonastisch hinzutretender Negation, ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι, er weigerte sich, etwas zu nehmen, Il. 18, 500; auch oft absol., sich weigern, Hom. – Mit dem partic., θανοῦσα δ' οὐκ ἀναίνομαι Eur. I. A. 1503, wo es dann in die Bdtg sich schämen übergeht; οὐκ ἀναίνομαι νικώμενος, ich schäme mich nicht, besiegt zu sein, Aesch. Ag. 569; ἀναίνομαι τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν νοῦν οὐκ ἔχον, ich ärgere mich, euer Alter unverständig zu sehen, Eur. Bacch. 248; absolut in dieser Bdtg Herc. Fur. 1124. – Sp. D. meiden, Call. Del. 46.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναίνομαι: παρατ. ἠναινόμην, Ἐπ. ἀναινόμην, μεταγεν. καὶ ἀνῃνόμην Ἀγαθ.: - ἀόρ. ἠνηνάμην, ὑποτ. ἀνήνηται, ἀπαρέμ. ἀνήνασθαι: πρβλ. ἀπαναίνομαι: - ἀποθ. (ἀν- στερητ., αἶνος: ἢ κατὰ Βουττμ. ἀναδεδιπλασιασμένος τύπος τοῦ ἀρν. √ΑΝ.) 1) μετ’ αἰτ. ἀρνοῦμαι, δὲν ἀποδέχομαι, ἀπορρίπτω τι μετὰ περιφρονήσεως, καταφρονῶ, σὲ δ’ ἀναίνεται ἠδὲ σὰ δῶρα, περιφρονεῖ καὶ σὲ καὶ τὰ δῶρα σου, Ἰλ. Ι. 679˙ ὃς δέ κ’ ἀνήνηται [σφέας] αὐτόθι 510˙ τῶν ἄλλων οὔ τιν’ ἀναίνομαι, οὐδένα τῶν ἄλλων περιφρονῶ, Ὀδ. Θ. 212˙ καὶ ἄνευ τῆς ἐννοίας περιφρονήσεως, τὸ πρὶν μὲν ἀναίνετο ἔργον ἀεικές, ἀπέκρουε, δὲν συγκατετίθετο νὰ πράξῃ αὐτό, Ὀδ. Γ. 265˙ χαλεπὸν κεν ἀνήνασθαι δόσιν εἴη, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀπορρίψῃ δῶρον, Δ. 651˙ οὕτως, ὡς μηδὲν ἀναίνοιντο ἔργον Ξεν. Κυρ. 2. 1, 31. 2) ἀπαρνοῦμαι, θεωρῶ τι ὡς ξένον ἢ ὡς μὴ ὂν δι’ ἐμέ, φάος δὲ τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρὰ Αἰσχύλ. Ἀγ. 300˙ οὐδ’ οἷόν τ’ ἀνήνασθαι πόσιν Εὐρ. Μήδ. 237˙ ἀναίνεται δὲ λέκτρα ὁ αὐτ. Ἱππ. 14, πρβλ. Ἠλ. 311˙ ἡμᾶς .. ἀναίνοιτ’ ἂν (ἐνν. ἡ διαλεκτικὴ) Πλάτ. Φίλ. 57Ε˙ τοῦτον .. ἀναίνει; Δημ. 954. 7. ΙΙ. μετ’ ἀπαρεμφ., ἀρνοῦμαι νὰ πράξω τι, ἠναίνετο λοιγὸν ἀμῦναι Ἰλ. Σ. 450˙ ἕζεσθαι μὲν ἀνήνατο Ψ. 204˙ καὶ μετὰ πλεοναστικῆς ἀρνήσεως, ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι, ἠρνεῖτο, λέγων ὅτι οὐδὲν ἔλαβεν, Σ. 500˙ οὐκ ἀναίνομαι θανεῖν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1652, πρβλ. Ἱκ. 801˙ - οὕτως, εἰ .. ἀναίνεται, εἰ ἐγὼ ἔσομαι (ἀντὶ ἐμὲ ἔσεσθαι) Ἰσαῖος περὶ Μενεκλ. κλήρου §27. ΙΙΙ. ἀπολ., ἀρνοῦμαι κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ ὑποδέχομαι, αἴδεσθεν μὲν ἀνήνασθαι Ἰλ. Η. 93: οὐδ’ αὐτὸς ἀναίνομαι, οὐδ’ ἐγὼ τὸ ἀρνοῦμαι, Ι. 116˙ ἐπειδὴ πάμπαν ἀναίνεαι Ὀδ. Ξ. 149˙ πρβλ. Δημ. 1415. 28: - ἐπὶ γυναικός, ἥτις ἀρνεῖται τὴν εὔνοιαν αὑτῆς, πρβλ. Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 12. 2, - «ἀναίνεσθαι: κοινῶς μὲν ἀρνεῖσθαι, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν κατὰ τοὺς γάμους καὶ τὰ ἀφροδίσια λέγεται» (Ἁρποκρ. σ. 17), Πλάτ. Κωμ. ἐν «Φάωνι» 7, Μένανδ. ἐν «Σικυωνίῳ» 6. IV. μετὰ μετοχ. οὐκ ἀναίνομαι νικώμενος, δέν μοι κακοφαίνεται, δὲν δυσανασχετῶ, Αἰσχύλ. Ἀγ. 583˙ ἀναίνομαι τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν νοῦν οὐκ ἔχον, ἐντρέπομαι, μοὶ κακοφαίνεται νὰ βλέπω ὅτι εἰς τὸ γῆράς σας ἐχάσατε τὰ «μυαλά» σας, Ἑρμανν. Εὐρ. Βάκχ. 251, πρβλ. Ι. Α. 1502, Ἡρ. Μαιν. 1124. - Ρῆμα ποιητ. ἀλλ’ οὐχὶ ἄγνωστον παρὰ τοῖς πεζοῖς, ὡς δεικνύουσι τὰ παραδείγματα.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., impf. ἠναινόμην et ao. ἠνηνάμην;
1 refuser avec dédain, dédaigner, acc.;
2 refuser en gén. ; ἠναίνετο λοιγὸν ἀμῦναι IL il refusait d’écarter le fléau ; avec un part. θανοῦσα δ’ οὐκ ἀναίνομαι EUR et je ne refuse pas de mourir;
3 renier, désavouer, acc. ; nier, avec un part. : οὐκ ἀναίνομαι νικώμενος ESCHL je ne nie pas que je sois vaincu.
Étymologie: ἀ, αἶνος.

English (Autenrieth)

ipf. ἀναίνετο, aor. ἀνήνατο, ἠνήνατο, subj. ἀνήνηται, inf. ἀνήνασθαι: deny, refuse; in both senses w. inf., Il. 18.500, 450; governs both persons and things, σὲ δ' ἀναίνεται ἠδὲ σὰ δῶρα, Il. 9.679; opp. ὑποδέχεσθαι, Il. 7.93.

English (Slater)

ἀναίνομαι
   1 refuse, decline c. inf. Εὐξαντίου [Κρητ]ῶν μαιομένων ὃς ᾰνα[ίνετο] αὐταρχεῖν (ἀνάνατο coni. Wil.) (Pae. 4.36)

Spanish (DGE)

• Morfología: [impf. tard. ἀνῃνόμην Agath.1.13.4; aor. ind. ἀνηνάμην Il.23.204, Alciphr.2.35.2, subj. ἀνήνημαι Theoc.25.6, inf. ἀνήνασθαι Il.7.93, part. ἀνηνάμενοι Androm.36]
1 c. ac. de cosa rechazar, rehusar δόσιν Od.4.651, 18.287, δῶρα Hes.Fr.76.6, ἔργον Od.3.265, X.Cyr.2.1.31, μύθους h.Cer.330, γάμον Thgn.1289, λέκτρα E.Hipp.14, ταῦτα D.61.48, σκιᾶς ὄνομα Plu.2.709c, δόρυ Nonn.D.35.167, cf. Pl.Com.181, Men.Fr.378, τὴν ὁμιλίαν Ael.NA 15.19, φάος δὲ τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρά la guardia no rehusó la luz viajera A.A.300, χροιὴν πάμπαν ἀνηνάμενοι rechazando e.d. distando totalmente del color Androm.36.
2 c. ac. de pers. rechazar, no hacer caso, dejar de lado σὲ δ' ἀναίνεται ἠδὲ σὰ δῶρα Il.9.679, (κούρας Διός) Il.9.510, τῶν δ' ἄλλων οὔ πέρ τιν' ἀναίνομαι Od.8.212, πόσιν E.Med.237, γυναῖκας E.El.311, εἰ ... ἀναίνει Φορμίωνα κηδεοτήν si rechazas a Formión como pariente D.36.31, εἴ κεν ὁδοῦ ζαχρεῖον ἀνήνηταί τις ὁδίτην si alguno no hace caso de un caminante muy necesitado de (conocer) la ruta Theoc.25.6
fig. ἡμᾶς ... ἀναίνοιτ' ἂν ἡ τοῦ διαλέγεσθαι δύναμις, εἰ ... el poder dialéctico nos volvería la espalda, si ... Pl.Phlb.57e.
3 c. inf. y part. negar, negarse a, no querer c. inf. ἕζεσθαι Il.23.204, λοιγὸν ἀμῦναι Il.18.450, μηδὲν ἑλέσθαι Il.18.500, αὐταρχεῖν Pi.Fr.52d.36, οὐδὲ γυνὴ ... ἀναίνεται εἶναι ἄκοιτις Thgn.187, cf. Phalar.Ep.51, οὐκ ἀναίνομαι θανεῖν A.A.1652, κοὐκ ... θεραπεύειν μέλη E.Or.221, κοσμεῖν Aristid.1.183
c. part. νικώμενος λόγοισιν οὐκ ἀναίνομαι no niego haber sido vencido por tus razones A.A.583, ἀναίνομαι ... τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν E.Ba.251, θανοῦσα δ' οὐκ ἀναίνομαι E.IA 1503, ἀ. ... ὑπουργῶν D.Chr.3.73.
4 abs. rehusar, decir que no, resistirse αἴδεσθεν μὲν ἀνήνασθαι les dio vergüenza negarse, Il.7.93, cf. 9.585, 11.647, Od.10.18, 14.239, πύλας ... ψυχὰς εἴργουσιν καίπερ ἀναινομένας las puertas (de Hades) encierran a las almas aunque se resistan Thgn.710, ἦσαν οἱ καὶ ἀνῄνοντο Agath.1.13.4, ἐγὼ δὲ ἀνηνάμην Alciphr.2.35
estar en desacuerdo εἰ μὲν γὰρ περὶ τοῦ ὀνόματός μοι διαφέρεται καὶ ἀναίνεται Is.2.27.

• Etimología: Cf. αἶνος.

Greek Monolingual

ἀναίνομαι (Α)
1. δεν αποδέχομαι, αρνούμαι, αποκρούω, απορρίπτω με περιφρόνηση ή βδελυγμία
2. απαρνούμαι, αποκηρύσσω, δεν αναγνωρίζω
3. αποφεύγω να κάνω κάτι
4. ντρέπομαι, δυσανασχετώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- στερ. + αἴνομαι «βεβαιώνω, δέχομαι, επιδοκιμάζω»].

Greek Monotonic

ἀναίνομαι: παρατ. ἠναινόμην, Επικ. ἀναινόμην· αόρ. αʹ ἠνηνάμην, γʹ ενικ. υποτ. ἀνήνηνται, απαρ. ἀνήνασθαι· αποθ.· (ἀν- στερητικό αἶνος
I. 1. με αιτ., απορρίπτω μετά βδελυγμίας, περιφρονώ, απορρίπτω, σε Όμηρ.· επίσης απλώς, αρνούμαι, απορρίπτω, δεν αποδέχομαι, σε Ομήρ. Οδ., Ξεν.
2. αποποιούμαι, παραιτούμαι, αποκηρύσσω, σε Αισχύλ., Ευρ.
II. με απαρ., αρνούμαι, δεν αποδέχομαι να κάνω, σε Ομήρ. Ιλ.· και με πλεοναστική άρνηση ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι, αρνήθηκε, δεν αποδέχτηκε τίποτα, στο ίδ.
III. απόλ., αρνούμαι, αποκρούω, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναίνομαι: (impf. ἠνανόμην, aor. 1 ἠνηνάμην)
1) отвергать, отклонять (τι и τινα Hom., Eur., Xen., Dem., Theocr., Plut.): ἀ. ποιεῖν τι Hom., Aesch. отказываться сделать что-л.; φάος τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρά Aesch. стража не замедлила передать дальше огненный сигнал;
2) отрицать, отрекаться: νικώμενος λόγοισιν οὐκ ἀ. Aesch. не отрицаю, что (эти) слова победили меня;
3) страшиться: θανοῦσα οὐκ ἀ. Eur. я не страшусь смерти; ἀ. (τοῦτ᾽) εἰσορῶν Eur. мне страшно видеть это.

Frisk Etymological English

See also: αἶνος

Middle Liddell

privat.,, αἶνος
1. Dep. c. acc. to reject with contempt, turn one's back on, spurn, Hom.: also simply to refuse, decline, Od., Xen.
2. to renounce, disown, Aesch., Eur.
II. c. inf. to refuse, decline to do, Il.; and with pleon. negat., ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι he said no, he had received nothing, Il.
III. absol. to refuse, deny, Hom.

Frisk Etymology German

ἀναίνομαι: {anaínomai}
See also: s. αἶνος.
Page 1,101