Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄδοξος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἄδοξος Medium diacritics: ἄδοξος Low diacritics: άδοξος Capitals: ΑΔΟΞΟΣ
Transliteration A: ádoxos Transliteration B: adoxos Transliteration C: adoksos Beta Code: a)/docos

English (LSJ)

ον,

   A without δόξα, inglorious, πόλεμος D.5.5; disreputable, τέχνη X.Smp.4.56.    2 obscure, ignoble, πόλεις Isoc.12.253; ἀνώνυμοι καὶ ἄ. D.8.66, cf. Arist.Rh.1384b31; of eunuchs, despised, X.Cyr.7.5.61. Adv. -ξως Plu.Thes.35.    II = παράδοξος, unexpected, S.Fr.71; improbable, opp. ἔνδοξος, Arist.Top. 159a39, etc.; τὰ-ότατα λέγειν ib.159a19.

German (Pape)

[Seite 37] 1) ohne δόξα, unberühmt, Isocr. 9, 66 steht ὀνομαστοί entgegen; πρόφασις οὐκ ἄδ., ein ehrenwerther Vorwand, Plut. Pomp. 70, u. öfter. – 2) unvermuthet, Soph. frg. bei B. A. 344. – Adv., schimpflich, Plut. Ages. 24 'Thes. 34.

Greek (Liddell-Scott)

ἄδοξος: -ον, ὁ ἄνευ δόξης, ἀφανής, ἄσημος· ― πόλεμοι, Δημ. 58. 6: = ἄτιμος, τέχνη, Ξεν. Συμπ. 4. 56. 2) ἐπὶ προσώπων, ἀφανής, ἄσημος, Ἰσοκρ. 286Α., ἀνώνυμοι καὶ ἄδ., Δημ. 106. 7, πρβλ. Ἀριστ. Ρητ. 2. 6, 24· ἐπὶ εὐνούχων, καταπεφρονημένος, Ξεν. Κύρ. 7. 5, 61. ― Ἐπίρρ. -ξως, Πλουτ. Θησ. 35. ΙΙ. = παράδοξος, ἀπροσδόκητος, Σοφ. Ἀποσπ. 71,. ἀπίθανος, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ ἔνδοξος, Ἀριστ. Τοπ. 8. 6, 1, κτλ.· τὰ ἀδοξότατα λέγειν, αὐτόθι 9. 4.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 sans gloire, obscur, vulgaire;
2 méprisé.
Étymologie: ἀ, δόξα.

Spanish (DGE)

-ον
I 1de mala fama τέχνη X.Smp.4.56.
2 despreciable de los eunucos, X.Cyr.7.5.61, del fornicador, Gr.Nyss.Hom. in 1Cor.6.18.213.25, μηδὲν ... ἄδοξον ... πράξῃς POxy.79ue.4 (II d.C.)
vergonzoso, indigno Welles, RC 1.63 (Tróade IV a.C.).
II 1oscuro, sin gloria, desconocido πόλεις Isoc.12.253, de pers., D.8.66, Arist.Rh.1384b31
sin la gloria divina οὐκ ἄ. Thdt.M.80.1624C.
2 que no da gloria, poco glorioso πόλεμος D.5.5, πρόφασις οὐκ ἄ. un pretexto honroso Plu.Pomp.70.
III 1inesperado S.Fr.71.
2 no plausible, improbable θέσις Arist.Top.159a39
paradójico τὰ ἀδοξότατα λέγειν Arist.Top.159a19.
IV adv. -ως con mala fama ζῆν ἀ. ἐν πλούτῳ Aesop.249, cf. Plu.Ages.24.

Greek Monotonic

ἄδοξος: -ον (δόξα), άσημος, ταπεινός, αυτός που έχει κακή φήμη, σε Ξεν., Δημ.· λέγεται για πρόσωπα, άσημος, ταπεινός, αυτός που δεν έχει ευγενική καταγωγή, σε Ξεν. κ.λπ.· επίρρ. -ξως, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄδοξος:
1) неизвестный, незнатный Isocr.: ἐξ ἀδόξων ἔνιοι ἔνοδοξοι γίγνονται Dem. некоторые из неизвестных становятся знаменитыми;
2) бесславный, позорный (πόλεμος Dem.): πρόφασις οὐκ ἄ. Plut. благовидный предлог;
3) презираемый (εὐνοῦχοι, τέχνη Xen.);
4) невероятный, неправдоподобный (τὸ ἐρωτώμενον Arst.);
5) нежданный Soph.

Middle Liddell

δόξα
inglorious, disreputable, Xen., Dem.: —of persons, obscure, ignoble, Xen., etc.:—adv. -ξως, Plut.

English (Woodhouse)

ἄδοξος = inglorious, obscure, of low degree

⇢ Look up "ἄδοξος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)