ἀνώνυμος: Difference between revisions
χρὴ τῶν ἀγαθῶν διακναιομένων πενθεῖν ὅστις χρηστὸς ἀπ' ἀρχῆς νενόμισται → when a good man is hurt, all who would be called good must suffer with him | when good men are being dragged down, anyone with worthy credentials must feel their pain | when the noble are afflicted, those who all their lives have been deemed loyal must mourn
lsj>Spiros |
m (1 revision imported) |
(No difference)
|
Latest revision as of 09:48, 7 October 2024
English (LSJ)
ἀνώνυμον, (from ὄνυμα, Aeol. for ὄνομα)
A without name, οὐ μὲν γάρ τις πάμπαν ἀ. ἐστ' ἀνθρώπων Od.8.552; ἡ Εὐρώπη . . ἦν ἀ. Hdt.4.45; θεαί i.e. the Furies, E.IT944; Ὅρκου πάϊς ἐστὶν ἀ. Orac. ap. Hdt.6.86, cf. Pl.Ti.60a, Arist. EN1107b2, prob. in Po. 1447b9, cf. Tz.Diff. Poet.11.
2 anonymous, μήνυσις Lys.13.22, cf. D.C.66.11.
3 not to be named, unspeakable, Aristid.Or.50(26).8.
4 difficult to name, in Comp., Arist.EE1221a40, Alex.Aphr.in Mete.197.23.
5 Adv. ἀνωνύμως = without mentioning a name, Men.Rh.p.391 S.
II nameless, inglorious, γῆρας Pi.O.1.82; γῆ πατρὶς οὐκ ἀ. E.Hel.16, cf. Hipp.1; ὄνομα ἀ. Ar. Lys.854; of persons, S.Tr.377, Pl.Lg.721c; ἀνώνυμοι καὶ ἄδοξοι D.8.66, cf. Herod.6.14. Adv. ἀνωνύμως Poll.5.160.
Spanish (DGE)
-ον
I 1que no tiene nombre propio, sin nombre οὐ μὲν γάρ τις πάμπαν ἀνώνυμός ἐστ' ἀνθρώπων Od.8.552, Ὅρκου πάϊς ἐστὶν ἀνώνυμος Orác. en Hdt.6.86γ, (Εὐρώπη) πρότερον δὲ ἦν ἄρα ἀ. (Europa) antes carecía de nombre Hdt.4.45
•de los participantes en una fiesta, Luc.Lex.10
•de los ídolos paganos ἡ ... τῶν ἀνωνύμων εἰδώλων θρησκεία LXX Sap.14.27.
2 que no tiene nombre común, anónimo κέκριται ... τὴν μὲν (ὁδόν) ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον la decisión tomada es ... dejar el primer (camino) como impensable y carente de nombre Parm.B 8.17, λίθος Diog.Apoll.B 12, γένη Pl.Ti.60a
•carente de nombre específico de la captura de seres inanimados, Pl.Sph.220a, del género literario que mezcla prosa y verso, Arist.Po.1447b9, ἰαμβογραφία ... ποιητικόν τε πᾶν ἀ. γένος Tz.Diff.Poet.11
•de los sentidos ἀπέραντοι μὲν αἱ ἀνώνυμοι Pl.Tht.156b, del concepto ‘temerario’, Arist.EN 1107b2, del concepto contrario a φθόνος Arist.EE 1221a3, φθονερὸς ... ὁ δ' ἐναντίος ἀνωνυμώτερος Arist.EE 1221a40, cf. Alex.Aphr.in Mete.197.23, κατάρροι καὶ σφάκελοι ἀ. Aristid.Or.50.8.
3 de autor o nombre desconocido, anónimo ἀνώνυμον τὴν μήνυσιν ποιήσασθαι Lys.13.22, μάρτυς Plb.12.13.3, γράμματα D.C.66.11.1.
4 sin fama, sin gloria, oscuro, anónimo γῆρας Pi.O.1.82, γῆ ... πατρὶς οὐκ ἀ. E.Hel.16, ὄνομα Ar.Lys.854, οὐκ ἀ. πεσὼν ἔρως ὁ Φαίδρας E.Hipp.1429
•de pers. o dioses οὐκ ἀ. θεὰ κέκλημαι Κύπρις E.Hipp.1, ὀλοίμην ἀκλεὴς ἀ. E.Hipp.1028, cf. Tr.1319, Pl.Lg.721c, de Yola, S.Fr.377, de Ión, E.Io 1372, ἀ. ἔσται ὁ οἶκος Ἁγνίου en el anonimato estará la casa de Hagnias D.43.80, τὸν οἶκον ἀ. τὸν αὐτοῦ περιεῖδεν γενόμενον dejó perderse el nombre de su propia casa Isoc.19.35, cf. Is.2.36, ἄπαιδα δὲ τὸν τελευτήσαντα καὶ ἀ. βούλεται καταστῆσαι Is.2.46, op. ἔνδοξος D.8.66, de ciudad τῇ πόλει δ' ὑπῆρξεν ἀνώνυμα καὶ φαῦλα τὰ τῶν προγόνων D.10.73.
II al que no se puede nombrar, innombrable, nefando de las Erinis θεαί E.IT 944, κέρκος Herod.5.45
•funesto, maldito Τροίας ... ἀλώσι[μο] ν [ἆμ] αρ ἀ. Ibyc.1(a).15, κύων ὑλακτέω ταῖ[ς] ἀνωνύμοις ταύταις ladro como una perra a esas malditas Herod.6.14.
III subst. ὁ la planta sin nombre de una planta de Escitia, Plin.HN 27.31.
IV adv. ἀνωνύμως
1 anónimamente Sch.D.T.18.19, ἀ. τέθαπται Plot.1.4.7.
2 sin fama Poll.5.160.
3 de manera impronunciable Men.Rh.p.391.
German (Pape)
[Seite 268] (ὄνομα), ohne Namen, unbenannt, Od. 8, 552; Her. 4, 45; Gegensatz ὄνομα ἔχει Theag. 123 e u. öfter bei Plat.; τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀνώνυμον γενόμενον περιιδεῖν, seine Familie ohne Namenserben aussterben lassen, Isocr. 19, 35; ungekannt, ruhmlos, γῆρας Pind. Ol. 1, 82; πατρίς Ar. Th. 859; Gegensatz κλεινός Plat. Legg. IV, 721 c; ἀνώνυμον τὴν πατρίδα καθιστάναι Lys. 2, 6; ἀν. καὶ ἄδοξοι, entgegengesetzt ἔνδοξοι καὶ γνώριμοι Dem. 8, 66.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
1 qui n'a pas reçu de nom, innommé;
2 qu'il ne faut pas nommer;
3 anonyme;
4 sans nom, inconnu ; sans gloire, obscur.
Étymologie: ἀ, ὄνομα.
Russian (Dvoretsky)
ἀνώνῠμος:
1 не имеющий названия, безымянный (ἄνθρωπος Hom.; χώρα Her.): οἶκος ἀ. γενόμενος Isocr. пресекшийся род;
2 (о римлянах) не имеющий cognomen (Plut., напр., C. Marius);
3 безымянный, анонимный (μήνυσις Lys.);
4 неизреченный, неименуемый (θεαί Eur. = Ἐρινύες);
5 безвестный, бесславный (γῆρας Pind.; πατρίς Eur., Arph., Lys.; ὄνομα Arph.; κλεινὸς καὶ μὴ ἀ. Plat.).
Greek (Liddell-Scott)
ἀνώνῠμος: -ον, (ἐκ τοῦ ὄνυμα Αἰολ. ἀντὶ ὄνομα) ἄνευ ὀνόματος, οὐ μὲν γάρ τις πάμπαν ἀνώνυμός ἐστ’ ἀνθρώπων Ὀδ. Θ. 552· ἡ Εὐρώπη… ἦν ἀνώνυμος Ἡρόδ. 4. 45· ταῖς ἀνωνύμοις θεαῖς, δηλ. ταῖς Ἐρινύσι, Εὐρ. Ι. Τ. 944· Ὅρκου παῖς ἐστὶν ἀνώνυμος Χρησμ. παρ’ Ἡρόδ. 6. 86· οὕτω Πλάτ., κλ. 2) ἀνώνυμος, ὡς παρ’ ἡμῖν, μήνυσις Λυσ. 131. 39. 3) ἄρρητος, ἄφατος, ἀπερίγραπτος, Ἀριστείδ. 1. 322. ΙΙ. ἄγνωστος ἀσήμαντος, ἄδοξος, γῆρας Πινδ. Ο. 1. 132.· γῆ μὲν πατρὶς οὐκ ἀν. Εὐρ. Ἑλ. 16, πρβλ. ὁ αὐτ. Ἱππ. 1· ὄνομα ἀν. Ἀριστοφ. Λυσ. 854· ἐπὶ προσώπων, Σοφ. Ἀποσπ. 377, Πλάτ. Νόμ. 721C· ἀν. καὶ ἄδοξοι Δημ. 106. 6. - Ἐπίρρ. -μως Πολυδ. Ε΄, 160.
English (Autenrieth)
(ὄνομα): nameless, Od. 8.552†.
English (Slater)
ἀνώνῠμος (cf. νώνυμνος) nameless, inglorious ἀνώνυμον γῆρας · ἕψοι μάταν (O. 1.82)
Greek Monolingual
-η, -ο (Α ἀνώνυμος, -ον)
1. ο χωρίς όνομα
2. αυτός που δεν φέρει υπογραφή
(«ἀνώνυμη καταγγελία», «ἀνώνυμος μήνυσις», Λυσίας)
νεοελλ.
αυτός που δεν αναφέρεται σε ορισμένο πρόσωπο
αρχ.
1. ανείπωτος, απερίγραπτος
2. αυτός που δεν πρέπει να κατονομάζεται («ταῖς ἀνωνύμοις θεαῖς», για τις Ερινύες, Ευριπ.)
3. άγνωστος, άδοξος
(«ἀνώνυμον γῆρας», Πίνδαρος
«ἀνωνυμοι καί ἄδοξοι», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν - στερ. + όνυμα, αιολ. τ. του όνομα. Το -ω- (ανώνυμος) από έκταση του φωνήεντος λόγω σύνθεσης].
Greek Monotonic
ἀνώνῠμος: -ον (ὄνυμα, Αιολ. αντί ὄνομα),
I. ανώνυμος, χωρίς όνομα, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.
II. άγνωστος, ασήμαντος, άδοξος, σε Πίνδ., Ευρ., Πλάτ.
Middle Liddell
ὄνυμα, aeolic for ὄνομα
I. without name, nameless, Od., Hdt., etc.
II. nameless, inglorious, Pind., Eur., Plat.
English (Woodhouse)
Mantoulidis Etymological
(=ὁ χωρίς ὄνομα). Ἀπό τό α στερητ. + ὄνομα.
Translations
ineffable
Belarusian: невымоўны, невыказны; Bulgarian: неизразим; Czech: nevýslovný; Dutch: onuitsprekelijk, onzeggelijk, onnoembaar; Finnish: sanomaton, sanoinkuvaamaton; French: ineffable, innommable; Georgian: გამოუთქმელი, აღუწერელი, უტყვი; German: unaussprechlich; Greek: ανείπωτος, απερίγραπτος, άρρητος, άφατος, που δεν λέγεται, που δεν τον πιάνω στο στόμα μου; Ancient Greek: ἄφατος, ἄφραστος, οὐ φατός, ἀνωνόμαστος, ἀμύθητος, ἄρρητος, ἀπόρρητος, ἄγρυκτος, ἀναύδητος, ἀνεκλάλητος, ἄλεκτος, δύσφατος, ἄσπετος, ἀφώνητος, ἀναυδής, ἄεπτος, ἀνέκφραστος, ἀθέσφατος, ἀπειρέσιος, ἄλαλος, ἀνεκφώνητος, ἄφθεγκτος, ἀπόφημος, ἄναυδος, ἀλάλητος; Latin: ineffabilis; Manx: neufocklagh; Norwegian: usigelig, uutsigelig; Polish: nieopisany; Portuguese: inefável, indescritível; Romanian: inefabil; Russian: невыразимый, несказанный, неописуемый; Spanish: inefable; Swedish: obeskrivlig, outsäglig; Telugu: చెప్పలేని; Turkish: anlatılmaz; Ukrainian: невимовний; Welsh: anhraethol
unspeakable
Chinese Mandarin: 說不得/说不得; Czech: nevýslovný; Esperanto: nedirebla; Finnish: sanomaton, sanoinkuvaamaton; French: indicible; German: unsäglich; Greek: ανείπωτος, ακατανόμαστος, απερίγραπτος, άφατος; Ancient Greek: ἀάσπετος, ἀλάλητος, ἄλεκτος, ἀμύθευτος, ἀμύθητος, ἀναύδητος, ἄναυδος, ἀνεκλάλητος, ἀνεξήγητος, ἀνώνυμος, ἀπόφθεγκτος, ἀπρεπής, ἀπροφάσιστος, ἄρρητος, ἄσπετος, ἄφθεγκτος, ἄφραστος, ἀφώνητος, ἄφωνος, θεσπέσιος, οὔ τι φατειός, οὐ φατός, ὑπέρφατος, ὑπερφυής; Italian: indicibile; Japanese: 言い知れぬ, 口では言えない; Polish: niewypowiedziany, niewysłowiony; Russian: непередаваемый, несказанный, неописуемый; Telugu: చెప్పరాని
infamous
Bulgarian: опозорен; Catalan: infame; Chinese Mandarin: 臭名昭著; Czech: nechvalně známý; Danish: berygtet, infamøs; Dutch: berucht; Esperanto: fifama; Finnish: pahamaineinen, surullisenkuuluisa; French: tristement célèbre; Galician: infame; German: anrüchig, berüchtigt, berühmt, ehrlos, entehrend, gemein, infam, niederträchtig, schändlich, verrucht, verrufen; Greek: διαβόητος; Ancient Greek: ἀδόκιμος, ἄδοξος, αἰσχρός, ἀμφιβόητος, ἀνώνυμος, ἀοίδιμος, ἀριγνώς, ἀρίγνωτος, ἄρρητος, ἄσχημος, ἀσχήμων, βδελυρός, βδελυχρός, διαβόητος, δυσκλεής, δύσφημος, ἐπιβόητος, ἐπίρρητος, κακόδοξος, κακοήθης, κατάφημος, κλύμενος, περιβόητος, περιφορητός, περιφόρητος; Hungarian: hírhedt; Ido: infama; Italian: famigerato; Japanese: 悪名高い; Korean: 악명 높은; Latin: infamis; Norwegian: beryktet; Occitan: infame; Old English: unhlīsful; Polish: niesławny; Portuguese: infame, famigerado; Romanian: infam, nerușinat, ticălos; Russian: бесславный, позорный, печально известный, печально знаменитый; Scottish Gaelic: droch-chliùiteach; Spanish: de mala fama, malfamado, malafamado; Swedish: ökänd, vanärande, vanfrejdad, äreslös; Turkish: alçak, ayıp, iğrenç, kepaze, kötü şöhretli, rezil, rezilane, rezilcesine, utanç verici; Ukrainian: безславний, сумнозві́сний; Westrobothnian: illtjännd