Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίσκος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: δίσκος Medium diacritics: δίσκος Low diacritics: δίσκος Capitals: ΔΙΣΚΟΣ
Transliteration A: dískos Transliteration B: diskos Transliteration C: diskos Beta Code: di/skos

English (LSJ)

ὁ, (δικεῖν)

   A quoit, Il.2.774, Od.8.186, E.IA200, al., Arist. Fr.533, etc.; δίσκου οὖρα quoit's cast, Il.23.431; λιθίνοις ἐν δ. Pi.I. 1.25.    II anything quoit-shaped:    1 dish, trencher, AP11.371 (Pall.), Lib.Decl.30.24; salver, BGU388ii22 (ii/iii A. D.).    2 round mirror, AP6.18 (Jul.).    3 the sun's disk, Alex.Aphr.Pr. 2.46, Placit.2.24.1, al.    4 gong, S.E.M.5.28, al.    5 reliquary, Procop.Aed.1.7.    III marigold, Calendula arvensis, Alex.Trall. 12. (Cf. δικεῖν.)

German (Pape)

[Seite 642] ὁ, die Wurfscheibe, ohne Zweifel von δικεῖν mit eingeschobenem verstärkendem Σ. Man warf mit dem Diskos zur Unterhaltung im Spiele; Homer: Iliad. 2, 774 Odyss. 4. 626. 17, 168 δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες; Odyss. 8, 129 δίσκῳ δ' αὖ πάντων πολὺ φέρτατος ἦεν Ἐλατρεύς, im Diskoswerfen der Beste; Odyss. 8, 186 ἀναΐξας λάβε δίσκον μείζονα καὶ πάχετον, στιβαρώτερον οὐκ ὀλίγον περ ἢ οἵῳ Φαίηκες ἐδίσκεον ἀλλήλοισιν; aus dem Folgenden sieht man, daß der Diskos von Stein war und aus freier Hand geworfen wurde, daß es darauf ankam, wer am weitesten warf, und daß man die Stellen, welche durch die Würfe der einzelnen Mitspieler erreicht wurden, durch σήματα oder τέρματα bezeichnete; Iliad. 23, 431 ὅσσα δὲ δίσκου οὖρα κατωμαδίοιο πέλονται, ὅν τ' αἰζηὸς ἀφῆκεν ἀνὴρ πειρώμενος ἥβης, τόσσον ἐπεδραμέτην: man hob den Diskos vor dem Wurfe bis zur Schulter, κατωμαδίοιο; die Wurfweite, hier δίσκου οὖρα, heißt Iliad. 23, 523 δίσκουρα, s. Scholl. Aristonic. und Herodian. und Apollon. Lex. Homer. p. 59, 13. – Vgl. auch σόλος, welches nach Scholl. Aristonic. Iliad. 23, 826 gleichbedeutend mit δίσκος ist. – Folgende: Pind. I. 1, 25 Eur. I. A. 200 u. A. Komisch Rufin. 14 (V, 19) νῦν δίσκος ἐμοὶ κρόταλον, ich habe den Knaben (der mit dem Diskus spielt) mit dem Mädchen vertauscht. – Οἱ δίσκοι, der Ort, wo man sich im Diskuswerfen übte, neben γυμνάσια genannt, Schol. Ap. Rh. 4, 1217. – Uebh. alles Scheibenförmige, z. B. Teller, Schüssel, Poll. 6, 84; λιμοφορεῖς, Pallad. 27 (XI, 371); Metallspiegel, Iul. Aeg. 4 (VI, 18); die Sonnenscheibe, Plut. plac. philos. 24 u. a. Sp.; auch = Mondscheibe. – Eine Pflanze, Alex. Trall.

Greek (Liddell-Scott)

δίσκος: ὁ, (δικεῖν) περιφερὴς πλάξ πρὸς ῥίψιμον χάριν ἀσκήσεως ἢ ἀγῶνος, Ἰλ. Β. 774, Εὐρ., κτλ.· κατ’ ἀρχὰς ἐκ λίθου, Ὀδ. Θ. 186, πρβλ. πρὸς 190· λιθίνοις ἐν δ. Πίνδ. Ι. 1. 34. Εἶχε δὲ ὀπὴν ἐν τῷ μέσῳ ἵνα διαπερᾶται ἱμάς, δι’ οὗ ἐσφενδονίζετο, ἐν ᾧ ὁ σόλος ἤτο ἐκ συνεχοῦς μετάλλου. Ἀμμών. σ. 40. Τὸ ῥίπτειν ἢ βάλλειν τὸν δίσκον ἦτο λίαν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἄσκησις, ἰδίως ἐν Σπάρτῃ· ὁ δὲ ἀγὼν συνίστατο ἁπλῶς εἰς τὸ τίς ἤθελε ῥίψει εἰς μακροτέραν ἀπόστασιν· πρβλ. δισκέω, δίσκουρα, καὶ ἴδε Nitzsch Ὀδ. Θ. 192· δίσκος τις τοῦ Λυκούργου διετηρεῖτο ἐν Ὀλυμπίᾳ, Ἀριστ. Ἀποσπ. 490. ΙΙ. πᾶν ἔχον τὸ σχῆμα τοῦ δίσκου, ὡς τὰ ἐπὶ τραπεζῶν ἀγγεῖα, Ἀνθ. Π. 371· ― κάτοπτρον κυκλοτερές, αὐτόθι 6. 18· τοῦ ἡλίου ὁ δίσκος, Ἀλέξ. Ἀφρ. 2. 46, Πλούτ. 890F.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 disque ou palet rond;
2 disque du soleil ou de la lune.
Étymologie: p. *δίκ-σκος, de δίκω.

English (Autenrieth)

(δικεῖν): discus, quoit, of metal or stone.—Hence δίσκουρα (οὖρον), n. pl., a quoit's cast, Il. 23.431, 523. —(For the attitude in throwing the quoit, see cut, after Myron's famous statue of the Discobolus.)

English (Slater)

δίσκος
   1 discus οἷά τε χερσὶν ἀκοντίζοντες αἰχμαῖς, καὶ λιθίνοις ὁπότ' ἐν δίσκοις ἵεν (Hermann: ὁπότε δίσκοις codd.: ?Aeol. acc., cf. Hoffmann-Debrunner 104 ) (I. 1.25)

Greek Monolingual

ο (AM δίσκος)
1. στρογγυλή πλάκα, πέτρινη ή μεταλλική, εξογκωμένη στο κέντρο, κατάλληλη για ρίψη
2. δισκοβολία
3. κάθε αντικείμενο πού έχει (έστω και φαινομενικά) το σχήμα δίσκου («ηλιακός δίσκος»)
μσν.- νεοελλ.
εκκλ. «άγιος δίσκος» — το δισκοειδές λειτουργικό σκεύος όπου τοποθετείται ο άγιος άρτος, δισκάριο
νεοελλ.
1. μετάλλινο επίπεδο σκεύος με το οποίο προσφέρουν γλυκά, αναψυκτικά κ.λπ.
2. μετάλλινο στρογγυλό σκεύος που περιφέρεται για έρανο στη διάρκεια της θείας λειτουργίας
3. κάθε σκεύος για συλλογή εράνων
4. έρανος
5. πλάκα κλισιοσκοπίου πυροβόλου για τη μέτρηση αποστάσεων
6. τμήμα ζυγού, πλάστιγγας κ.λπ., ταμπλάς
7. η πλάκα του γραμμοφώνου
8. φρ. α) «δίσκος ωρολογίου» η πλάκα του ρολογιού όπου αναγράφονται οι ώρες
β) «δίσκος σημάτων» — μεταλλική πλάκα με διαφορετικό χρώμα σε κάθε πλευρά για να δείχνει με την εναλλαγή τών χρωμάτων αν η σιδηροδρομική γραμμή είναι ελεύθερη
μσν.
λειψανοθήκη
αρχ.
1. στρογγυλός καθρέφτης
2. κουδούνι
3. το φυτό νεκράνθεμο, νεκρολούλουδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δικσκος < (θ.) δικ- του δικείν + (επίθημα) -σκος. Υπετέθη ότι θα πρέπει να υπήρχε ενεστ. δίσκω (πρβλ. βόσκω, βοσκός.

Greek Monotonic

δίσκος: ὁ (δικεῖν),·
I. είδος στρογγυλής πλάκας που ρίχνεται χάριν άσκησης ή αγώνα κι είναι φτιαγμένη από πέτρα, σε Ομήρ. Οδ.
II. οτιδήποτε έχει το σχήμα του δίσκου, αγγεία, πιάτα, σε Ανθ.· καθρέφτης, στην ίδ.

Russian (Dvoretsky)

δίσκος:
1) метательный круг, диск Hom., Pind. etc.;
2) круг, диск (sc. τῆς σελήνης Plut.);
3) блюдо (δ. λιμοφορεύς Anth.);
4) зеркало (νεότητος ἑταῖρος δ. Anth.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: throwing disc (Il.).
Other forms: ̥
Compounds: Compound δίσκ-ουρα n. pl. (Ψ 523) throwing distance, from δίσκου οὖρα (Ψ 431), s. οὖρον 2..
Derivatives: Dimin. δισκάριον (Orib.); further δισκεύς name of a comete (Lyd.; s. Scherer Gestirnnamen 107). - Denomin. δισκέω throw the đ. with δίσκημα throw, what is thrown (cf. the nouns in -(η)μα in the tragedy, Chantr. Form. 184ff.); also δισκεύω id. with δισκευτής (Arist.-Com.). - Unclear δίσκελλα σπυρίς H.; a Latin suffix seems improbable; cf. synonymous fiscella.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. pointed out that *δίκ-σκος from δικεῖν throw is hardly possible. Because the suffix in nominal derivation is rare, one assumed a σκ-present, which is unknown. Fur. 297 etc. drew the conclusion that we have to start from *δικσ-, a variant of δικ-εῖν, which is Pre-Greek. Cf. on δίκτυον, which will have δικτ- (s.v.).

Middle Liddell

δίσκος, ὁ, n δικεῖν
I. a sort of quoit, made of stone, Od.
II. anything quoit-shaped, a trencher, Anth.:— a mirror, Anth.

Frisk Etymology German

δίσκος: {dískos}
Forms: ̥
Grammar: m.
Meaning: Wurfscheibe, auch übertr. von scheibeähnlichen Gegenständen (seit Il.).
Composita : Kompositum δίσκουρα n. pl. (Ψ 523) Wurfweite, aus δίσκου οὖρα (Ψ 431) zusammengezogen, s. 2. οὖρον.
Derivative: Davon das Deminutivum δισκάριον (Orib.); ferner δισκεύς N. eines Kometen (Lyd.; vgl. Scherer Gestirnnamen 107); unklar δίσκελλα· σπυρίς H., mit lateinischem Suffix?, vgl. das synonyme fiscella. — Denominatives Verb δισκέω mit der Wurfscheibe werfen (ep. poet.) mit δίσκημα Wurf, Geworfenes (vgl. die zahlreichen Nomina auf -(η)μα in der Tragödie bei Chantraine Formation 184ff.); auch δισκεύω ib. (poet. und spät) mit δισκευτής (Arist.-Komm.)
Etymology : Als *δίκσκος zu δικεῖν werfen mit σκ-Suffix. Wegen der Seltenheit dieses Suffixes in nominalen Ableitungen vielleicht ursprünglich zu einem verschollenen σκ-Präsens. Vgl. Bechtel Lex. s. v.
Page 1,399