Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐχή

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: εὐχή Medium diacritics: εὐχή Low diacritics: ευχή Capitals: ΕΥΧΗ
Transliteration A: euchḗ Transliteration B: euchē Transliteration C: efchi Beta Code: eu)xh/

English (LSJ)

ἡ, (εὔχομαι)

   A prayer or vow, once in Hom. (cf. εὖχος, εὐχωλή), ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ Od.10.526, cf. Hes.Th.419, Thgn.341, Hdt.1.31, etc.; θεὸς εὔφρων εἴη… εὐχαῖς Pi.O.4.15; εὐχὰς ἀνασχεῖν τινι S.El.636; εὐχὴν ἐπιτελέσαι, Lat. vota persolvere, Hdt.1.86; εὐχὰς ἀποδιδόναι X. Mem.2.2.10; εὐχὴν ἀνέστησεν SIG1142 (Phrygia, i/ii A.D.); εὐχῇ χρῆσθαι, Lat.votis potiri, Pl.Lg.688b; κατὰ χιλίων… εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων to make a vow of a thousand goats, Ar.Eq.661; ἐν θεῶν εὐχαῖσι S.OT239, etc.; εὐχαὶ πρὸς θεούς Pl.Lg.700b; εὐχὰς εὔχεσθαι τοῖς θεοῖς D.19.130; εὐχὰς εὔξεται ὑπὲρ τῆς πόλεως Inscr.Prien.174.18 (ii B.C.); εὐχὰς ποιεῖσθαι Th.6.32, Arist.Mu.400a17; εὐχὴν ἀποθύειν Diph.43.10; κατ' εὐχήν, ἐξ εὐχῆς, Lat.ex voto, Call.Epigr.48, AP6.357 (Theaet.); ἔχειν εὐχήν to be under a vow, Act.Ap.18.18.    2 wish or aspiration, opp. reality, εὐχαῖς ὅμοια λέγειν to build 'castles in the air', Pl. R.499c, cf. 540d; μὴ εὐ. δοκῇ εἶναι ὁ λόγοςib.450d; κατὰ τὴν τῶν παίδων εὐ. like a boy's wish, Id.Sph.249d; εὐχῆς ἄξια things to be wished, but not expected, Isoc.4.182; πολιτεία ἡ κατ' εὐχὴν γινομένη the ideal state, Arist.Pol.1295a29, cf. 1288b23; ζῆν κατ' εὐχήν ib. 1260b29.    3 prayer for evil, i.e. curse, imprecation, πατρὸς κατ' εὐχάς A.Th.820, cf.E.Ph.70.

Greek (Liddell-Scott)

εὐχή: ἡ, (εὔχομαι) προσευχὴ ἢ τάξιμον, ἅπαξ μόνον παρ’ Ὁμ. (ἀνθ’ οὗ αἱ παρ’ αὐτῷ λέξεις εἶναι εὖχος καὶ εὐχωλή), ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ Ὀδ. Κ. 526· οὕτως Ἡσ. ἐν Θ. 419, Θεόγν. 341, Ἡροδ. 1. 31, Πινδ. καὶ Ἀττ., πρβλ. τέλειος ΙΙ, τελεσφόρος Ι· θεὸς εὔφρων εἴη... εὐχαῖς Πινδ. Ο. 4. 21· εὐχὰς ἀνασχεῖν τινι Σοφ. Ἠλ. 636· εὐχὴν ἐπιτελέσαι θέλων, Λατ. vota persolvere, θέλων νὰ ἐκτελέσῃ «τάξιμον», Ἡρόδ. 1. 86· ἀποδιδόναι Ξεν. Ἀπομν. 2. 2, 10· εὐχῆ χρῆσθαι, Λατ. votis potiri, Πλάτ. Νόμ. 688B· κατὰ χιλίων παρῄνεσα... εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων, νὰ κάμωσιν εὐχὴν (τάξιμον) ὅτι θὰ θυσιάσωσι χιλίας αἶγας, Ἀριστοφ. Ἱππ. 661· ἐν θεῶν εὐχαῖσι Σοφ. Ο. Τ. 239, κτλ.· εὐχὰς εὔχεσθαι πρὸς τοὺς θεοὺς ἢ τοῖς θεοῖς Πλάτ. Νόμ. 700Β, Δημ. 381. 10, κτλ.· εὐχῆν ἀποθύειν Δίφιλ. ἐν «Ζωγράφῳ» 2. 10· κατ’ εὐχήν, ἐξ εὐχῆς, Λατ. ex voto, Καλλ. Ἐπιγρ. 50, Ἀνθ. Π. 6. 357. 2) ἁπλῆ ἐπιθυμία, πρᾶγμα τῆς φαντασίας κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὴν πραγματικότητα, εὐχαῖς ὅμοια λέγειν, οἰκοδομεῖν ἐπὶ τοῦ ἀέρος. Πλάτ. Πολ. 499C, 456C, 540D· μὴ εὐχὴ δοκῇ εἶναιλόγος αὐτόθι 450D· κατὰ τὴν παίδων εὐχήν, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν παιδαρίων, ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 29D· ἄξια εὐχῆς, πράγματα ἐπιθυμητὰ μὲν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐλπιστὰ ἢ πραγματοποιήσιμα, Ἰσοκρ. 79Α· πολιτεία ἡ κατ’ εὐχὴν γινομένη Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 11, 1, πρβλ. 4. 1, 3. 3) εὐχὴ ἐπὶ κακῷ, ὅ. ἐ. ἐπίκλησις κακοῦ, κατάρα, πατρὸς κατ’ εὐχὰς Αἰσχύλ. Θήβ. 819, πρβλ. Εὐρ. Φοιν. 70. 4) χειροτονία, εὐχὴ ἡγουμένου, Νικηφ. Κων/πόλεως 866Β. 5) ἄδεια διδομένη ὑπὸ ἡγουμένου μοναστηρίου εἰς μοναχόν, Ἰωανν. Κλίμακ. 893Β.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 vœux, souhait : εὐχῆς ἔργον PLUT chose digne d’être souhaitée ; ἐξ εὐχῆς formule que l’on retrouve dans les dédicaces, équiv. à « ex voto »;
2 en mauv. part imprécation;
3 désir.
Étymologie: εὔχομαι.

English (Autenrieth)

prayer, vow, pl., Od. 10.526†.

Spanish

súplica, ruego, oración

English (Strong)

from εὔχομαι; properly, a wish, expressed as a petition to God, or in votive obligation: prayer, vow.

English (Thayer)

εὐχῆς, ἡ (εὔχομαι (from Homer down);
1. a prayer to God: a vow (often so in the Sept. for נֵדֶר and נֶדֶר, also for נֵזֶר consecration, see ἁγνίζω): εὐχήν ἔχειν, to have taken a vow, ἐφ' ἑαυτῶν added (see ἐπί, A. I:1f., p. 232 a), Acts 21:23.

Greek Monotonic

εὐχή: ἡ (εὔχομαι),
1. προσευχή, τάξιμο, τάμα, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ. (οι συνηθισμένες Ομηρ. λέξεις είναι εὖχος και εὐχωλήεὐχὴν ἐπιτελέσαι, Λατ. vota persolvere, σε Ηρόδ.· ἀποδιδόναι, σε Ξεν.· κατὰ χιλίων εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων, να υποσχεθούν (ότι θα θυσιάσουν) χίλια κατσίκια, σε Αριστοφ.
2. απλή επιθυμία, φιλοδοξία, βλέψεις, επιδίωξη, αντίθ. προς την πραγματικότητα, εὐχαῖς ὅμοια λέγειν, χτίζω κάστρα στον αέρα, οικοδομώ στον αέρα, σε Πλάτ.
3. ευχή για κακό, δηλ. κατάρα, ανάθεμα, σε Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

εὐχή:
1) мольба, молитва: εὐχὰς εὔχεσθαι или εὐχαῖς χρῆσθαι Plat. и εὐχὰς ποιεῖσθαι Arst. обращаться с молитвами, молиться; τινὰ εὐχῇσι λίσσεσθαι Hom. воссылать моления к кому-л.; ἐν θεῶν εὐχαῖσι κοινόν τινα ποιεῖσθαι Soph. допустить кого-л. к участию в богослужениях;
2) культ. обет: εὐχὴν ἔχειν NT дать обет; εὐχὴν ἐπιτελέσαι Her. или ἀποδοῦναι Xen., Plut. исполнить обет; ἐξ εὐχῆς Anth. по обету;
3) (заветное или неосуществимое) желание, плод воображения, мечта: εὐχαῖς ὅμοια λέγειν Plat. говорить о неосуществимом; κατ᾽ εὐχήν Plat., Arst. в соответствии с желанием; ἄξια εὐχῆς Isocr. вещи, достойные пожелания;
4) проклятие или благословение (γονέων εὐχαί Plat.): πατρὸς κατ᾽ εὐχάς Aesch. согласно отцовским проклятиям.

Middle Liddell

εὐχή, ἡ, εὔχομαι
1. a prayer, vow, Od., etc.: (but the common Homeric words are εὖχος and εὐχωλή); εὐχὴν ἐπιτελέσαι, Lat. vota persolvere, Hdt.; ἀποδιδόναι Xen.; κατὰ χιλίων εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων to make a vow of a thousand goats, Ar.
2. a mere wish, an aspiration, as opp. to reality, εὐχαῖς ὅμοια λέγειν to build castles in the air, Plat.
3. a prayer for evil, i. e. an imprecation, Aesch., Eur.

Chinese

原文音譯:eÙc» 由赫
詞類次數:名詞(3)
原文字根:好 有 相當於: (נֵדֶר‎)
字義溯源:願望,願,誓約,許願,禱告,祈禱;源自(εὔχομαι)*=願,望)。參讀 (αἴτημα)同義字
同源字:1) (εὐχή)願望 2) (προσεύχομαι)向神祈求
出現次數:總共(3);徒(2);雅(1)
譯字彙編
1) 禱告(1) 雅5:15;
2) 願(1) 徒21:23;
3) 許過願(1) 徒18:18