Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναμένω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀναμένω Medium diacritics: ἀναμένω Low diacritics: αναμένω Capitals: ΑΝΑΜΕΝΩ
Transliteration A: anaménō Transliteration B: anamenō Transliteration C: anameno Beta Code: a)name/nw

English (LSJ)

poet. ἀμμένω, Aeol. ὀμμένω Alc.41:—

   A wait for, await, ἀνέμεινα . . Ἠῶ δῖαν Od.19.342; νύκτα, τὸν ἥλιον, Hdt.7.42,54; τέλος δίκης A.Eu.243; freq. in E., and Att. Prose:—οὐδὲ . . ἐπιθυμίαν ἀναμένεις dost not wait for desire to arise, X.Mem.2.1.30, cf. Smp. 4.41; ἀ. τινά Hdt.9.57; face an enemy in battle, Pi.P.6.31: c. acc. et inf., οὐκ ἀ. τοὺς Ἕλληνας μάχης ἄρξαι Hdt.8.15: ἀ. φῦναι τὰς τρίχας Id.5.35; ἀ. ἡμέραν γενέσθαι Th.4.135, cf. 120: foll. by relat. clauses, ἀ. ἕως ἄν . . Pl.Ly.209a; ἀ. αὐτοὺς ἔστ' ἐμφάγοιέν τι X.Cyr.8.1.44; ποῖ χρῆν ἀναμεῖναι; i. e. ἐς τίνα χρόνον; Ar.Lys.526: abs., wait, stay, Ἑρμῆς . . οὐκέτ' ἀμμένει S.El.1397, cf. 1389, Tr.528, Ar.Ra.175: c. part., πεινῶν ἀ. Id.V.777.    2 put off, delay, X.Cyr.1.6.10: c. inf., D.19.224.

German (Pape)

[Seite 197] (s. μένω), er-, abwarten, ἠῶ δῖαν Od. 19, 342; νύκτα Her. 7, 42; Μέμνονα Pind. P. 6, 31; vgl. Aesch. Eum. 234; auch in att. Prosa; auch οὐκ ἀναμένουσιν ἕως ἂν ἡλικίαν ἔχῃς, sie warten nicht, bis daß, Plat. Lys. 209 a; ἀνέμενεν αὐτούς, ἔστ' ἐμφάγοιέν τι Xen. Cyr. 8, 1, 44; mit acc. c. infin., Her. 8, 15; οὐκ ἀνέμεινεν ἡμέραν γενέσθαι Thuc. 4, 135; ποίαν δ' ὴλικίαν ἐμαυτῷ ἐλθεῖν ἀναμένω; bis zu welchem Alter soll ich warten? Xen. An. 3, 1, 14; μὴ ἀναμένωμεν ἄλλους ἐφ' ἡμᾶς ἐλθεῖν, laßt uns nicht warten, bis, 3, 1, 24; auch mit dem partic., ἀνέμενον Κλέανδρον, ὡς ἥξοντα An. 6, 4, 1; ἀναμένειν τὸ πορίζεσθαι τὰ ἐπιτήδεια ἔστ' ἄν, mit dem Anschaffen von Lebensmitteln warten, dies aufschieben, bis, Cyr. 1, 6, 10. Dah. ausdauern, ertragen, κακουργίας Dem. 24, 94; φασγάνου τομάς Eur. Or. 1099. Bei Sp. nicht gebräuchlich.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναμένω: ποιητ. ἀμμένω: (ἴδε μένω): ― περιμένω, ἀναμένω, ἀνέμεινα .. ἠῶ δῖαν Ὀδ. Τ. 342· νύκτα, τὸν ἥλιον Ἡρόδ. 7. 42, 54· τέλος δίκης Αἰσχύλ. Εὐμ. 243· ὄμμα νύμφας ἐλεινὸν ἀμμένει Σοφ. Τρ. 527· συχν. παρ. Εὐρ. καὶ ἐν τῷ πεζῷ Ἀττικῷ λόγῳ: ― ἀν. τινά, περιμένω τινά, Ἡρόδ. 9. 57· ἀλλ’ ὡσαύτως περιμένω ἐχθρόν, Πινδ. Π. 6. 31: ― μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., ἀν. τινὰ ποιεῖν τι, περιμένω τινὰ ἕως οὗ πράξῃ τι, Ἡρόδ. 8. 15, καὶ ἀνέμεινε ἀναφῦναι τὰς τρίχας ὁ αὐτ. 5. 35, πρβλ. Θουκ. 4. 120, 135: ― παρακολουθούμεν ὑπὸ ἀναφορ. προτάσεων, ἀναμ. ἔς τε.., ἕως ἀν.., Ξεν. Κύρ. 8. 1, 44, Πλάτ. Λύσ. 209Α· ποῖ χρῆν ἀναμεῖναι; δηλ. ἐς τίνα χρόνον; Ἀριστοφ. Λυσ. 526: ― ἀπολ., περιμένω, διαμένω, Ἑρμῆς .. κοὐκέτ’ ἀμμένει Σοφ. Ἠλ. 1397, πρβλ. 1389, Ἀριστοφ. Βάτρ. 175· μετὰ μετοχ., πεινῶν ἀναμ. ὁ αὐτ. Σφ. 777. 2) περιμένω, ὑπομένω, τι Ξεν. Ἀπομ. 2. 1, 30, Συμπ. 4. 41. 3) ἀναβάλλω, βραδύνω, ὁ αὐτ. Κύρ. 1. 6, 10· μετ’ ἀπαρ. Δημ. 411. 5.

French (Bailly abrégé)

f. ἀναμενῶ, ao. ἀνέμεινα, pf. inus.
1 attendre patiemment, acc.;
2 attendre de pied ferme ; supporter patiemment, acc..
Étymologie: ἀνά, μένω.

English (Autenrieth)

aor. ἀνέμεινα: await, Od. 19.342†.

English (Slater)

ἀναμένω
   1 await, stand firm against c. acc. ὃς ὑπέρφθιτο πατρός, ἐναρίμβροτον ἀναμείναις στράταρχον Αἰθιόπων Μέμνονα (Tric: ἀμμείναις codd.) (P. 6.31)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. ἀμμένω S.El.1389; eol. ὀμμένω Alc.346.1
I 1c. ac. compl. dir. de tiempo esperar, aguardar a que llegue Ἠῶ δῖαν Od.19.342, τὰ λύχνα Alc.l.c., νύκτα Hdt.7.42, ἥλιον Hdt.7.54, τὸν χρόνον BGU 1053.1.33 (I a.C.), cf. PMeyer 23.2 (IV a.C.), τέλος δίκης A.Eu.243, κρίσιν LXX Is.59.11
c. ac. de pers. τινα Hdt.9.57, οἱ πρότεροι τοὺς ὕστερον Arist.HA 597a11, μακάριος αὐτὸν ἀναμένει χρόνος le aguarda un tiempo de bienaventuranza, 2Ep.Clem.19.4
ref. al enemigo aguardar a pie firme Pi.P.6.31
c. inf. y suj. en ac. aguardar a que οὐκ ἀνέμειναν ἔτι τοὺς Ἕλληνας μάχης ἄρξαι Hdt.8.15, ἀνέμεινε ἀναφῦναι τὰς τρίχας Hdt.5.35, ἡμέραν γενέσθαι Th.4.135, cf. 120, νεκρὸν γενέσθαι Plu.2.995b
c. or. temp. esperar hasta que ἕως ἂν ἡλικίαν ἔχῃς Pl.Ly.209a, cf. X.Cyr.8.1.44
c. ἵνα y subj. οὐκ ἀναμένω, ἵνα μοι σὺ πιστεύσῃς τὰ σεαυτοῦ no espero a que me confíes tus cosas Arr.Epict.4.13.15
c. part. o adj. predic. οὐ μακρὰν ἔτ' ἀμμενεῖ τοὐμὸν φρενῶν ὄνειρον αἰωρούμενον no por mucho tiempo ya esperará suspendido en el aire el sueño de mi alma S.El.1389, ὄμμα νύμφας ἐλεινὸν ἀμμένει el rostro de la novia aguarda moviendo a compasión S.Tr.528, οὐχὶ πεινῶν ἀναμενεῖς no tendrás que esperar hambriento Ar.V.777
abs. Ἑρμῆς ... οὐκέτ' ἀμμένει S.El.1397, ποῖ γὰρ καὶ χρῆν ἀναμεῖναι; pues ¿por qué habríamos de esperar? Ar.Lys.526, cf. Ra.175, Th.4.68.
2 c. ac. compl. dir., de abstr. soportar τὴν τῶν ἡδέων ἐπιθυμίαν X.Mem.2.1.30.
II c. inf. sin suj. retrasar τὸ πορίζεσθαι τὰ ἐπιτήδεια X.Cyr.1.6.10, παθεῖν τὰ δεινά D.19.224.

English (Strong)

from ἀνά and μένω; to await: wait for.

English (Thayer)

(from Homer down); τινα, to wait for one (German erharren, or rather heranharren (i. e. to await one whose coming is known or foreseen)), with the added notion of patience and trust: Winer's De verb. comp. etc. Part iii., p. 15f.

Greek Monolingual

ἀναμένω)
1. περιμένω, καρτερώ κάτι ή κάποιον
2. προσδοκώ, προσμένω, ελπίζω
νεοελλ.
μένω, υπολείπομαι
αρχ.
1. αναβάλλω, βραδύνω
2. παραμένω
3. υπομένω, περνώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + μένω.
ΠΑΡ. αναμονή].

Greek Monotonic

ἀναμένω: ποιητ. ἀμ-μένω, Αιολ. ὀμμένω, μέλ. -μενῶ,
1. περιμένω, αναμένω, με αιτ., σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.· με αιτ. και απαρ., ἀν.τινὰ ποιεῖν, περιμένω την ενέργεια κάποιου, σε Ηρόδ.· ἀν. τι γίνεσθαι, να συμβεί κάτι, στον ίδ.· απόλ., περιμένω, παραμένω, σε Σοφ. κ.λπ.
2. αναμένω, υποφέρω, υπομένω, τι, σε Ξεν.
3. ακυρώνω, αναβάλλω, καθυστερώ, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναμένω: поэт. ἀναμίμνω и ἀμμένω
1) ожидать, выжидать (ἐΰθρονον Ἠῶ Hom.; τὸν ἥλιον Her.; τινά Pind., Soph., Eur., Thuc.; τὴν ἀπόκλισιν καὶ περιφορὰν τοῦ φωτός Plut.; οὐκ ἀ. ἀνάγκην προσγενέσθαι Thuc.);
2) терпеливо переносить, терпеть (τι Dem.);
3) медлить, тянуть, откладывать (τι Eur.; μὴ ἀ. τὸ πορίζεσθαι τὰ ἐπιτήδεια Xen.).

Middle Liddell


1. to wait for, await, c. acc., Od., Hdt., etc.:—c. acc. et inf., ἀν. τινὰ ποιεῖν to await one's doing, Hdt.; ἀν. τι γίνεσθαι a thing happening, Hdt.:—absol to wait, stay, Soph., etc.
2. to await, endure, τί Xen.
3. to put off, delay, Xen.

Chinese

原文音譯:¢namšnw 安那-姆挪
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向上-停留 相當於: (קָוָה‎)
字義溯源:等候;由(ἀνά)*=上,回復)與(μένω)*=住)組成。
同義字:1) (ἀναμένω)等候 2) (ἀπεκδέχομαι)完全的期待 3) (ἐκδέχομαι)接受,期待 4) (ἐλπίζω)指望,盼望 5) (μένω)停住,存 6) (περιμένω)守候,等侯 7) (προσδέχομαι)容納,盼望 8) (προσδοκάω)期待,等候
出現次數:總共(1);帖前(1)
譯字彙編
1) 等候(1) 帖前1:10