Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀντέχω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀντέχω Medium diacritics: ἀντέχω Low diacritics: αντέχω Capitals: ΑΝΤΕΧΩ
Transliteration A: antéchō Transliteration B: antechō Transliteration C: antecho Beta Code: a)nte/xw

English (LSJ)

or ἀντίσχω, fut. ἀνθέζω; part. ἀντισχήσων (in sense 11) Lib. Ep.33.2: aor. ἀντέσχον:—

   A hold against, c. acc. et gen., χεῖρ' ἀ. κρατός hold one's hand against one's head so as to shade the eyes, S.OC 1651: c. dat., ὄμμασι δ' ἀντίσχοις (-έχοις codd.) τάνδ' αἴγλαν may'st thou keep this sunlight upon his eyes, Id.Ph.830 (lyr.); τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων Hdn.5.6.7.    II c. dat., hold out against, withstand, Ἀρπάγῳ Hdt.1.175, cf. 8.68.β; τοῖς δικαίοις S.Fr.78; τῇ ταλαιπωρίᾳ Th.2.49; πρός τινα Id.6.22; πρὸς τοὺς καμάτους Hdn.3.6.10, etc.: c. acc., endure, ἀντέχομεν καμάτους AP9.299 (Phil.); but in Th.8.63 ἀ. τὰ τοῦ πολέμου rather belongs to the next signf., hold out as regards the war; so πολλὰἀ. ib.86.    2 hold out, endure, c. part., ἡ Ἄζωτος . . ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκουμένη ἀντέσχε Hdt.2.157, cf. 5.115, Th.2.70; μηκέτι ἀντέχωσι τῷ πόνῳ διϊστάμενοι Pl.Ti.81d; πολλάκις γιγνομένην ψυχὴν ἀντέχειν last through several states of existence, Id.Phd.88a.    3 abs., hold out, stand one's ground, Hdt.8.16, A. Pers.413, etc.; πῶς δύσμορος ἀντέχει; S.Ph.176 (lyr.); νόσημα ἀντίσχει τὸν αἰῶνα πάντα Hp.Fract.11; ἔστ' ἂν αἰὼν ἀντέχῃ E.Alc.337; βραχὺν χρόνον D.2.10; ἀ. ἐπὶ πολύ, ἐπί πλέον, Th.1.7,65; ἀ. ἐλπίσιν in hope, D.S.2.26; ἀ. περί τινος X.HG2.2.16: peculiarly, ἀ. μὴ ὑπακοῦσαι I hold out against... refuse .., Plu.2.708a.    b of the rivers drunk by the Persian army, hold out, suffice, Hdt.7.196, cf. A.Pers. 413 (in full ἀ. ῥέεθρον Hdt.7.58; ἀ. ὕδωρ παρέχων ib.108); so ἀντέχει ὁ σῖτος Th.1.65.    4 extend, reach, ἐς ὅσον ἡ ἐπιστήμη ἀ. Id.6.69; prevail, διὰ τὴν λῃστείαν ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν 1.7.    III Med., hold before one against something, c. acc. et gen., ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν hold out the tables against the arrows, Od.22.74.    2 c. gen. only, hold on by, cling to, ἐκείνου τῆς χειρός Hdt.2.121.έ; πέπλων E.Tr.750, cf. Ion1404; τῶν θυρῶν Ar.Lys.161: metaph., ἀ. τῶν ὄχθων cling to the banks, keep close to them, Hdt.9.56; ἀ. Ἡρακλέος cleave to Hercules, i.e. worship him above all, Pi.N.1.33; ἀ. τῆς ἀρετῆς, Lat. adhaerere virtuti, Hdt.1.134; ἀ. τοῦ πολέμου Id.7.53; τοῦ κέρδους S.Fr.354; τῆς θαλάσσης Th.1.13; σωτηρίας Lys.33.6; τῆς ἀληθείας Pl.Phlb.58e, cf. R.600d, al.; τῶν παραδεδομένων μύθων Arist.Po.1451b24; τῆς ἐλευθερίας Decr. ap. D.18.185; τῶν δικαίων POxy.1203.30 (i A. D.). b. c. gen. pers., care for, support, 1Ep. Thess.5.14.    3 abs., αὐτὸς ἀντέχου S.Ph.893, cf. Ar.Ach.1121.    4 c. dupl. gen. pers. et rei, ἀνθέξεταί σου τῶν πατρῴων χρημάτων will lay claim to the property from you, dispute it with you, Ar.Av. 1658.    5 resist, Pl.R.574b; φονεῦσαι τοὺς ἀντεχομένους D.S.4.49.    6 adhere, Arist.HA583a18: Medic., of constipation, γαστὴρ ἀντίσχετο Hp.Epid.4.20; γαστρὸς ἀντεχομένης ib.17.

German (Pape)

[Seite 248] (s. ἔχω u. vgl. αντίσχω), entgegenhalten, χεῖρα κρατός Soph. O. C. 1647; – bes. intrans., ausdauern, aushalten, τινί, τὸ σῶμα τῇ ταλαιπωρίᾳ ἀντέχει Thuc. 2, 49; τῷ πόνῳ Plat. Tim. 81 d; Xen. Ag. 11, 10; Luc. Nigr. 27; ἐπιθυμίαις 19; τοῖς ἐναντίοις, den Gegnern Widerstand leisten, ἐπὶ πολὺ ἀντεῖχον ἀλλήλοις Thuc. 6, 70; Xen. Hell. 4, 6, 2; πρὸς τοὺς καμάτους Herodian. 3, 6, 22; oft absol., Stand halten, sich halten, dem ἀναχάζεσθαι entgegengesetzt, Xen. Cyr. 7, 1, 24; vgl. Aesch. Pers. 410; Thuc. 2, 70. 6, 69; Dem. 1, 25 (VVL. σώζεσθαι); auch λίθος ἐν πυρί Xen. Mem. 4, 7, 7; dah. οὐκ ἐπὶ πολὺ ἀντέχει. es hält nicht lange gegen, dauert nicht, Thuc. 2, 64; ἔςτ' ἂν αἰὼν ὁ ὐμὸς ἀντέχῃ Eur. Alc. 346; ὁ ποταμὸς οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ στρατῷ, er lieferte nicht hinlängliches Wasser, Her. 7, 108, u. so auch ποταμὸν οὐκ ἀντισχόντα τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον ἀλλ' ἐπιλιπόντα 7, 58, wo Einige erkl.: der mit seinem Strome dem Heere keine Hindernisse in den Weg legte; ἀντέχειν περί τινος, auf etwas bestehen, Xen. Hell. 2, 2, 16. – Med., vor sich als Schutzmittel (dem Feinde entgegen) halten, ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν, haltet euch die Tische vor zum Schutze gegen die Pfeile, Od. 22, 74. – Gew. τινός, sich an etwas halten, θυγατρός Eur. I. A. 1367; θυρῶν Ar. Lys. 161; vgl. Ach. 1086; übertr., Ἡρακλέος, dem Herakles anhangen, ihn verehren, Pind. N. 1, 33; τῆς ἀρετῆς, der Tugend anhangen, Her. 1, 134; Xen. Cyr. 3, 2, 27; τῆς ἀληθείας Plat. Phil. 58 e; χρημάτων Xen. Mem. 3, 5, 8; τ οῦ πολέμου Her. 7, 53; τῆς φύσεως, der Natur folgen, Plat. Legg. VI, 773 e; τῆς θαλάττης, sich auf das Seewesen legen, Thuc. 1, 13; τῆς θαλάσσης ἀνθεκτέα 1, 93; Pol. 3, 96 u. öfter; Gegensatz καταφρονεῖν Matth. 6. 24.

Greek (Liddell-Scott)

ἀντέχω: ἢ ἀντίσχω: μέλλ. ἀνθέξω: ἀόρ. ἀντέσχον: ― ἔχω τι πρό τινος, μετ’ αἰτ. καὶ γεν., ὀμμάτων ἐπίσκιον χεῖρ’ ἀντέχοντα κρατός, ἔχοντα τὴν χεῖρα πρὸ τοῦ προσώπου αὑτοῦ ὅπως σκεπάζῃ τοὺς ὀφθαλμούς του, Σοφ. Ο. Κ. 1651· μετὰ δοτ., ὄμμασι δ’ ἀντίσχοις τάνδ’ αἴγλαν ἃ τέταται τανῦν, εἴθε δὲ νὰ φυλάττῃς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ τοῦτο τὸ φῶς, ὅπερ εἶναι νῦν τεταμένον πρὸ αὐτῶν (ἐπειδὴ δύσκολον εἶναι νὰ σημαίνῃ: νὰ φυλλάττῃς τὸ φῶς «μακρὰν τῶν ὀφθαλμῶν του), ὁ αὐτ. Φ. 830· ἀντ. τοὺς χαλινοὺς Ἡρωδιαν. 5. 6. ΙΙ. μετὰ δοτ., ἀνθίσταμαι, μοῦνοι ἀντέσχον Ἁρπάγῳ Ἡρόδ. 1, 175, πρβλ. 8. 68· τοῖς δικαίοις Σοφ. Ἀποσπ. 99· ἀλλ’ ἀντεῖχε τῇ ταλαιπωρίᾳ Θουκ. 2. 49· πρός τινα αὐτ. 6. 22· πρός τι Ἡρωδιαν. 3. 6. ἐν τέλ., κτλ.: ― μετὰ αἰτ., ἀντέχω, ὑπομένω, ἀντέχομεν καμάτους Ἀνθ. Π. 9. 299· ἀλλὰ τὸ παρὰ Θουκ. 8. 63 ἀντ. τὰ τοῦ πολέμου μᾶλλον ἀνήκει εἰς τὴν ἀκόλουθον σημασίαν, ἐπιμένω, ἐμμένω ὡς πρὸς τὸν πόλεμον, οὕτω, πολλὰ ἀντ. αὐτόθ. 86. 2) ἐπιμένω, ἐμμένω, δὲν ἐνδίδω, «βαστῶ»· ἡ Ἄζωτος... ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκευμένη ἀντέσχε Ἡρόδ. 2. 157, πρβλ. 5. 115, Θουκ. 2. 70· μηκέτι ἀντέχωσι... τῷ πόνῳ διεσταμένοι Πλάτ. Τίμ. 81D· πολλάκις γιγνομένην ψυχὴν ἀντέχειν ὁ αὐτ. Φαίδων 88Α. 3) ἀντέχω ὡς καὶ νῦν, διατηρῶ τὴν θέσιν μου, δὲν ἐνδίδω, ὅμως μέντοι ἀντεῖχε καὶ οὐκ εἶκε Ἡρόδ. 8. 16, Αἰσχύλ. Πέρσ. 413, κτλ.· πῶς ποτε πῶς δύσμορος ἀντέχει; Σοφ. Φ. 175· νόσημα ἀντίσχει τὸν αἰῶνα πάντα Ἱππ. π. Ἀγμ. 759· ἔστ. ἂν αἰὼν... ἀντέχῃ Εὐρ. Ἄλκ. 337· βραχὺν χρόνον Δημ. 21. 1· ἀντ. ἐπὶ πολύ, ἐπὶ πλέον Θουκ. 1. 7, 65· ἀντ. ἐλπίσιν, ἐπ’ ἐλπίδι, Διόδ. 2. 26. Ἐν Ξεν. Ἑλλ. 2. 2, 16 ὑπάρχει ἀντ. περί τινος, ἐκτρόπως, ἀντ. μὴ ὑπακοῦσαι, ἀρνοῦμαι νά ..., Πλούτ. 2. 708Α. β) ἐπὶ τῶν ποταμῶν, οὓς ἐξήντλησεν ὁ Περσικὸς στρατὸς, ἀντέχω, ἐπαρκῶ, Μέλανα ποταμόν, οὐκ ἀντισχόντα... τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον, ἀλλ’ ἐπιλιπόντα, Ἡρόδ. 7. 58· Λίσσος ποταμὸς... οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ Ξέρξεω στρατῷ ὁ αὐτ. 7. 108· πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 413· οὕτως, ἀντέχει ὁ σῖτος Θουκ. 1. 65. 4) ἐκτείνομαι, φθάνω, ὅσον ἡ ἐπιστήμη ἀντ. ὁ αὐτ. 6. 69. ΙΙΙ. Μέσ., κρατῶ τι ἔμπροσθέν μου ἀντὶ ἀσπίδος χάριν προφυλάξεως, μετ’ αἰτ. καὶ γεν., ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν, προβάλεσθε τραπέζας δίκην ἀσπίδων κατὰ τῶν βελῶν, Ὀδ. Χ. 74. 2) μετὰ γεν. μόνον, πιάνω κἄτι τι καὶ κρατῶ αὐτὸ σφιγκτά, νομίζουσα αὐτοῦ ἐκείνου τῆς χειρὸς ἀντέχεσθαι Ἡρόδ. 2. 121, 5· πέπλων Εὐρ. Τρῳ. 745· πρβλ. Ἴωνα 1404· τῶν θυρῶν Ἀριστοφ. Λυσ. 161: ― μεταφ., οἱ μὲν τῶν ὄχθων ἀντείχοντο, δὲν ἀπεμακρύνοντο, ἐπορεύοντο πλησίον αὐτῶν, Ἡρόδ. 9. 56· ἀντ. Ἡρακλέους, προσκολλῶμαι εἰς τὸν Ἡρακλέα, δηλ. λατρεύω αὐτὸν πρὸ παντὸς ἄλλου, Πίνδ. Ν. 1. 50· ἀντ. τῆς ἀρετῆς, Λατ. adhaerere virtuti, Ἡρόδ. 1. 134· ἀντ. τοῦ πολέμου ὁ αὐτ. 7. 53· τοῦ κέρδους Σοφ. Ἀποσπ. 325· τῆς θαλάσσης Θουκ. 1. 13· σωτηρίας Λυσ. 914. 6· τῆς ἀληθείας Πλάτ. Φίλ. 58Ε, πρβλ. Πολ. 600D, καὶ ἀλλαχοῦ· τῶν παραδεδομένων μύθων Ἀριστ. Ποιητ. 9. 8· τῆς ἐλευθερίας Ψήφισμ. παρὰ Δημ. 290.10 3) ἀπολ. καὐτὸς ἀντέχου Σοφ. Φ. 893· πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 1121, Πλάτ. Πολ. 574Β. 4) μετὰ διπλ. γεν. προσ. καὶ πράγμ., ἀνθέξεταί σου τῶν πατρῴων χρημάτων, «θὰ σοῦ πιασθῇ διὰ τὴν πατρικήν του περιουσίαν», θὰ τὴν διαμφισβητήσῃ, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1658. 5) ἀνθίσταμαι, Πλάτ. Πολ. 574Β, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 7. 3,1· φονεῦσαι τοὺς ἀντεχομένους Διόδ. 4. 49.

French (Bailly abrégé)

f. ἀνθέξω, ao.2 ἀντέσχον;
I. tr. tenir devant : χεῖρα κρατός SOPH tenir sa main devant sa figure ; ὄμμασι δ’ ἀντίσχοις τάνδ’ αἴγλαν SOPH conserve sur ses traits ce doux éclat;
II. intr. 1 tenir contre, résister, dat. ou πρός et l’acc. ; abs. tenir bon, résister;
2 se maintenir, persister, durer : ὁ ποταμὸς οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ στρατῷ HDT le fleuve ne put suffire à fournir de l’eau à l’armée ; suffire à, permettre de, abs. ἐς ὅσονἐπιστήμη ἀντέχοι THC tant que la science marchait de pair (avec la bonne volonté, le courage);
Moy. ἀντέχομαι;
I. tr. tenir devant soi : τραπέζας ἀ. ἰῶν OD placer des tables devant soi pour se garantir des traits;
II. intr. 1 s’attacher à : χειρός HDT à la main (de qqn) ; p. anal. τοῦ πολέμου HDT persister à faire la guerre ; ἀ. τῆς ἀρετῆς HDT s’attacher à la vertu ; τῆς θαλάσσης THC s’adonner à la mer;
2 s’appuyer, se soutenir.
Étymologie: ἀντί, ἔχω.

English (Autenrieth)

only aor. 2 mid. imp. ἀντίσχεσθε, hold before yourselves, interpose; τραπέζᾶς ἶῶν, tables against the arrows, Od. 22.74†.

English (Slater)

ἀντέχω med., met.,
   1 cling to (the theme of) c. gen. ἐγὼ δ' Ἡρακλέος ἀντέχομαι προφρόνως (N. 1.33)

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. ind. ἀντέσχε Hdt.2.157, 5.115]
I poner algo delante de algo, c. ac. y gen. o dat. χεῖρ' ἀντέχοντα κρατός poniéndose la mano ante la frente S.OC 1651, τοὺς χαλινοὺς ... τῶν ἵππων Hdn.5.6.7.
II 1resistir c. dat. Ἁρπάγῳ Hdt.1.175, τοι Hdt.8.68β, τοῖς ... δικαίοις S.Fr.78, πόνοις X.Ages.11.10, σοι X.Hier.11.15, τῷ πόνῳ Pl.Ti.81d, τῇ ταλαιπωρίᾳ Th.2.49, τοῖς ὑπεναντίοις Plb.31.5.2
c. ac. τὰ τοῦ πολέμου Th.8.63, τἆλλα Th.8.86, καμάτους AP 9.299 (Phil.)
c. giro preposicional πρὸς τὸ ἐκείνων ἱππικόν Th.6.22, ἐπὶ ταῖς παρ' ὑμῶν ἐλπίσιν Decr. en D.19.51, πρὸς τοὺς καμάτους Hdn.3.6.10, πρὸς τὰς ἐπικειμένας POxy.1642.39 (III d.C.)
abs. aguantar, mantenerse firme ῥεῦμα Περσικοῦ στρατοῦ ἀντεῖχεν el río de la flota persa hacía frente A.Pers.413, πῶς δύσμορος ἀντέχει; S.Ph.176, de una piedra ἐν πυρὶ ὢν ... οὔτε πολὺν χρόνον ἀντέχει X.Mem.4.7.7, ὥστε πολλάκις γιγνομένην ψυχὴν ἀντέχειν de modo que resista el alma muchos nacimientos Pl.Phd.88a, cf. Hdt.8.16, Th.1.103
c. part. pred., de ciu. sitiadas ἡ Ἄζωτος ... ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκεομένη ἀντέσχε Hdt.2.157, ἀντέσχε ... πολιορκευμένη Σόλοι Hdt.5.115, οὐκέτι ἐδύναντο πολιορκούμενοι ἀντέχειν Th.2.70
en v. med. resistir ἀντεχομένων δὴ καὶ μαχομένων Pl.R.574b
ofrecer resistencia c. dat. τὰ χείλη ... ἂν ἁπτομένῳ τῷ δακτύλῳ ... ἀντέχηται los labios ... si ofrecen resistencia a la presión del dedo Arist.HA 583a18, abs. φονεῦσαι ... τοὺς ἀντεχομένους D.S.4.49
fig. en v. act. insistir, hacerse firme περὶ τῶν τειχῶν en la cuestión de los muros X.HG 2.2.16.
2 c. inf. neg. rehusar ἀντέχω μὴ ὑπακοῦσαι rehúso obedecer Plu.2.708a, ἀντέσχομεν μὴ λαβεῖν E.Ep.5.51.
3 medic. en v. med. sufrir una retención χολῆς ἀντεχομένης Hp.Epid.4.23, γαστὴρ ἀντεχομένη Hp.Epid.4.17.
4 en cont. de tiempo durar ἔστ' ἂν αἰὼν οὑμὸς ἀντέχῃ mientras dure mi vida E.Alc.337, βραχὺν χρόνον ἀντέχει D.2.10
persistir ταῖς ἐλπίσιν D.S.2.26.
5 ser suficiente de un río para suministrar agua a un ejército οὐδὲ οὗτος ἀντέσχε Hdt.7.196, (ποταμός) τότε οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ Ξέρξεω στρατῷ (el río) no suministró en aquella ocasión agua suficiente para el ejército de Jerjes Hdt.7.108.
6 extenderse ἐς ὅσον ἡ ἐπιστήμη ἀντέχοι hasta donde su conocimiento (militar) alcanzaba Th.6.69.
III gener. en v. med. coger, agarrarse a c. gen. τῆς χειρὸς ἀντέχεσθαι Hdt.2.121ε, πέπλων E.Tr.750, τῶν θυρῶν Ar.Lys.161, ἔχ', ἀντέχου (τοῦ δόρατος), παῖ καὶ σύ, παῖ, τοῦδ' (ὀβελίσκου) ἀντεχοῦ Ar.Ach.1121, ὡς ἀνθέξομαι καὶ τῆσδε καὶ σοῦ τῶν τε σῶν κεκρυμμένων E.Io 1404
abs. ἴστω τε καὐτὸς ἀντέχου levántate y cógeme S.Ph.893
fig. acogerse, acercarse a τῶν τε ὄχθων ... καὶ τῆς ὑπωρέης τοῦ Κιθαιρῶνος Hdt.9.56
rendir culto a Ἡρακλέος Pi.N.1.33
cultivar, practicar τῆς ἀρετῆς Hdt.1.134, τοῦ πολέμου Hdt.7.53
seguir τῆς ... φύσεως Pl.Lg.773e, τῶν παραδεδομένων μύθων Arist.Po.1451b24, τοῦ ... πιστοῦ λόγου Ep.Tit.1.9
buscar σωτηρίας Lys.33.6, τῆς ἀληθείας Pl.Phlb.58e, τῆς σκέπης PTeb.40.9 (II a.C.)
ser afecto a οὐχὶ μᾶλλον ἂν αὐτῶν ἀντείχοντο ἢ τοῦ χρυσοῦ Pl.R.600d, ἑνός (κυρίου) Eu.Matt.6.24, Eu.Luc.16.13
ser aficionado a τοῦ κέρδους S.Fr.354
afanarse por τούτων (χρημάτων) X.Mem.3.5.8, τῆς εἰσαγωγῆς PTeb.41.25 (II a.C.)
entregarse a οἴκτων E.Io 970
defender τῶν δικαίων POxy.1203.30 (I d.C.)
reclamar τῆς μισθώσεως BGU 1116.16 (I a.C.), c. dos gen. ἀνθέξεται σοῦ τῶν πατρῴων χρημάτων reclamará tu herencia Ar.Au.1658
dedicarse a τῆς θαλάσσης Th.1.13
velar por τῆς ἐαυτῶν καὶ τῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἐλευθερίας Decr. en D.18.185, πολλὰ καὶ καλὰ καὶ δίκαια ..., ὧν ... ἀντέχεσθαι δεῖ D.60.26
cuidar, velar τῶν ἀσθενῶν 1Ep.Thess.5.14
aferrarse a ἐλπίδος Plb.8.7.10, ταύτης (ἀπιστίας) D.6.24
ser fiel a τῆς τῶν Αἰτωλῶν συμμαχίας Plb.4.55.1, οὐθενὸς δικαίου UPZ 170 A 24 (II a.C.)
alcanzar, tomar parte en τῶν ἀγαθῶν τῶν μελλόντων Herm.Vis.1.1.8.

English (Thayer)

middle (present ἀντέχομαι); future ἀνθέξομαι; to hold before or against, hold back, withstand, endure; in the N. T. only in the middle to keep oneself directly opposite to anyone, hold to him firmly, cleave to, paying heed to him: τίνος, τῶν ἀσθενῶν, to aid them, care for them, τοῦ λόγου, to hold to, hold it fast, Jelf, § 536); Winer s Grammar, 202 (190); (Buttmann, 161 (140)).

Greek Monolingual

(AM ἀντέχω, Α κ. ἀντίσχω)
1. έχω αντοχή, διατηρώ δυνάμεις
2. αντιστέκομαι, δεν υποχωρώ, βαστώ
3. διατηρώ τις ιδιότητες μου, διατηρούμαι
4. έχω την απαραίτητη στερεότητα
5. υπομένω, υποφέρω με καρτερία
νεοελλ.
1. μπορώ να αντεπεξέλθω σε κάτι
2. φρ. «αντέχει η τσέπη μου» — είμαι πλούσιος, μπορώ να ξοδεύω χρήματα με άνεση
Ι. αρχ.
1. κρατώ κάτι μπροστά από κάτι άλλο
2. επιμένω, εμμένω σε κάτι
3. είμαι αρκετός, επαρκώ
4. εκτείνομαι, φθάνω
5. κρατώ, διαρκώ
6. συνεχίζομαι, παρατείνομαι
7. εξακολουθώ να υφίσταμαι
II. (-ομαι)
1. κρατώ κάτι μπροστά μου για προφύλαξη
2. πιάνω κάτι και το κρατώ σφιχτά
3. δεν απομακρύνομαι από κάτι
4. λατρεύω κάποιον, τον τοποθετώ στις προτιμήσεις μου πριν από κάθε άλλον
5. συγκρατώ τον εαυτό μου
6. αμφισβητώ, διεκδικώ κάτι
7. επιδίδομαι σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. αντέχω < αντ(ι) + έχω
αντίσχω < αντ(ι)- + ίσχω.
ΠΑΡ. ανθεκτικός, αντοχή
αρχ.
άνθεξις].

Greek Monotonic

ἀντέχω: ή ἀντ-ίσχω, μέλ. ἀνθ-έξω, αόρ. βʹ ἀντ-έσχον·
I. κρατώ έναντι, με αιτ. και γεν., χεῖρ' ἀντ. κρατός, κρατώ το χέρι έναντι στο πρόσωπό μου, ώστε να σκεπάζω τα μάτια μου, σε Σοφ.· με δοτ., ὄμμασι δ' ἀντίσχοις τάνδ' αἴγλαν, μακάρι να κρατήσεις αυτό το φως στα μάτια του (αλλιώς, μακριά από τα μάτια του), στον ίδ.
II. 1. ανθίσταμαι, αντιστέκομαι, με δοτ., σε Ηρόδ., Θουκ.· πρός τινα, σε Θουκ.· με αιτ., αντέχω, σε Ανθ.
2. απόλ., διατηρώ το έδαφός μου, αντέχω, σε Ηρόδ., Αττ.· επιμένω, εμμένω, δεν ενδίδω, σε Ηρόδ. κ.λπ.· λέγεται για τα ποτάμια που ήπιε ο Περσικός στρατός, είμαι αρκετός, επαρκώ, στον ίδ.
III. 1. Μέσ., κρατώ κάτι μπροστά μου, με αιτ. και γεν., σε Ομήρ. Οδ.
2. με γεν., πιάνω κάτι και το κρατώ σφιχτά, σε Ηρόδ., Αττ.· μεταφ., ἀντ. τῶν ὄχθων, δεν απομακρύνονταν από τις όχθες, έμεναν κοντά σ' αυτές, σε Ηρόδ.· ἀντ. ἀρετῆς, τοῦ πολέμου, στον ίδ.· τῆς θαλάσσης, σε Θουκ.
3. απόλ., αντέχω, σε Σοφ.
4. με διπλή γεν. προσ. και πράγμ., ἀνθέξεταί σου τῶν χρημάτων, θα διεκδικήσει την περιουσία από εσένα, θα τη διαμφισβητήσει με εσένα, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀντέχω: и ἀνίσχω
1) тж. med. держать против (чего-л.) или перед (чем-л.): οὐκ ἀ. τὰ φῶτα αὑτῷ Plut. находиться в темноте; χεῖρα κρατὸς ἀ. Soph. заслонять лицо рукой; ὄμμασι αἴγλαν ἀ. Soph. защищать глаза от света; ἀντίσχεσθαι τραπέζας ἰῶν Hom. защищаться столами от стрел; ἀ. τῇ πόλει πρὸς τὸν πόλεμον Plut. не подпускать противника к городу;
2) реже med. сопротивляться, оказывать или выдерживать сопротивление (τινι Her., Thuc., Xen., Plat., Plut., Luc. или πρός τινα и πρός τι Thuc., Plut., реже τι Thuc., Anth.): χρόνον ἐπὶ πλεῖστον ἀντέσχε πολιορκευμένη Σόλοι Her. дольше всех выдерживал осаду (город) Солы; οἱ ἀντεχόμενοι τῶν φυλάκων Diod. оказавшая сопротивление часть стражи; ἀ. τῷ ψύχει Plut. (хорошо) переносить холод; ἀ. τινὶ πρός τι Plut. устоять с помощью чего-л. перед чем-л.; ἀ. μὴ ὑπακοῦσαι Plut. отказываться подчиниться, отказать;
3) быть достаточным, хватать (ἀντέχει ὁ σῖτος Thuc.): ὁ ποταμὸς οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ στρατῷ Her. воды в реке не хватало для войска; ἐς ὅσονἐπιστήμη ἀντέχοι Thuc. насколько позволяло (военное) искусство;
4) длиться, продолжаться (ἐπὶ πολύ Thuc.; βραχὺν χρόνον Dem.): ἔστ᾽ ἂν αἰὼν οὑμὸς ἀντέχῃ Eur. пока я буду жив;
5) med. держаться, придерживаться, перен. упорствовать (τινος Her., Xen., Plat., περί τινος Xen. и τινι Diod.): ἀ. τῆς χειρός τινος Her. хвататься за чью-л. руку; ἀ. τοῦ πολέμου Her. упорно продолжать войну; ἀ. τῆς ἀρετῆς Her. неуклонно следовать по пути добродетели; τῆς θαλάσσης ἀ. Thuc., Polyb.; заниматься мореплаванием; τῆς σωτηρίας ἀ. Lys. стремиться к спасению; ἀ. τινός τινος Arph. упорно оспаривать что-л. у кого-л.; ταῖς ἐλπίσιν ἀ. Diod. сохранять надежды; ἀνθεκτέον τινός Arst. необходимо придерживаться чего-л.;
6) med. опираться (ἵστω τε καὶ ἀντέχου Soph.).

Middle Liddell


I. to hold against, c. acc. et gen., χεῖρα ἀντ. κρατός to hold one's hand against one's head, so as to shade the eyes, Soph.; c. dat., ὄμμασι δ' ἀντίσχοις τάνδ' αἴγλαν may'st thou keep this sunlight upon his eyes (al. off his eyes), Soph.
II. to hold out against, withstand, c. dat., Hdt., Thuc.; πρός τινα Thuc.; c. acc. to endure, Anth.
2. absol. to hold out, stand one's ground, Hdt., attic: to hold out, endure, last, Hdt., etc.; of the rivers drunk by the Persian army, to hold out, suffice, Hdt.
III. Mid. to hold before one against something, c. acc. et gen., Od.
2. c. gen. to hold on by, cling to, Hdt., attic:—metaph., ἀντ. τῶν ὄχθων to cling to the banks, keep close to them, Hdt.; ἀντ. ἀρετῆς, τοῦ πολέμου Hdt.; τῆς θαλάσσης Thuc.
3. absol. to hold out, Soph.
4. c. dupl. gen. pers. et rei, ἀνθέξεταί σου τῶν χρημάτων will lay claim to the property from you, dispute it with you, Ar.