Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀρκέω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀρκέω Medium diacritics: ἀρκέω Low diacritics: αρκέω Capitals: ΑΡΚΕΩ
Transliteration A: arkéō Transliteration B: arkeō Transliteration C: arkeo Beta Code: a)rke/w

English (LSJ)

impf. 3sg.

   A ἤρκει Il.13.440, A.Pers.278: fut. ἀρκέσω: aor. ἤρκεσα, Dor. ἄρκεσα Pi.O.9.3:—Med., aor. ἠρκεσάμην, 2sg. ἠρκέσω dub. in A.Eu.213 (s.v.l.):—Pass., inf. ἀρκέεσθαι Hdt.9.33, ἀρκεῖσθαι Poet. ap. Greg.Cor.p.425 S.: pf. ἤρκεσμαι Sthenid. ap. Stob.4.7.63: aor. ἠρκέσθην Plu.Pel.35, Luc.Salt.83: fut. ἀρκεσθήσομαι D.H.6.94, D.S.1.8, etc.:—ward off, keep off, c. dat. pers. et acc. rei, σάκος τό οἱ ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον Il.20.289, cf. 6.16; πατρίδι δουλοσύνην Simon. 101; κῆρας μελάθροις E.El.1300 (lyr.); ὅς οἱ ἀπὸ χροὸς ἤρκει ὄλεθρον Il.13.440, cf. 15.534; τοῦτό γ' ἀρκέσαι S.Aj.535; ὡς οὐκ ἀρκέσοι τὸ μὴ οὐ . . θανεῖν would not keep off death, ib.727.    2 c. dat. only, defend, πυκινὸς δέ οἱ ἤρκεσε θώρηξ Il.15.529; οὐδ' ἤρκεσε θώρηξ, without dat., 13.371.    3 assist, succour, 21.131, Od.16.261, S.Aj.824, El. 322, E.Hec.1164.    II c. acc. cogn., make good, achieve, οὐδ' ἔργα μείω χειρὸς ἀρκέσας ἐμῆς S.Aj.439.    III mostly in Trag., and always in Prose, to be strong enough, suffice, c. inf., first in Pi.O.9.3; ἀρκῶ σοι σαφηνίσαι (-σας Linwood) A.Pr.621 codd., cf. S.OT1209 (lyr.): c. part., ἀρκέσω θνῄσκουσ' ἐγώ my death will suffice, Id.Ant.547; cf. ἀρκοῦμεν ἡμεῖς οἱ προθνῄσκοντές σεθεν E.Alc.383; ἔνδον ἀρκείτω μένων let him be content to stay within, S.Aj.76; ἀρκεῖν γὰρ οἶμαι μίαν ψυχὴν τάδ' ἐκτίνουσαν Id.OC498; οὔτε ἰατροὶ ἤρκουν θεραπεύοντες Th.2.47; ellipt., σοφοὺς ὥσπερ σύ, μηδὲν μᾶλλον· ἀρκέσουσι γάρ [σοφοὶ ὄντες] E.Heracl.576; ἀ. εἴς τι X.Cyr.8.2.5; πῶς ἡ πόλις ἀρκέσει ἐπὶ τοιαύτην παρασκευήν; Pl.R.369d; ταὐτὸν ἀρκεῖ σκῶμμα ἐπὶ πάντας holds equally for all, Id.Tht.174a; ὅτ' οὐκέτ' ἀρκεῖ [ἡ μάθησις] when it avails no more, S.Tr.711.    2 c. dat., suffice for, satisfy, οὐδὲ ταῦτά τοι μοῦνα ἤρκεσε Hdt.2.115, cf. S.Ant.308, etc.    3 to be a match for, c. dat., ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοί γ' ὡπλισμένῳ Id.Aj.1123; πρὸς τοὺς πολεμίους Th. 6.84.    4 abs., to be enough, avail, endure, ἀρκείτω βίος A.Ag.1314; οὐδὲν γὰρ ἤρκει τόξα Id.Pers.278; holdout, last, ἐπὶ πλεῖστον ἀρκεῖν Th. 1.71, X.Cyr.6.2.31; οὐδ' ἔτ' ἀρκῶ I can hold out no longer, S.El.186 (lyr.); ὥστε ἀρκεῖν πλοῖα to be sufficient in number, X.An.5.1.13: freq. in part., ἀρκῶν, οῦσα, οῦν, sufficient, enough, βίος ἀρκέων ὑπῆν Hdt.1.31, cf. 7.28; τἀρκοῦντα a sufficiency, E.Supp.865; ἀρκοῦσα ἀπολογία Antipho 2.4.10; ἀρκοῦντα or τἀρκοῦντα ἔχειν, X.Mem.1.2.1, Smp.4.35; τῶν ἀρκούντων περιττὰ κτᾶσθαι Id.Cyr.8.2.21.    5 impers., ἀρκεῖ μοι 'tis enough for me, I am well content, c. inf., οὐκ ἀρκέσει ποθ' ὑμὶν . . εἴκειν S.Aj.1242, cf. X.An.5.8.13: c. acc. et inf., ἐμοὶ μὲν ἀρκεῖ τοῦτον ἐν δόμοις μένειν S.Aj.80; ἀρκεῖ ἢν... ὅτι... X.Cyr.8.1.14, Mem. 4.4.9; ἔμ' ἀρκεῖ βουλεύειν 'tis enough that I... A.Th.248; οὐκ ἀρκοῦν μοί ἐστι, c. acc. et inf., Antipho 2.2.2; ἀρκεῖν δοκεῖ μοι it seems enough, seems good, S.El.1364.    IV in Pass., to be satisfied with, c. dat. rei, Poet. ap. Greg.Cor.l.c.; ἔφη οὐκέτι ἀρκέεσθαι τούτοισι Hdt.9.33, cf. Pl.Ax.369e, Arist.EN1107b15, AP6.329 (Leon.), Plot.5.5.3: abs., ib.3.6, etc.    2 later, c. inf., to be contented to do, Plb.1.20.1, Ps.-Luc.Philopatr.29, etc.

German (Pape)

[Seite 353] fut. ἀρκέσω, att. ἀρκῶ, aor. ἤρκεσα, perfpass. ἤρκεσμαι; vgl. Buttm. Lex. I, 4; mit ἀρήγω zusammenhängend; viell. aus' ἀλκεὠ entst., vgl. ἄλγος ἀργαλέος; eigtl.: tüchtig, stark sein; Plat. Theaet. 174 a ταυτὸν ἀρκεῖ σκῶμμα ἐπὶ πάντας –, es wirkt, trifft. – Bei Hom. nur wenige Formen: ἤρκει Iliad. 13, 440, ἀρκέσει Iliad. 21, 131 Od. 16, 261, ἤρκεσε Iliad. 6, 16. 13, 371. 397. 15, 529. 534. 20, 289 Od. 4, 292. – 1) abwehren, abhalten, τινί τι, z. B. οἷ λυγρὸν ὄλεθρον Il. 6, 16; κῆρας μελάθροις Eur. El. 1300; πατρίδι δόυλοσύνην Simonid. 36 (VII, 257); ὅς οἱ ἀπὸ χροὸς ἤρκει ὄλεθρον Iliad. 13, 440; ὅς οἱ παιδὸς ἀπὸ χροὸς ἤρκεσ' ὄλεθρον 15, 534; ἀρκεῖν τὸ μὴ οὐ θανεῖν, hindern, daß Einer umkomme, Soph. Ai. 727; der bloße acc. dabei Ai. 531. – 2) beistehen, helfen, nützen; τινί, Il. 21, 131 Od. 16, 261; φίλοις Soph. El. 314 Ai. 811; παισίν Eur. Hec. 1164 u. öfter; ῥόδον – νοσοῦσιν Anacr. 54, 5; ohne Zusatz, schützen, οὐδ' ἤρκεσε θώρηξ Il. 13, 371; πυκινὸς δέ οἱ ἤρκεσε θώρηξ 15, 529; οὐδὲν γὰρ ἤρκει τόξα Aesch. Pers. 270; vgl. Soph. Ai. 587; eigenthümlich 434 οὐδ' ἔργα μείω χειρὸς ἀρκέσας ἐμῆς, Schol. δείξας, βοήθησας, d. i. ausrichten, vollbringen; οὐδ' οἱ ἰατροὶ ἤρκουν – θεραπεύοντες Thuc. 2, 47; ὅτ' οὐκέτ' ἀρκεῖ, da es nichts mehr hilft, Soph. Tr. 711. – 3) stark, vermögend sein, ausrei chen, σαφηνίσαι Aesch. Prom. 624; ἀρκέσω θνήσκουσα, es wird genug sein, daß ich sterbe, Soph. Ant. 543; vgl. O. C. 499; Ai. 76 ἐνδὸν ἀρκείτω μένων; ἀρκέσω ἐγὼ λέγων Eur. Or. 1592; vgl. Hel. 1290. Gew. impers. ἀρκεῖ, es genügt, reicht hin, Pind. Ol. 9, 3; Aesch. Spt. 239; ἀρκείτω βίος Ag. 1287; ἐμοὶ ἀρκεῖ τοῦτον μένειν Soph. Ai. 80; ταῦτά τοι οὐκ ἤρκεσε Her. 2, 115; vgl. Xen. Cyr. 4, 5, 44 οὔτε ἀρκέσω πράττων τι; ἀλλ' ἀρκεῖ καὶ τοῦτο Plat. Gorg. 498 a; öfter auch Folgde; πῶς ἡ πόλις ἀρκέσει ἐπὶ τοσαύτην παρασκευήν Plat. Rep. II, 369 d; ἀρκέσει αὐτῷ βίος οὕτω μέτριος V, 466 b; vgl. βίος ἀρκέων ὑπῆν Her. 1, 31; πρός τι Xen. An. 2, 6, 15; εἴς τι Mem. 3, 3, 10; ἀρκεῖ, ἢν παραγγείλῃ Xen. Cyr. 8, 1, 14; ὅσοις σώζεσθαι ἤρκει δι' ὑμᾶς, sie ließen es sich gefallen, An. 5, 8, 13. – Part. ἀρκῶν, hinreichend; τὰ ἀρκοῦντα ἔχειν, sein Auskommen haben, Xen. Mem. 1, 2, 1; τῶν ἀρκούντων περιττὰ κτᾶσθαι, mehr haben als man braucht, Cyr. 8, 2, 21; εὐωχία ἀρκοῦσα, reichlich, An. 6, 1, 5. – Pass., womit zufrieden sein, sich mit etwas begnügen, τινί, 9, 32; Plat. Ax. 369 e; οὐκ ἀρκεσθεὶς τούτοις Pol. 13, 2, 4; ἀρκοῦμαι πεποιηκέναι ταῦτα 1, 20, 1; ἀρκεσθήσομαι τοῖς ῥηθεῖσι D. Sic. 3, 11; M. Ant. 1, 16; Leon. Al. 21 (VI, 329).

Greek (Liddell-Scott)

ἀρκέω: παρατ. γ΄ ἑν. ἤρκει Ἰλ., Ἀττ.: μέλλ. ἀρκέσω: ἀόρ. ἤρκεσα Δωρ. ἄρκεσα Πίνδ. Ο. 9. 5: ― Μέσ., ἀόρ. ἠρκεσάμιην, μόνον διὰ τὸ ἠρκέσω, ὅπερ εἶναι ἐφθαρμένον ἐν Αἰσχύλ. Εὐμ. 2. 3, ἔνθα ὁ Wellauer καὶ ἄλλοι προτείνουν ᾐδέσω, ὁ Ἕρμαννος ἦκέ σοι, ὁ J. Wordsworth εἰργάσω, κτλ. ― Παθ., ἀπαρ. ἀρκέεσθαι Ἡρόδ. 9. 33, ἀρκεῖσθαι Ἡσ. Ἀποσπ. 181: πρκμ. ἤρκεσμαι Σθενίδ. ἐν Στοβ. 332. 39: ἀόρ. ἠρκέσθην Πλουτ., Λουκ.: μέλλ. ἀρκεσθήσομαι Διον. Ἁλ. 6. 94, Διόδ., κτλ. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἐν λ. ἄλαλκε: πρβλ. Βουττμ. Λεξίλ. ἐν λέξει χραισμεῖν 4.) Ὡς τὸ Λατ. arceo, ἀποκρούω, ἀποσοβῶ, μετὰ δοτ. προσ. καὶ αἰτ. πράγμ., σάκος, τό οἱ ἤρκεσκε λυγρὸν ὄλεθρον Ἰλ. Υ. 289, πρβλ. Ζ. 16, Σιμων. 104 (159), καὶ Ἀττ.· ὅς οἱ ἀπὸ χροὸς ἤρκει ὄλεθρον Ἰλ. Ν. 440, πρβλ. Ο. 534· ὥστε τοῦτο γ’ ἀρκέσαι Σοφ. Αἴ. 535· ὡς οὐκ ἀρκέσοι τὸ μή οὐ.. θανεῖν, δὲν θὰ ἀπεμάκρυνε τὸν θάνατον, αὐτόθι 727. 2) μετὰ δοτ. μόνον, ὑπερασπίζω, προφυλάττω, πυκινὸς δέ οἱ ἤρκεσε θώρηξ Ἰλ. Ο. 529· οὐδ’ ἤρκεσε θώρηξ, ἄνευ δοτ., Ν. 371, 397: ― βοηθῶ, Φ. 131, Ὀδ. Π. 261, Σοφ. Αἴ. 824, Ἠλ. 322, Εὐρ. Ἑκ. 1164. ΙΙ. ἐν Σοφ. Αἴ. 439, κατορθώνω, οὐδ’ ἔργα μείῳ χειρὸς ἀρκέσας ἐμῆς. ΙΙΙ. συχνάκις παρ’ Ἀττ., καὶ ἀείποτε ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, εἶμαι ἀρκούντως ἰσχυρός, εἶμαι ἐπαρκής, ἐπαρκῶ, μετ’ ἀπαρ., πρῶτον παρὰ Πινδ. Ο. 9. 5· ἀρκῶ σοι σαφηνίσαι Αἰσχύλ. Πρ. 621, πρβλ. Σοφ. Ο. Τ. 1209· ὡσαύτως, μετὰ μετοχ., ἀρκέσω θνήσκουσα, ὁ θάνατός μου θὰ ἐπαρκέσῃ, ὁ αὐτ. Ἀντ. 547, πρβλ. Εὐρ. Ἄλκ. 383· ἔνδον ἀρκείτω μένων, ἂς ἀρκεσθῇ μένων ἐντός, Σοφ. Αἴ. 76· ἀρκεῖν γὰρ οἶμαι μίαν ψυχὴν τάδ’ ἐκτίνουσαν ὁ αὐτ. Ο. Κ. 498· καὶ οὕτως ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, οὐκ ἤρκουν ἰατροὶ θεραπεύοντες Θουκ. 2. 47· ἐλλειπτ., σοφοὺς ὥσπερ σύ· μηδὲν μᾶλλον· ἀρκέσουσι γὰρ [σοφοὶ ὄντες] Εὐρ. Ἡρακλ. 576, θὰ εἶναι ἀρκετοί, ἀρκ. εἴς τι Ξεν. Κύρ. 8. 2, 5· ταὐτὸν ἀρκεῖ σκῶμμα ἐπὶ πάντας, ἐφαρμόζεται ἐπίσης εἰς πάντας, Πλάτ. Θεαίτ. 174Α. 2) μετὰ δοτ., ἀρκῶ, εἶμαι ἀρκετός, ἱκανοποιῶ, ταῦτά τοι οὐκ ἤρκεσε Ἡρόδ. 2.115, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 308, κτλ.· εἶμαι ἰσόπαλος πρός τινα, κἂν ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοί γ’ ὡπλισμένῳ ὁ αὐτ. Αἴ. 1123· πρὸς τοὺς πολεμίους Θουκ. 6. 84. 3) ἀπολ., εἶμαι ἀρκετός, εἶμαι ἀρκούντως ἰσχυρός, ἰσχύω, διαμένω, βίος ἀρκείτω Αἰσχύλ. Ἀγ. 1314· οὐδὲν γὰρ ἤρκει τόξα ὁ αὐτ. Πέρσ. 278· διαρκῶ, ἐπὶ πλεῖστον ἀρκεῖν Θουκ. 1.71, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 6. 2, 31· οὐδ’ ἔτ’ ἀρκῶ, δὲν βαστῶ πλέον, Σοφ. Ἠλ. 186· ὥστε ἀρκεῖν πλοῖα, ἀρκετὰ τὸν ἀριθμόν, Ξεν. Ἀν. 5.1,13· συχν. κατὰ μετοχ., ἀρκῶν, οῦσα, οῦν, ἰκανός, ἀρκετός, βίος ἀρκέων ὑπῆν Ἡρόδ. 1. 31, πρβλ. 7. 28· τά ἀρκοῦντα, τὰ ἐξαρκοῦντα, ὅσα χρειάζονται, Εὐρ. Ἱκ. 865· ἀρκοῦσα ἀπολογία Ἀντιφῶν 120. 21· ἀρκοῦντα ἢ τὰ ἀρκοῦντα ἔχειν Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 1, Συμπ. 4. 35: πρβλ. ἀρκεόντως. 4) ἀπροσ., ἀρκεῖ μοι, μοὶ ἀρκεῖ, μετ’ ἀπαρ., οὐκ ἀρκέσει ποθ’ ὑμῖν... εἴκειν Σοφ. Αἴ. 1242, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 5. 8, 13: μετ' ἀιτ. καὶ ἀπαρ., ἐμοὶ μὲν ἀρκεῖ τοῦτον ἐν δόμοις μένειν Σοφ. Αἴ. 80· ὡσαύτως, ἀρκεῖ μοι εἰ… ἐάν... ὅτι.., Ξεν. Κύρ. 8.1,14, πρβλ. Ἀπομν. 1.4,13., 4. 4, 9: ὡσαύτως, ἔμ’ ἀρκεῖ βουλεύειν, εἶναι ἀρκετὸν εἰς ἐμὲ νά..., Αἰσχύλ. Θήβ. 248· οὐκ ἀρκοῦν μοί ἐστι, μετ’ ἀιτ. καὶ ἀπαρ., Ἀντιφῶν 116. 30: ― ὡσαύτως ἀπολ., ὅτ’ οὐκέτ’ ἀρκεῖ, ὅτε πλέον δὲν χρησιμεύει, δὲν ὠφελεῖ, Σοφ. Τρ. 711· ἀρκεῖν δοκεῖ μοι, ἀρκεῖ μοὶ φαίνεται, ὁ αὐτ. Ἠλ. 1364. IV. ἐν τῷ παθ., ἀρκοῦμαι, εἶμαι ἐυχαριστημένος, μετὰ δοτ. πράγμ., ἔφη οὐκέτι ἀρκέεσθαι τούτοισι Ἡρόδ. 9. 33, πρβλ. Πλάτ. Ἀξ. 369Ε, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 5, Ἀνθ. Π. 6. 329, κτλ. 2) πολλάκις παρὰ μεταγεν. πεζοῖς μετ’ ἀπαρ., ἀρκοῦμαι νὰ πράξω τι, Πολύβ. 13. 2, 4, κτλ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ἤρκουν, f. ἀρκέσω, ao. ἤρκεσα, pf. inus.
1 écarter, repousser : ὄλεθρόν τινι IL préserver qqn de la mort ; avec le dat. seul : οἱ ἤρκεσε θώρηξ IL ou sans dat. ἤρκεσε θώρηξIL sa cuirasse le protégea;
2 résister, tenir bon, avoir de la force : ἀ. ἐπὶ πλεῖστον THC résister le plus possible ; οὐδ’ ἔτ’ ἀρκῶ SOPH je ne puis plus tenir ; ἀ. πρός τινα THC ou ἀ. τινι SOPH tenir bon contre qqn;
3 suffire : τινι à qqn ; avec un part. ἀρκέσω θνῄσκουσα SOPH ma mort suffira ; avec un seul acc. : οὐδ’ ἔργα μείω χειρὸς ἀρκέσας ἐμῆς SOPH ayant suffi à des entreprises qui ne sont pas inférieures à mon courage ; • impers. ἀρκεῖ il suffit ; τὰ ἀρκοῦντα le suffisant, le nécessaire ; ἀρκεῖ μοι avec l’inf. il me suffit de, j’aime autant que ; Pass. être satisfait de, se contenter de, τινι.
Étymologie: R. Ἀρκ écarter ; cf. lat. arceo.

English (Autenrieth)

(root ἀρκ, ἀλκ), fut. ἀρκέσω, aor. ἤρκεσα: keep off (τινί τι), hence protect, help (τινί); ἀλλά οἱ οὔ τις τῶν γε τότ' ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον, Il. 6.16; οὐδ ὑμῖν ποταμός περ ἀρκέσει, Φ 131, Od. 16.261.

English (Slater)

ἀρκέω
   a assist, help c. dat. εἰ δέ τις ἀρκέων φίλοις ἐχθροῖσι τραχὺς ὑπαντιάζει (Pae. 2.31)
   b suffice, be enough c. dat. & inf. τὸ μὲν Ἀρχιλόχου μέλος φωνᾶεν Ὀλυμπίᾳ ἄρκεσε Κρόνιον παρ' ὄχθον ἁγεμονεῦσαι Ἐφαρμόστῳ (O. 9.3) ]δύναμις ἀρκεῖ (ὧν σοι] e. g. supp. Snell) (Pae. 16.5)

Spanish (DGE)

• Morfología: [en todos los temas con -ε-; tard. perf. med. y aor. y fut. pas. con -εσ-]
I tr.
1 c. ac. que indica un ‘mal’ y dat. alejar ὅς οἱ ... ἤρκει ὄλεθρον Il.13.440, cf. 6.16, 15.534, 20.289, Od.4.292, τοι Ἄρης ... τελευτὴν ἀρκέσει Hes.Sc.358, πῶς ... οὐκ ἠρκέσατον Κῆρας μελάθροις; E.El.1300, ἤρκεσαν ... πατρίδι δουλοσύνην AP 7.257, πορθουμένοισι κῆρας ἀρκέσαι πικράς Lyc.289
sin dat. evitar ἐγὼ 'φύλαξα τοῦτο γ' ἀρκέσαι pero yo he procurado evitar esto S.Ai.535, cf. 727.
2 c. ac. de abstr. o inf. osar, ser capaz de οὐδ' ἔργα μείω χειρὸς ἀρκέσας ἐμῆς S.Ai.439, ἀρκέσαι πειράσομαι (ἀποδώσειν χάριν) Aeschin.Ep.7.1, οὐκ ἠρκέσθη εἰπεῖν no llegó a decir LXX Pr.30.15.
II intr.
1 ayudar, defender, proteger οἱ ἤρκεσε θώρηξ la coraza lo salvó, Il.15.529, φράσαι ἤ κεν νῶϊν Ἀθήνη ... ἀρκέσει piensa si Atenea nos va a defender, Od.16.261, οὐδ' ὑμῖν ποταμὸς ... ἀρκέσει Il.21.131, οἷσιν ἤρκεσας a quienes ayudaste Archil.292.7, ἄρκεσόν μοι S.Ai.824, θεοῖς ... οὐδὲν ἀρκεῖν S.Ai.590, ἀρκεῖν φίλοις S.El.322, παισὶ ... ἀρκέσαι E.Hec.1164, Δευκαλίωνα ... σφίσιν ἀρκέσαι D.Chr.36.49, cf. E.Fr.624
abs. valer, servir οὐδ' ἤρκεσε θώρηξ y no sirvió la coraza, Il.13.371, οὐδὲν ... ἤρκει τόξα de nada valían los arcos A.Pers.278, κλύει τις ἢ οὐδεὶς ἀρκέσει; ¿oye alguien o nadie ayudará? E.Hec.1094, ἤρκεσε τῷ λόγῳ Philostr.VS 542.
2 esp. en constr. impers. ser suficiente, bastar c. dat. οὐδὲ ταῦτά σοι ἤρκεσε Hdt.2.115, αὐτῷ ἐμοὶ ... ἀρκέων ἐστὶ βίος Hdt.7.28, οἶμαι ... ἀρκεῖν σοι ... καὶ τὰ σ' ... ἀλγήμαθ' S.Ph.339, cf. Ant.308, E.Supp.262, Or.1589, Heracl.99, Ar.Lys.917, Th.2.62, 72, 5.48, Antipho 2.4.10, Isoc.9.34, Is.5.5, Alex.167, Aeschin.3.218, Pl.Ax.369e, Luc.Cyn.10, Numen.25.52, Hdn.4.7.5, D.C.40.35, Hierocl.Facet.225
abs. τῶν τις ἀρκέσει alguno de ellos bastará Archil.300.10, βίος ... ἀρκέων ὑπῆν Hdt.1.31, ἀρκείτω βίος acabe ya mi vida A.A.1314, ἀρκεῖν δοκεῖ μοι S.El.1364, δύναμις ἀρκεῖ Pi.Fr.52q.5, cf. S.Tr.711, 1216, E.Hipp.1036, Ar.Ec.828, Th.1.93, X.Cyr.6.2.31, An.5.1.13, HG 3.2.21, Aristox.Harm.p.30.9, D.13.2, 24.25, Thphr.CP 3.17.4, Luc.Harm.3, Aristid.Quint.15.20, Porph.Sent.32, MAMA 4.279 (Dionisópolis, Frigia)
c. suj. inf., c. dat. de pers. o abs. ἐμ' ἀρκεῖ τῶνδε βουλεύειν πέρι es suficiente que yo resuelva sobre esto A.Th.248, ἀρκεῖ ταῦτά μοι διειδέναι S.OC 295, ἀρκέσει ... ὑμῖν ... εἴκειν ἃ τοῖς ... ἤρεσκεν κριταῖς S.Ai.1242, ἐμοὶ ... ἀρκεῖ ... ἐν δόμοις μένειν S.Ai.80, cf. E.Alc.33, Hipp.524, Rh.483, cf. Th.2.35, X.Cyr.3.3.3, 7.5.75, 8.8.16, An.2.6.20, 5.8.13, HG 5.2.34, Eq.Mag.7.4, 9.1, Antipho 2.2.2, D.53.2, Theoc.5.7, Numen.16.5
c. suj. oracional ἀρκεῖ ἢν ... basta con ... X.Cyr.3.3.51, 8.1.14, ἀρκεῖ ... ὅτι ... X.Mem.4.4.9
c. εἰς o ἐπί y ac. πῶς ἡ πόλις ἀρκέσει ἐπὶ τοσαύτην παρασκευήν; Pl.R.369d, cf. Tht.174a, ἀρκέσει μοι τοῦτο εἰς τὸ πείθεσθαι X.Mem.3.3.10, c. πρός y ac. ἀρκεῖν ... πρὸς τὸ μακαρίως βιῶναι S.E.M.7.12
c. inf. final τὸ ... Ἀρχιλόχου μέλος ἄρκεσε ... ἁγεμονεῦσαι el canto de Arquíloco sirvió para guiar el cortejo Pi.O.9.3, λιμὴν ... ἤρκεσεν ... πεσεῖν S.OT 1209, μικρὰ πρόφασις ἀρκέσει κεῖσθαι καὶ αὐτὸν καὶ τὸν ἵππον X.Eq.7.16, c. dat. instrum. ἀρκοῦν ταῖς τῶν μεγίστων δένδρων ῥίζαις D.S.2.10
part. neutr. subst. τἀρκοῦντα lo suficiente, lo estrictamente necesario E.Supp.865, X.Cyr.8.2.21, Mem.1.2.1, 3.5, Smp.4.35, Luc.Dom.7
en constr. pers. c. part. τοσοῦτον ἀρκῶ σοι σαφηνίσας μόνον basta simplemente que yo dé cuenta de eso A.Pr.621, ἔνδον ἄρκείτω μένων básteme que esté dentro S.Ai.76, ἀρκέσω θνῄσκουσ' ἐγώ bastará que yo muera S.Ant.547, ἀρκεῖν ... μίαν ψυχὴν τάδ' ἐκτίνουσαν S.OC 498, cf. E.Hel.1274, Or.1592, Alc.383, IA 1417, Tr.673, Rh.329, Th.2.47, X.Cyr.4.5.44, δίδασκέ μοι ... παῖδας ... σοφούς, ὥσπερ σύ, μηδὲν μᾶλλον· ἀρκέσουσι γάρ (σοφοὶ ὄντες) E.Heracl.576, c. inf. ἑπτὰ ... τῶν φυγόντων ἤρκεσαν καταλῦσαι X.HG 5.4.1
c. gen. abundar en ἴδ', ὡς ἐσθλῶν περὶ Θήβας μύθων ... ἤρκεσεν ἱστορίη ved cómo la historia abundó en nobles mitos sobre Tebas, AP 9.253 (Phil.).
3 en constr. pers., c. dat. atreverse con, ser digno rival de ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοὶ γ' ὡπλισμένῳ S.Ai.1123, διανοίας δοκῶν ἅπτεσθαι, ᾗ μηδὲ Νέρων ἤρκεσεν pareciendo emprender un proyecto al que ni siquiera Nerón se atrevió Philostr.VS 551, c. πρός y ac. ἀρκοῦμεν πρὸς τοὺς πολεμίους Th.6.84
c. dat. de abstr. dar abasto πόνοις πλείοσιν Iust.Const.δέδωκεν 17.
4 en cont. de tiempo durar, resistir οἴεσθε ... ἡσυχίαν οὐ τούτοις τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ πλεῖστον ἀρκεῖν creéis que la paz no puede durar mucho con esos hombres Th.1.71, ἓν ἦμαρ de unos muros, Lyc.524, οὐδ' ἔτ' ἀρκῶ y no aguanto más S.El.186, σχεδίας ἀρκούσας ... πρὸς τὸ παρόν Plb.3.42.8.
III en v. med.-pas. contentarse con c. instrum. τὸ τοῖς τυχοῦσιν ἀρκεῖσθαι Plu.2.511c (= Heraclit.A 3b), τοῖς παρεοῦσιν ἀρκέεσθαι Democr.B 191, οὐδ' ... ἔφη ... ἀρκέεσθαι τούτοισι μόνοισιν dijo que no se contentaba sólo con eso Hdt.9.33, οὐ ... ἀρκέεται ὁ κινδυνεύων οἷς δυνάμεθα Hp.Ep.16, ἀρκούμενοι αὐτῷ τούτῳ Arist.EN 1107b15, ἀρκοῦμαι δώροις AP 6.329 (Leon.), ἀρκεσθέντες τοῖς πρὸ τοῦ βασιλέως ὀφθεῖσιν Plot.5.5.3, ἤρκεσται τῷ ... γεγονέναι Sthenid.188.8, cf. Plu.Pel.35, 2.114b, Luc.Salt.83, D.H.6.94, D.S.1.8, 15.72, D.C.44.41.4, Ep.Hebr.13.5, PCair.Isidor.80.12 (III d.C.), Petr.Patr.14, ἀρκοῦμαι μάρτυρι AP 9.28 (Pomp.Mac.Iun.), ἀρκεῖται δ' ἀνδρὸς ὁμοφροσύνᾳ AP 6.209 (Antip.Thess.), c. inf. ἀρκεσθέντες ὑπὲρ αὐτῶν εἰπεῖν Luc.Philopatr.29, οὐδ' ἠρκοῦντο σεσωκέναι τοὺς Μαμερτίνους no se contentaban con haber salvado a los mamertinos Plb.1.20.1, c. part. οὐκ ἠρκεῖτο ποιούμενος τοὺς λόγους Plb.32.2.6, ἠρκοῦντο προσφερόμενοι D.S.5.15, ἵνα ὀλίγα ... ἀρκεσθῶμεν εἰπόντες S.E.P.1.85, c. or. cond. ἀρκούμενον εἰ ... ἔχει contentándose con tener Eust.Op.10.5, abs. ἠρκούμεθα nos dábamos por satisfechos Plot.5.3.6, δύναιτ' ἂν ἀρκεῖσθαί τις uno podría contentarse Alex.300.

• Etimología: De la raíz *H2erk- > ἀρκ- como het. ḫark- ‘tener’, lat. arceo. Prob. se trata de un denom. de ἄρκος rehecho a partir del aor. sigmático.

English (Strong)

apparently a primary verb (but probably akin to αἴρω through the idea of raising a barrier); properly, to ward off, i.e. (by implication) to avail (figuratively, be satisfactory): be content, be enough, suffice, be sufficient.

English (Thayer)

ἄρκῳ; 1st aorist ἠρκεσα; (passive, present ἀρκοῦμαι); 1future ἀρκεσθήσομαι; to be possessed of unfailing strength; to be strong, to suffice, to be enough (as against any danger; hence, to defend, ward off, in Homer; (others make this the radical meaning, cf. Lat arceo; Curtius, § 7)): with the dative of person, ἀρκεῖ σοιχάρις my grace is sufficient for thee, namely, to enable thee to bear the evil manfully; there Isaiah , therefore, no reason why thou shouldst ask for its removal, ἀρκεῖ ἡμῖν 'tis enough for us, we are content, to be satisfied, contented: τίνι, with a thing, ἐπί τίνι, ἐπαρκέω.)

Greek Monotonic

ἀρκέω: γʹ ενικ. παρατ. ἤρκει· μέλ. ἀρκέσω, αόρ. αʹ ἤρκεσα (συγγενές προς το ἀρήγω
I. 1. αποκρούω, κρατώ μακριά ένα πράγμα από ένα πρόσωπο, αποσοβώ, τί τινι, σε Ομήρ. Ιλ.· ἀρκεῖν τὸ μὴ θανεῖν, κρατώ μακριά, απομακρύνω το θάνατο, σε Σοφ.
2. με δοτ. μόνο, υπερασπίζω, προφυλάσσω, βοηθώ, συντρέχω, σε Όμηρ., Σοφ.
II. 1. είμαι αρκετά δυνατός, είμαι επαρκής, αρκώ, φθάνω, με απαρ., σε Αισχύλ., Σοφ.· με μτχ., ἀρκέσω θνῄσκουσα, ο θάνατος θα αρκέσει, στον ίδ.· οὐκ ἤρκουν ἱατροὶ θεραπεύοντες, σε Θουκ.
2. με δοτ., επαρκώ, είμαι αρκετός για, ικανοποιώ, τινι, σε Ηρόδ., Σοφ.· είμαι ισόπαλος, ισοδύναμος με, πρός τινα, σε Θουκ.
3. απόλ., είμαι αρκετός, είμαι δυνατός αρκετά, αντέχω, σε Αισχύλ. κ.λπ.· μτχ. ἀρκῶν, -οῦσα, -οῦν, ικανός, αρκετός, σε Ηρόδ., Αττ.
4. απρόσ., ἀρκεῖ μοι, μου είναι αρκετό, είμαι ικανοποιημένος, με απαρ., σε Σοφ. κ.λπ.· απόλ., οὐκέτ' ἀρκεῖ, δεν χρησιμεύει, δεν ωφελεί, στον ίδ.· ἀρκεῖν δοκεῖ μοι, μου φαίνεται αρκετό, στον ίδ.
III. σε Παθ., είμαι ευχαριστημένος με, αρκούμαι, με δοτ. πράγμ., ἔφη οὐκέτι ἀρκέεσθαι τούτοισι, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀρκέω:
1) удерживать, отражать, отклонять (ὄλεθρον τινι ἀπὸ χροός Hom.; κῆρας μελάθροις Eur.): ἀρκῆσαι τὸ μὴ οὐ θανεῖν Soph. помешать (чьей-л.) смерти;
2) оказывать помощь, приносить пользу, защищать (τινι Hom., Anacr., Trag.): ὅτ᾽ οὐκέτ᾽ ἀρκεῖ Soph. когда уже помочь нельзя; οὐκ ἤρκουν θεραπεύοντες Thuc. они не помогали своим лечением;
3) противостоять, выдерживать, держаться (ἐπὶ πλεῖστον Thuc., Xen.; τινι ὡπλισμένῳ Soph.: πρὸς τοὺς πολεμίους Thuc.): οὐκέτ᾽ ἀρκῶ Soph. я больше не могу;
4) быть достаточным, хватать (τινι Trag., Her., Plut.; εἴς и πρός τι Xen.): τοσοῦτον ἀρκῶ σοι σαφηνίσας Aesch. я сказал тебе это достаточно ясно: βίος ἀρκέων Her. достаточные средства к жизни; τῶν ἀρκούντων περιττὰ κτᾶσθαι Xen. иметь больше, чем нужно; ἀ. ἐπὶ τοσαύτην παρασκευήν Plat. быть в состоянии все это доставить;
5) pass. довольствоваться, удовлетворяться (τινι Xen., Plat., Polyb., Diod., Anth.): Θηβαῖοι τούτοις ἠρκέσθησαν Plut. фиванцы этим удовольствовались.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: avert, defend; suffice (Il.).
Compounds: Often -αρκης: αὐτάρκης sufficient in oneself; γυιάρκης strengthening the limbs (Pi.) etc. Perhaps ποδάρκης (s.v.).
Derivatives: ἄρκος n. defence (Alc.) rather deverb. (because of its limited distribution). ἄρκιος (Il.) to be relied on, sure, certain, sufficient (development of the meaning difficult). Perhaps here ἄρκιον burdock, Arctium Lappa (Dsc.).
Origin: IE [Indo-European] [65]
Etymology: Generally connected with Lat. arceo lock, defend. Further Arm. argel hindrance. Perhaps to Hitt. ḫark- hold, have, but the meaning does not fit. Not to Lith. rãktas key, OHG rigil bolt.

Middle Liddell

ἀρήγω
I. to ward off, keep off, a thing from a person, τί τινι Il.; ἀρκεῖν τὸ μὴ οὐ θανεῖν to keep off death, Soph.
2. c. dat. only, to defend, assist, succour, Hom., Soph.
II. to be strong enough, to be sufficient, to suffice, c. inf., Aesch., Soph.; c. part., ἀρκέσω θνήσκουσα my death will suffice, Soph.; οὐκ ἤρκουν ἰατροὶ θεραπεύοντες Thuc.
2. c. dat. to suffice, be enough for, satisfy, τινι Hdt., Soph.: to be a match for, πρός τινα Thuc.
3. absol. to be enough, be strong enough, avail, hold out, Aesch., etc.:—part., ἀρκῶν, οῦσα, οῦν, sufficient, enough, Hdt., attic
4. impers., ἀρκεῖ μοι 'tis enough for me, I am content, c. inf., Soph., etc.:—absol., οὐκέτ' ἀρκεῖ there is no help, Soph.; ἀρκεῖν δοκεῖ μοι it seems enough, seems good, Soph.
III. in Pass. to be satisfied with, c. dat. rei, ἔφη οὐκέτι ἀρκέεσθαι τούτοισι Hdt.

Frisk Etymology German

ἀρκέω: {arkéō}
Forms: Fut. ἀρκέσω, Aor. ἀρκέσ(σ)αι
Grammar: v.
Meaning: abwehren, helfen; genügen, hinreichen (seit Il.).
Derivative: Davon die Verbalnomina ἄρκεσις Hilfe (S., Thera) mit ἀρκέσιμος helfend (Syrien; vgl. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 93) und ἄρκεσμα H. (als Erklärung von ἄρκος). Auch ἄρκος n. Abwehr (Alk., H.), das wie ein Grundwort von ἀρκέω aussieht, ist vielmehr wegen der geringen Verbreitung eine (postverbale) Ableitung davon. — Unklar ist dagegen die Bildung, z. T. auch die Bedeutungsentwicklung von ἄρκιος (ep. seit Il.), ursprünglich wohl zuverlässig, sicher, aber auch (sekundär nach ἀρκέω?) hinreichend, genügend, vgl. Buttmann Lexilogus 2, 35ff., Perrotta Studitfilclass. 4, 253; vielleicht ist von einem primären Verb oder einem Wurzelnomen unbekannten Sinnes auszugehen. — Vgl. noch ποδάρκης.
Etymology : Da ἀρκέω kaum als ein Denominativum von ἄρκος anzusehen ist (s. oben), steht nichts im Wege, es mit lat. arceo verschließen, abwehren gleichzusetzen. Aus anderen Sprachen gehört hierher das armen. Verbalnomen argel Hindernis; unsicher dagegen das primäre hethitische Verb ḫark- halten, haben (s. Friedrich Heth. Wb. 56); noch zweifelhafter lit. rãktas Schlüssel, ahd. rigil Riegel. Näheres bei Pok. 65f. mit weiterer Literatur.
Page 1,141

Chinese

原文音譯:¢rkšw 阿而咳哦
詞類次數:動詞(8)
原文字根:足夠 相當於: (הֹון‎) (מָצָא‎) (שָׂבַע‎)
字義溯源:避免*,滿足,足夠,滿足,夠,夠用,知足;或源自(αἴρω)=舉起*)在新約所說的滿足,不是因著生活的順適,乃是藉著依靠神而有的激勵。因為我們的天父,連天空的飛鳥,地上的花草都眷顧,甚至把我們的頭髮都數過了。凡此一切,都使我們有足夠的信心,滿滿足足的活在世上
同源字:1) (ἀρκετός)滿意的 2) (ἀρκέω)滿足 3) (αὐτάρκεια)自滿 4) (αὐτάρκης)自足的 5) (ἐπαρκέω)幫助
出現次數:總共(8);太(1);路(1);約(2);林後(1);提前(1);來(1);約叄(1)
譯字彙編
1) 夠⋯用的(1) 太25:9;
2) 是夠⋯用的(1) 林後12:9;
3) 我們⋯就當知足(1) 提前6:8;
4) 為足(1) 約叄1:10;
5) 為滿足(1) 來13:5;
6) 夠(1) 約6:7;
7) 知足(1) 約14:8;
8) 要知足(1) 路3:14