Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀντίσχω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἀντισχω Medium diacritics: ἀντίσχω Low diacritics: αντίσχω Capitals: ΑΝΤΙΣΧΩ
Transliteration A: antíschō Transliteration B: antischō Transliteration C: antischo Beta Code: a)ntisxw

English (LSJ)

   A = ἀντέχω (q.v.), Hp.Fract.11, S.Ph.830 (lyr.), Th.1.7 [codd. often confuse -ίσχων, -ισχών].

German (Pape)

[Seite 261] p. = αντέχω, z. B. ὄμμασι Soph. Phil. 830; Thuc. 1, 7.

Greek (Liddell-Scott)

ἀντίσχω: τύπ. ἰσοδύναμ. τῷ ἀντέχω (ὃ ἴδε), Ἱππ. π. Ἀγμ. 759, Σοφ. Φ. 830, Θουκ. 1. 7· ἀλλὰ τὸ ἀντίσχειν εὕρηται πολλάκις ὡς ἐσφ. γραφ. ἀντὶ τοῦ ἀπαρ. τοῦ βϳ ἀορ. ἀντισχεῖν.

Spanish (DGE)

• Morfología: [fut. part. ἀντισχήσων Lib.Ep.33.2; pres. v. med. ἀντασχέσθαι (sic) PSarap.92.12]
1 tr. mantener frente en v. med., c. ac. y gen. ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν Od.22.74
en v. act. c. dat. y ac. ὄμμασι δ' ἀντίσχοις τάνδ' αἴγλαν manten ante los ojos este resplandor S.Ph.830
en v. med., c. gen. hacer frente τῆς τούτων [γεωρ] γίας PSarap.l.c.
2 intr. mantenerse, durar c. ac. temporal τὸν αἰῶνα πάντα ... ἀντίσχειν νόσημα Hp.Fract.11, διὰ τὴν λῃστείαν ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν debido a que la piratería duró mucho Th.1.7, ὅπως ἐπὶ πλέον ὁ σῖτος ἀντίσχῃ para que duren más los víveres Th.1.65
c. dat. de pers. durar, bastar ποταμὸν οὐκ ἀντισχόντα τότε τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον Hdt.7.58
c. dat. de abstr. mantenerse, perseverar τῷ κακῷ Lib.l.c.

Greek Monolingual

ἀντίσχω (Α)
βλ. αντέχω.

Greek Monotonic

ἀντίσχω: ισοδυν. τύπος του ἀντέχω, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀντίσχω: = ἀντέχω.

Middle Liddell

see ἀντέχω