Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναβάλλω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀναβάλλω Medium diacritics: ἀναβάλλω Low diacritics: αναβάλλω Capitals: ΑΝΑΒΑΛΛΩ
Transliteration A: anabállō Transliteration B: anaballō Transliteration C: anavallo Beta Code: a)naba/llw

English (LSJ)

   A throw up, χοῦν ἐξ ὀρύγματος Th.4.90, cf. X.Cyr.7.5.10, Ostr.1399 (i A. D.); τάφρος ἀναβεβλημένη foss and dyke, X.An.5.2.5.    2 ἀ. τινὰ ἐπὶ τὸν ἵππον put on horseback, mount him, Id.An. 4.4.4, Eq.6.12; of the horse, ἀ. τὸν ἀναβάτην unseat his rider, ib.8.7.    3 ἀ. τὰ ὄμματα cast up one's eyes, so as to show the whites, Arist.Pr.876a31; τὰ λευκά Alex.222.9, Ctes.Fr.20.    4 cause to spring up, κρήνην Str.8.6.2.    5 lay bricks, SIG2587.59, cf. Hyp. Fr.103.    6 lift, remove a tumour, Antyll.(?)ap.Orib.45.17.6.    7 Pass., to be lifted up, in prayer, εὔχονται σπλάγχνοισι κακῶς ἀναβαλλομένοισι Aristeas Epic.1.    II put back, put off, μηκέτι νῦν ἀνάβαλλε . . ἄεθλον Od.19.584 (the only place in which Hom. uses the Act.); ἀ. τινά put off [with excuses], D.8.52; ἀ. τὰ πράγματα 4.14; distract one's attention, Philostr.Im.2.24:—Pass., ἀνεβλήθη ἡ ἐκκλησία it was adjourned, Th.5.45; ὥστε . . εἰς τοὺς παῖδας ἀναβληθήσεσθαι τὰς τιμωρίας will be put off to the time of the sons, Isoc.11.25; ὑμεναίους οὐκ ἀναβαλλομένους Call.Aet.3.1.43; cf. infr. B. 11.    2 pf. part. Pass. ἀναβεβλημένος slow, measured, αὔλημα D.Chr.1.1, cf. Hld.2.8: so in Adv. -μένως slowly, D.H.Dem.54.    b of style, diffuse, τὸ ὕπτιον καὶ ἀ. Hermog.Id.2.11; λέξις ἀ., opp. συνεστραμμένη, Aristid. Rh.2p.540S.    III like B. 111, put on, ἀ. τὸ Κρητικόν (a short cloak) Eup.311 (s. v.l.).    IV run a risk (prob. metaph. from dice), ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ A.Th.1033.    B more freq. in Med., strike up, begin to play or sing (cf. ἀναβολή 11), ἀναβάλλετο καλὸν ἀείδειν Od.1.155, 8.266, Theoc.6.20: abs., ἀναβάλεο Pi.N.7.77; ἀναβαλοῦ Ar.Pax1269: c. acc., εὐχὴν ἀ. τῷ Ἔρωτι Philostr.Im.1.29.    II put off, delay a thing in which oneself is concerned (v. supr.11), μηδ' ἔτι δηρὸν ἀμβαλλώμεθα ἔργον Il.2.436, cf. Hes. Op.410, Pi.O.1.80, N.9.29, Hdt.3.85; τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς, τὸ δ' ἀναβαλοῦ Ar.Nu.1139; εἰσαῦθις ἀναβεβλήμεθα Ec.983; εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβαλέσθαι [τὴν δίαιταν] to adjourn till the morrow, D.21.84, cf. Pl.Mx.234b; ἀ. τινας Act.Ap.24.22: abs., defer payment, Isoc.3.33: c. fut. inf., ἀ. κυρώσειν ἐς τέταρτον μῆνα Hdt.6.86.β; ἀ. ἐς τρίτην ἡμέρην ἀποκρινέεσθαι 5.49; ἀ. ποιήσειν τὰ δέοντα D.3.9: c. aor. inf., ἀ. ὑποκρίνασθαι Hdt.9.8; οὐκέτι ἀνεβάλλοντο μὴ τὸ πᾶν οὐ μηχανήσασθαι 6.88.    2 throw off oneself on another, refer a thing to him, τὶ ἐπί τινα Luc.Pisc.15.    III throw one's cloak up or back, throw it over the shoulder, so as to let it hang in folds, ἀναβάλλεσθαι χλαῖναν Ar.V. 1132: so also ἀναβάλλεσθαι alone, Id.Ec.97; ἀ. ἐπιδέξια Pl. Tht.175e, cf. Ar.Av.1568; εἴσω τὴν χεῖρα ἔχοντα ἀναβεβλημένον with one's cloak thrown up or back, D.19.251; ἀναβεβλ. ἄνω τοῦ γόνατος Thphr. Char.4.4; cf. ἀναβολή 1.2.    IV = supr. A. IV, ἀναβάλλεσθαι μάχας risk battles, Hdt.5.49.    V to be wroth, LXX Ps.77(78).21.

German (Pape)

[Seite 180] (s. βάλλω), act. auf-, hinaufwerfen, a) im eigtl. Sinne, γῆν Xen. Cyr. 7, 5, 10; τάφρον 5, 2, 5, einen Graben aufwerfen; κρήνη ὕδωρ Callim. frg. 298; τινὰ ἐπὶ τὸνἵππον, Einen auf's Pferd heben, Xen. An. 4, 4, 4; Cyr. 7, 1, 38; vom Pferde gesagt, τὸν ἀναβάτην ἀναβάλλειν, den Reiter in die Höhe, abwerfen, Xen. Eq. 8, 7; ἐπἰ ζυγὸν ἀναβληθεις, auf die Wage gelegt, Ael. V. H. 10, 6. – b) aufschieben, ἄεθλον Od. 19, 584; dah. hinhalten, λόγοις τινά Dem. 8, 52. 9, 14. – Häufiger im med., a) aufschieben (eigtl. für sich auf spätere Zeit werfen), μηδ' ἔτι δηρὸν ἀμβαλλώμεθα ἔργον Il. 2, 436; vgl. Her. 3, 85. 6, 88. οὐκέτι ἀνεβάλλοντο μὴ οὐ τὸ πᾶν μηχανήσασθαι, u. sonst; εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν ib. 5, 49. 9, 8; Pind. N. 9, 29; ἀναβάλεο, warte, ib. 7, 77 (nach Dissen vom aufzusetzenden Kranze). Oft bei Attikern, εἰς τὴν αὔριον Plat. Menex. 234 b; εἰς καιρόν Phaed. 107 a; εἰς ἐκκλησίαν Xen. Hell. 1, 7, 4; vgl. Ar. Nubb. 1123 Eccl. 983; ἀνεβάλλετο τὸ πρᾶγμα χρόνους ἐκ χρόνων Aesch. 1, 63, von einer Zeit zur andern; πόλεμον ἀναβάλλεσθαι, = οὐ διαλύειν, den Krieghinziehen, Isocr. 4, 172; ἀναβαλέσθαιδεόμενος, um Aufschub (der Zahlung) bittend, 3, 33. – Aehnlich ἐπί τινα, an Jemand verweisen, zur Entscheidung, Luc. Pisc. 15. – b) ἀναβάλλεσθαι ἀείδειν, zu singen anheben, Od. 1, 155; Theocr. 6, 20. 8, 71 (VLL. προοιμιάζεσθαι); ohne ἀείδειν, Ar. Pax 1235; Sp. auch vom Anfange einer Rede, vgl. Plut. Aem. Paul. 26 φωνὰς ἀγεννεῖς, voces turpes emittere; μαρτύριον ἀναβαλούμενος Ath. III, 100 b; aber μέλος ἀναβεβλημένον ist bei Dio Chrys. 1, 43, im Ggstz von νόμῳ ὀρθίῳ, ein langsamer Gesang, Andante; so auch Heliod. Vom Fuße: ἀναβ. τὸν ῥυθμόν, den Tactschlagen, Philostr. – c) μάχασπρόστινα, den Kampf mit Jemandem aufnehmen, Her. 5, 49; bei Aesch. Spt. 1019, ἀνὰ κίνδυνον βαλῶ, kann man ἀναῤῥίπτειν vgl. – d) ἱμἀτιον, auch abs., ein Gewand umwerfen, Ar. Vesp. 1132; bes. eine eigene Art von Umwurf, wo das Kleid einen großen Busen bildet, wie es für seine und anständige Männer sich ziemte, Plat. Theaet. 175 e; vgl. Ath. I, 38 und Casaub. dazu; Dem. 19, 251; εὐσταλῶς Luc. Hermot. 18; aber Ar. Eccl. 97 ist es: das Kleid zurückschlagen.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναβάλλω: (ἴδε βάλλω), ῥίπτω ἐπάνω, χοῦν ἐξ ὀρύγματος Θουκ. 4. 90· ἀναβάλλ. τινὰ ἐπὶ τὸν ἵππον, ἀναβιβάζειν, Ξεν. Ἀν. 4. 4, 4, κτλ.: ἀλλ’ ἐπὶ ἵππου, ἀναβάλλειν τὸν ἀναβάτην, ῥίπτειν, ἐκτινάσσειν τὸν ἀναβ. αὑτοῦ, ὁ αὐτ. Ἱππ. 8, 7. 2) ἀναβάλλ. τὰ ὄμματα, ῥίπτω ἄνω τὰ βλέμματά μου οὕτως, ὥστε νὰ φαίνηται τὸ λευκὸν τοῦ βολβοῦ, Ἀριστ. Προβλ. 4. 1: ἐντεῦθεν, τὰ λευκὰ Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. 9, Κτησ. παρὰ Πολυδ. Β. 60. ΙΙ. ἀναβάλλω, ὡς καὶ νῦν, μηκέτι νῦν ἀνάβαλλε... ἄεθλον Ὀδ. Τ. 584 (τὸ μόνον χωρίον, ἔνθα ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὸ ἐνεργ.)· ἀναβάλλω τινά, δηλ. παρεμποδίζω διὰ προφάσεων, ἐξ ὧν ἀναβάλλουσι μὲν ἡμᾶς Δημ. 102. 27· ἀν. τὰ πράγματα ὁ αὐτ. 44. 5: - Παθ., ἀνεβλήθη ἡ ἐκκλησία Θουκ. 5. 45· ὥστε... οἴεσθαι... εἰς τοὺς παῖδας ἀναβληθήσεσθαι τὰς τιμωρίας, ὅτι θὰ ἀναβληθῶσιν αἱ τιμωρίαι διὰ τὰ τέκνα των, Ἰσοκρ. 226C: πρβλ. κατωτ. Β. ΙΙ. ΙΙΙ. ὡς τὸ μέσ. Β. ΙΙΙ. ἐνδύομαι, περιβάλλομαι, φορῶ, ἀν. τὸ Κρητικὸν (ὅπερ ἦτο βραχὺ ἐπανωφόριον) Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 36. IV. διακινδυνεύω (πιθ. μεταφρ. ἐκ τῶν κύβων), ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ Αἰσχύλ. Θ. 1028· ἴδε κατωτ. Β. IV., καὶ πρβλ. ἀναρρίπτω. Β. πολλῷ συχνότερον κατὰ μέσ. ἀνακρούομαι, ἔναρξιν ποιοῦμαι τοῦ ἄδειν πρὸς αὐλὸν ἢ λύραν, (πρβλ. ἀναβολὴ ΙΙ.), ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν, «ἀνεκρούετο ὡς ἀσόμενος, ἤτοι ἐπροοιμιάζετο» (Εὐστ.), Ὀδ. Α. 155, Θ. 266, Θεόκρ. 6. 20· καὶ ἀπολ., ἀναβάλεο Πινδ. Ν. 7. 114· ἀναβαλοῦ Ἀριστοφ. Εἰρ. 1269· ὡσαύτως μ. αἰτ., ἀνεβάλλετο μολπὴν Χριστοδ. Ἔκφρ. 130· εὐχὴν ἀν. τῷ Ἔρωτι Φιλόστρ. 806: ― Παθ. [[[μέλος]]] ἀναβεβλημένον, ἀργὸν μέλος, ἀντίθετον τῷ ἐπίτροχον, Ἡλιόδ. 2. 8· ὅθεν ἐπίρρ. -μένως μετ’ ἀναβολῆς, βραδέως, Διον. Ἁλ. περὶ Δημ. 54. ΙΙ. ἀναβάλλωἐπιβραδύνω τι, εἰς ὃ ἐνδιαφέρομαι (ἴδε ἀνωτ. ΙΙ.) μηδ’ ἔτι δηρὸν ἀμβαλλώμεθα ἔργον Ἰλ. Β. 436. πρβλ. Ἡσ. Ἔργα κ. Ἡμ. 408, Πινδ. Ο. 1. 129, Ν. 9. 69, Ἡρόδ. 3. 85· τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς, τὸ δ’ ἀναβαλοῦ Ἀριστοφ. Νεφ. 1139· εἰσαῦθις ἀναβεβλήμεθα ὁ αὐτ. Ἐκκλ. 983· εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβαλέσθαι [τὴν δίαιταν], νὰ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς αὔριον, Δημ. 541. 26· ― μετ’ ἀπαρ. μέλλοντος, ἀν. κυρώσειν ἐς τέταρτον μῆνα Ἡρόδ. 6. 86, 2· ἀν. εἰς τρίτην ἡμέρην ἀποκρινέεσθαι ὁ αὐτ. 5. 49· ἀν. ποιήσειν τὰ δέοντα Δημ. 31. 1· μετ’ ἀπαρεμ. ἀορ., ἀν. ὑποκρίνασθαι Ἡρόδ. 9. 8· μὴ οὐ μηχανήσασθαι ὁ αὐτ. 6. 88 2) ἐπιρρίπτω τι ἐπί τινα, ἀποδίδω τὸ πρᾶγμα εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἐπὶ σὲ τὸ πᾶν ἀνεβαλόμεθα Λουκ. Ἁλ. 15. ΙΙΙ. ῥίπτω τὸ ἱμάτιον ἢ ἐπανωφόριόν μου ἐπάνω μου ἢ ὀπίσω μου, ῥίπτω αὐτὸ ὑπὲρ τοὺς ὤμους, ὥστε νὰ κρέμαται κατὰ πτυχάς, ἀναβάλλεσθαι χλαῖναν Ἀριστοφ. Σφ. 1132· οὕτω καὶ μόνον ἀναβάλλομαι ὁ αὐτ. Ἐκκλ. 97· ἀν. ἐπιδέξια Πλάτ. Θεαίτ. 175Ε, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1568· εἴσω τὴν χεῖρα ἔχοντα ἀναβεβλημένον, μὲ τὸ ἐπανωφόριον ἐρριμμένον ἐπάνωὀπίσω, Δημ. 420. 10· ἀναβεβλημένος ἄνω τοῦ γόνατος καθίζειν, οὕτως ὥστε νὰ φαίνωνται τὰ γυμνὰ αὑτοῦ, Θεοφρ. Χαρ. 4: ― περὶ τῶν διαφόρων τρόπων καθ’ οὓς ἐφόρουν οἱ παλαιοὶ τὸ ἱμάτιον ἢ τὴν χλαῖναν, πρβλ. Ἑΐνδ. καὶ Σταλλβ. Πλάτ. ἔνθ’ ἀνωτ.: πρβλ. προσέτι ἀνωτ. Α. ΙΙΙ, ἀναβολὴ Ι. 2. IV. = ἐνεργ. ΙΙΙ. ἀναβάλλεσθαι μάχην, διακινδυνεύω μάχην, ἀμφίβ. ἐν Ἡροδ. 5. 49 ἀντὶ ἀναλαβέσθαι, ἴδε Schweigh.

French (Bailly abrégé)

f. ἀναβαλῶ, ao.2 ἀνέβαλον, pf. ἀναβέβληκα;
Pass. ao. ἀνεβλήθην, pf. ἀναβέβλημαι;
1 lancer de bas en haut : γῆν XÉN, χοῦν THC rejeter la terre (d’un fossé, d’un terrassement) ; ἀ. τινὰ ἐπὶ τὸν ἵππον XÉN enlever qqn pour le poser à cheval;
2 lancer en arrière ; reculer, différer, remettre : ἄεθλον OD différer un combat;
Moy. ἀναβάλλομαι (f. ἀναβαλοῦμαι);
1 relever sur soi, acc.;
2 se lancer dans, s’engager dans : μάχας πρός τινα HDT se lancer dans une lutte contre qqn ; ἀναβάλλεσθαι ἀείδειν OD commencer à chanter, préluder;
3 différer, remettre, acc.;
4 tirer en longueur, prolonger, acc..
Étymologie: ἀνά, βάλλω.

English (Autenrieth)

throw up.— I. act., postpone, ἄεθλον, Od. 19.584.—II. mid., (1) ‘strike up’ a prelude, w. inf., φορμίζων ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν, Od. 1.155, cf. Od. 17.262.—(2) postpone for oneself, ἔργον, Il. 2.436.

English (Slater)

ἀναβάλλω med.,
   a strike up, the lyre εἴρειν στεφάνους ἐλαφρόν, ἀναβάλεο (N. 7.77)
   b postpone “ἄνδρας ὀλέσαις μναστῆρας ἀναβάλλεται γάμον θυγατρός” (O. 1.80) πεῖραν μὲν ἀγάνορα Φοινικοστόλων ἐγχέων ταύταν θανάτου πέρι καὶ ζωᾶς ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα (N. 9.29)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ép., dór. ἀμβ-
A ἀνα- en el sent. ‘hacia arriba’ c. ac. de pers. y cosas
I en gener.
1 echar hacia arriba esp. sacar tierra ἐκ δὲ τοῦ ὀρύγματος ἀνέβαλλον ... τὸν χοῦν Th.4.90, τάφρος ... ἀναβεβλημένη foso cuya tierra ha sido amontonada en el borde X.An.5.2.5, ἀναβεβλημένον χοῦν POxy.729.6 (II a.C.)
arrojar, tirar ἂν ... ὁ ἵππος ... ἀναβάλλοι τὸν ἀναβάτην X.Eq.8.7, φιάλην χρυσῆν ἀναβαλεῖν Plb.12.4d.8
quitar ἀνάβαλλ' ἄνω τὸ γῆρας Carm.Pop.26.1
del mareo remover, revolver σπλάγχνοισι κακῶς ἀναβαλλομένοισι Aristeas Epic.5[7.6]
hacer brotar, manar κρήνη λευκὸν ὕδωρ ἀνέβαλλεν Call.Fr.546, (λουτρά) Ant.Lib.4.1
vomitar, arrojar τὸ χλιαρόν Vit.Aesop.G 3
fig. lanzar, emitir φωνάς Plu.Aem.26.
2 elevar, levantar ἀνὰ ματρὶ χεῖρας ἔβαλλον tendían las manos hacia su madre B.3.50, τὰ ὄμματα poner los ojos en blanco Arist.Pr.876a31, τὰ λευκὰ τῶν ὀφθαλμῶν Ctes.1pγ.
3 hacer saltar, levantar τὸ ὀστέον Hp.VC 21
de un tumor quitar, extirpar Antyll. en Orib.45.17.6
tirar, deshacerse de ἀ[ω] άβαλε τὸν ... κιθῶνα PMeyer 20.24 (III a.C.).
4 dar la vuelta a un vestido, en v. pas. εἰ θέλεις ... ἀναβληθῆναι ... στολήν PGiss.20.16 (II a.C.), pero en la lengua técnica de los tejedores ἀναβάλλειν ἱμάτιον, δίασμα montar el telar, Ostr.1154, 1155, 1156.
II c. ref. a un segundo término
1 poner sobre, montar βασιλέα ἐπὶ τὸν ἵππον ἀνέβαλλεν X.An.4.4.4, en el potro de tortura ἀνέβαλον αὐτὸν ἐπὶ τὸν τροχόν LXX 4Ma.9.12
colocar, poner ladrillos IG 22.1672.59 (IV a.C.), Hyp.Fr.103
cargar σῖτον POxy.522.21 (II a.C.).
2 echarse por encima, ponerse un vestido ἀναβαλεῖς τὸ Κρητικόν Eup.117 (cj.), esp. en v. med. τηνδί δὲ χλαῖναν ἀναβαλοῦ échate por encima este manto Ar.V.1132.
3 en v. med. recogerse ἀναβάλλεσθαι ... ἐπιδέξια ἐλευθερίως recogerse (el manto) sobre el hombro derecho a la manera de un hombre libre Pl.Tht.175e
remangarse, levantarse tb. de un vestido εἰ ... τις ἀναβαλλομένη δείξειε τὸν Φορμίσιον si una al remangarse el vestido enseñara el «formisio» Ar.Ec.97, ἀναβεβλημένος ἄνω τοῦ γόνατος καθιζάνειν sentarse con la ropa remangada por encima de la rodilla Thphr.Char.4.7.
4 fig. tomar sobre sí, arrostrar ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ A.Th.1028, μάχας Hdt.5.49.
III mús. preludiar, tocar unos acordes iniciales antes del canto c. el mismo sent. en act. y med. ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν Od.1.155, 8.266, cf. Theoc.6.20, Nonn.D.24.242, ᾖδον ὑμηναίους οὐκ ἀναβαλλομένους Call.Fr.75.43
abs. ἀναβάλεο Pi.N.7.77, cf. Ar.Pax 1269
c. ac. iniciar μέλος ἀμβάλευ Theoc.10.22, ἁρμονίην ἀνεβάλλετο Nonn.D.19.102, εὐχήν Philostr.Im.1.29.
B ἀνα- temporal
I 1aplazar, diferir, demorar c. ac. de cosa ἀνάβαλλε ... ἄεθλον Od.19.584, ἀμβάλλων κα[κό] τατα πολὺν χρόνον Stesich. en PLille 75a 1.55, τὰ πράγματα D.4.14, ἀμβαλὲν ὑπερθεμένοις κατὰ τὰν ἐπιτροπὰν τὸν ... χρόνον ICr.1.16.4.52 (Lato II a.C.)
esp. en v. med. dejar atrás ἄλγεα Call.Ap.22
dejar para más tarde, retrasar τὸν ... λόγον Iul.Or.1.17c, μηδ' ἔτι δηρὸν ἀμβαλλώμεθα ἔργον Il.2.436, τὴν θυσίαν Pl.Alc.2.151a, γάμον Pi.O.1.80, cf. N.9.29
abs. Hdt.3.85, Ammon.Diff.45, M.Ant.2.4, Corn.ND 33
πολὺν χρόνον ἀμβαλλόμενος dejando pasar mucho tiempo Diotog.3, c. εἰς y ac. εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβαλέσθαι D.21.84, εἰς ὅντινα ... καιρόν Pl.Phd.107a, ἐς τ' αὔριον Hes.Op.410, cf. Pl.Mx.234b
tb. en v. pas. diferir, llevar εἰς τοὺς παῖδας ἀναβληθήσεσθαι τὰς τιμωρίας Isoc.11.25
en v. med. c. inf. de aor. o fut. ἀναβάλλεται ποιήσειν τὰ δέοντα aplaza hacer lo que se debe D.3.9, ἀνεβάλλοντο ἐς τὴν ὑστεραίην ὑποκρίνασθαι Hdt.9.8, οὐκέτι ἀνεβάλλοντο μὴ οὐ τὸ πᾶν μηχανήσασθαι Hdt.6.88.
2 c. ac. de pers. gener. en v. med. conceder un aplazamiento ἀνεβάλετο αὐτούς Act.Ap.24.22
hacer demorarse ἀναβάλλουσι μὲν ὑμᾶς D.8.52
abs. εἰσαῦθις ἀναβεβλήμεθα lo hemos dejado para mejor ocasión Ar.Ec.983
demorarse, detenerse D.C.41.47.1, 42.47.4.
3 diferir un pago τὸ δ' ἀναβαλοῦ μοι difiéremelo, dame tiempo Ar.Nu.1139, τῶνδ' ἀναβαλέσθαι δεόμενος pidiendo a estos otros un plazo Isoc.3.33, τὰ μὴ τέρποντα ὑπερπίθοντε ἀνα[βαλλό] μενοι τὰς ἡμέρας dan largas a los asuntos desagradables difiriendo los plazos de pago, BGU 984.12 (IV a.C.).
II en v. med. c. prep. y ac. declinar la responsabilidad en alguien ἀναβαλλόμενος εἰς τὸν φυλακίτην PTeb.22.9 (II a.C.), ἐπὶ σὲ τὸ πᾶν ἀνεβαλόμεθα Luc.Pisc.15.
III poner en marcha de nuevo, reparar τὴν μηχανήν POxy.729.28 (II a.C.), τὴν π[ο] τίστραν el canal, SB 12203.3 (III/IV a.C.).

English (Thayer)

2nd aorist middle ἀνεβαλόμην;
1. to throw or toss up.
2. to put back or off, delay, postpone (very often in Greek writings); in this sense also in middle (properly, to defer for oneself): τινα, to hold back, delay; in a forensic sense to put off anyone (Latin ampilare, Cicero, Verr. Acts 2,1, 9 § 26) i. e. to defer heaving and deciding (adjourn) anyone's case: Kypke (or Wetstein (1752)) at the passage.

Greek Monolingual

ἀναβάλλω)
1. ενεργ. μεταθέτω τον χρόνο εκτελέσεως κάποιου πράγματος σε μελλοντικό χρόνο, δεν το εκτελώ αμέσως, το αφήνω για αργότερα
2. παθ. ορίζομαι για αργότερα
νεοελλ.
1. κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι, αναφέρω
2. μιλώ δυσφημιστικά για κάποιον, διαβάλλω, συκοφαντώ
αρχ.
Ι. ενεργ.
1. ρίχνω επάνω ή προς τα επάνω
2. ανεβάζω επάνω
3. (για άλογα) ρίχνω κάτω, γκρεμίζω τον αναβάτη
4. (για το βλέμμα ή τα μάτια) σηκώνω προς τα επάνω τα μάτια μου, ώστε να φανεί το λευκό
5. κάνω κάτι να υψωθεί προς τα επάνω, να αναβρύσει
6. ντύνομαι, φορώ, ρίχνω επάνω μου
7. διατρέχω κίνδυνο, διακινδυνεύω
ΙΙ. μέσ.
1. αρχίζω να παίζω μουσικό όργανο ή να τραγουδώ, ανακρούω
2. θεωρώ ή καθιστώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι, ρίχνω τις ευθύνες επάνω του
3. ντύνομαι, φορώ, ρίχνω το επανωφόρι στους ώμους μου
4. (κίνδυνος) διατρέχω κίνδυνο, διακινδυνεύω
5. οργίζομαι, εξοργίζομαι
ΙΙΙ. παθ. (η μτχ. παθ. πρκμ. στη φρ.) «λέξις ἀναβεβλημένη», ο μη σύντομος λόγος, η μακρυλογία ΙV. επίρρ. ἀναβεβλημένως
σιγά, αργά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + βάλλω. Η σημερινή σημασία του ρ. αναβάλλω είναι ήδη αρχαία και απαντά στους Όμηρο, Ησίοδο, Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Δημοσθένη, Θουκυδίδη, Αριστοφάνη, Ισοκράτη.
ΠΑΡ. αναβολέας, αναβολή
αρχ.
ἀναβλήδην, ἀνάβλησις
αρχ.-μσν.
ἀναβολάδιον, ἀναβόλαιον μσν. ἀναβολίδιον νεοελλ. ανάβαλτος, ανάβλημα, αναβλητικός, αναβολισμός].

Greek Monotonic

ἀναβάλλω: μέλ. -βᾰλῶ, αόρ. βʹ ἀν-έβᾰλον·
Α. I. ρίχνω ή τινάζω, σε Θουκ., Ξεν.
II. αναβάλλω, ακυρώνω, σε Ομήρ. Οδ.· ἀν.τινά, τον παρεμποδίζω με προφάσεις, σε Δημ. — Παθ., αναβάλλομαι, σε Θουκ.
III. διατρέχω κίνδυνο, ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ = καὶ ἀναβαλῶ, σε Αισχύλ. Β. Μέσ.,
I. ανακρούω, ξεκινώ να παίζω ή να τραγουδώ (πρβλ. ἀναβολή II), σε Ομήρ. Οδ., Αριστοφ.
II. καθυστερώ, κωλυσιεργώ, σε Ομήρ. Ιλ., Αριστοφ. κ.λπ.
III. ρίχνω πάνω μου το μανδύα, τον φορώ στους ώμους, σε Αριστοφ., Πλάτ.· ἀναβεβλημένος, με το χιτώνα ριγμένο πάνω ή πίσω, σε Δημ.· πρβλ. ἀναβολή I. 2.

Russian (Dvoretsky)

ἀναβάλλω: эп.-дор. тж. ἀμβάλλω
1) набрасывать, насыпать (γῆν Xen.);
2) выкапывать, рыть (τάφρον Xen.);
3) поднимать, сажать (τινὰ ἐπὶ τὸν ἵππον Xen.);
4) (о лошади) сбрасывать (τὸν ἀναβάτην Xen.);
5) преимущ. med. отсрочивать, откладывать (ἔργον Hom.; εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν Her.): εἰς ἄλλον καιρὸν ἀναβάλλεσθαι Plat. откладывать до другого случая; ἀναβάλεο Pind. погоди;
6) med. медлить, затягивать, задерживать (πόλεμον Isocr.): ἀ. βοηθεῖν τινι Plut. медлить с оказанием помощи кому-л.; ἀ. τινα λόγοις и ἐξ λόγων Dem. обманывать, дурачить кого-л. словами;
7) med. передавать: ἀ. τὸ πᾶν ἐπί τινα Luc. представлять все на чье-л. усмотрение;
8) med. приступать, начинать (ἀείδειν Hom., Theocr.): ἀναβαλέσθαι δεήσεις Plut. обратиться с просьбами, взмолиться; ἀ. μάχας πρός τινα Her. вступать в бой с кем-л.;
9) med. набрасывать, накидывать на себя (ἱμάτιον Arph.; τήβεννον Plut.);
10) med. распахивать на себе одежду Arph.

Middle Liddell


I. to throw or toss up, Thuc., Xen.
II. to put back, put off, Od.; ἀν. τινα to put him off with excuses, Dem.:—Pass. to be adjourned, Thuc.
III. to run a risk, ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ, = καὶ ἀναβαλῶ, Aesch.
B. Mid. to strike up, begin to play or sing (cf. ἀναβολή 11), Od., Ar.
II. to put off, delay, Il., Ar., etc.
2. to throw back or refer a thing to another, Luc.
III. to throw one's cloak back, throw it over the shoulder, Ar., Plat.; ἀναβεβλημένος with one's cloak thrown up or back, Dem.; cf. ἀναβολή 1. 2.

Chinese

原文音譯:¢nab£llomai 安那-巴羅買
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向上-投 相當於: (אַף‎ / אַפַּיִם‎) (עָבַר‎) (עָטָה‎)
字義溯源:推諉,展緩,延緩,支吾;由(ἀνά)*=上)與(βάλλω / ἀμφιβάλλω)*=投,擲)組成。和合本將此字譯為:支吾
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 就支吾(1) 徒24:22