Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπειλέω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀπειλέω Medium diacritics: ἀπειλέω Low diacritics: απειλέω Capitals: ΑΠΕΙΛΕΩ
Transliteration A: apeiléō Transliteration B: apeileō Transliteration C: apeileo Beta Code: a)peile/w

English (LSJ)

(A), Elean ἀποϝηλέω,

   A keep away, ἀπὸ τῶ βωμῶ GDI1159, cf. 1150; ἀπὸ μαντείας 1154:—Pass., ἐς ἀπορίην ἀπειληθείς or ἀπειλημένος brought into great straits, Hdt.1.24, 2.141; ἐς ἀναγκαίην ἀπειλημένος Id.8.109; ἀπειληθέντες ἐς στεινόν forced into narrow compass, Id.9.34.    II unroll, roll off, Hero Aut.5.5.
ἀπειλέω (B), 3dual impf. Act. ἀπειλήτην, Ep. for ἠπειλείτην, Od. 11.313: later Ep. pres. ἀπειλείω Musae.122, Nonn.D.20.204:—

   A hold out either in the way of promise or threat, and therefore:    I sts. in good sense, promise, οὐδ' ἠπείλησεν ἄνακτι . . ῥέξειν κλειτὴν ἑκατόμβην Il.23.863, cf. 872; also, boast or brag, ὥς ποτ' ἀπειλήσει .1; ἦ μὲν ἀπείλησας βητάρμονας εἶναι ἀρίστους Od.8.383, cf. Jul.Or.2.57a.    II commonly in bad sense, threaten, in Hom. either abs., as Il.2.665, Od.21.368: or (more freq.) c. dat. pers., ib.20.272, etc.: c.acc. cogn., αἶψα δ' ἀναστὰς ἠπείλησεν μῦθον spake a threatening speech, Il.1.388; ἀπειλὰς ἀ., v. ἀπειλή; δείν' ἀπειλήσων ἔπη E. Supp.542: freq. with neut. Pron. or Adj., ἀ. τόγε θυμῷ Il.15.212; ταῦτα, πολλὰ ἀ., Hdt.7.18, 1.111, Th.8.33, etc.; πύργοις ἀ. δεινά A. Th.426; τοῦτ' ἀπειλήσας ἔχεις S.OC817.    2 with acc. of the thing threatened, θάνατον ἀ. ὃς ἂν . . Hdt.4.81; ξίφος Plu.Pomp.47; ζημίας ἀ. κατά τινος Id.Cam.39; ἠπείλησαν τοὺς ἄρχοντας threatened them with the prefects, Lib.Or.47.7.    3 dependent clauses were added in fut. inf., γέρας . . ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Il.1.161, cf. 15.179, Od.11.313; σφέας . . ἀπείλεε ἐκτρίψειν Hdt.6.37; ἀ. δράσειν τι E.Med. 287; ἀ. ἀποκτενεῖν Lys.3.28: rarely in pres. inf., ἠπ. . . ἑλκέμεν Il. 9.682: after Hom. in aor. inf., X.Mem.3.5.4, HG5.4.7, Theoc.24.16.    4 ἀ. ὅτι... ὡς .., Ar.Pl.88, X.An.5.5.22, etc.; ἀ. τινί, εἰ μή . . Id.Cyr.4.5.12.    III Pass., ἀπειλοῦμαι, of persons, to be terrified by threats, Id.Smp.4.31.    2 of things, τὰ ἀπειληθέντα, = ἀπειλαί, Pl.Lg.823c.    IV later in Med., with aor. 1 -ησάμην App.BC3.29, Polyaen.7.35.2: c. inf., forbid with threats, ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν Act.Ap.4.17.

German (Pape)

[Seite 283] (ἠπύω? laut reden), ἀπειλήτην = ἠπει λείτην Od. 11, 313, drohen, von Hom. an überall, absol., Il. 2, 665 Od. 21, 368; Plat. Phaed. 94 d; ὧδε γὰρ ἠπείλησε Iliad. 8, 415; ἠπείλησεν μῦθον 1, 385; ἀπειλήσω τό γε θυμῷ 15, 212; τινί, Od. 20, 272; ἀπειλήσω δέ τοι ὧδε Iliad. 1, 181; Her. 3, 77; öfter bei Plat. u. Folgdn; ἀπειλάς τινι, Iliad. 13, 220. 16, 201; πύργοις δεινά Aesch. Spt. 411; ζημίας κατά τινος Plut., mit Strafen drohen, Cam. 2; θάνατον, den Tod androhen, Pomp. 62; τὰ ξίφη, mit den Schwertern, ib. 47; sonst folgt gew. inf. fut., ll. 1, 161 Od. 11, 313 u. Sp.; inf. praes. u. aor., Il. 9, 682; Xen. Hell. 5, 4, 7; ὅτι, Ar. Plut. 88; Xen. An. 5, 5, 22 Cyr. 6, 1, 53; εἰ μή, 4, 5, 12. – Pass., durch Drohungen erschreckt werden, Xen. Symp. 4, 31; μετὰ ζημίας Plat. Legg. VII, 823 c. – Med. bei Sp., z. B. N. T., Polyaen. 7, 35, = act. – Bei Hom. auch: prahlen, ll. 8, 150 Od. 8, 383; geloben, Il. 23, 863. 872, s. Scholl. Ariston. 23, 863 u. 9, 682; vgl. Theocr. 24, 16. (s. εἴλω, εἰλέω), weg-, zusammendrängen, ἐς ἀπορίην u. εἰς στενον ἀπειληθείς, Her. 1, 24. 9, 35, in die Enge getrieben; εἰς ἀναγκαίην ἀπειλημένος 8, 109.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπειλέω: ἀπειλήτην, Ἐπ. ἀντὶ ἠπειλήτην, γ΄ δυϊκ. παρατ. ἐνεργ., Ὀδ. Λ. 312· μεταγεν. Ἐπ. ἐνεστ. ἀπειλείω Μουσαῖος 122, Νόνν. Δ. 20. 204: μέλλ. -ήσω, κτλ. (ἀπειλή). Ἐπιδεικνύω τι εἴτε ὡς ὑπόσχεσιν εἴτε ὡς ἀπειλήν. Ι. ἐνίοτε ἐπὶ καλῆς σημασ., ὑπισχνοῦμαι, οὐδ’ ἠπείλησεν ἄνακτι… ῥέξειν κλειτὴν ἑκατόμβην (ὁ Σχολ. ἑρμηνεύει: «οὐδ’ ηὔξατο») Ἰλ. Ψ. 863, πρβλ. 872: ― ὡσαύτως, κομπάζω, μεγαλαυχῶ, καυχῶμαι, ὥς ποτ’ ἀπειλήσει Θ. 150· ἧ μὲν ἀπείλησας βητάρμονας εἶναι ἀρίστους Ὀδ. Θ. 383· πρβλ. ἀπειλὴ Ι. ΙΙ. κοινῶς ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἀπειλῶ, φοβερίζω, Λατ. minari, παρ’ Ὁμ. ἢ ἀπολ., ὡς ἐν Ἰλ. Β. 665, Ὀδ. Φ. 368, ἢ (συχνότερον) μετὰ δοτ. προσώπ., ὡς ἐν Ὀδ. Υ. 372, κτλ., καὶ συχν. μετὰ ταῦτα: ὡσαύτως μετὰ συστοίχου αἰτ.· αἷμα δ’ ἀναστὰς ἠπείλησεν μῦθον, εἶπεν ἀπειλητικὸν λόγον, Ἰλ. Α 388· ἀπειλὰς ἀπ. ἴδε ἐν λέξ. ἀπειλή· δείν’ ἀπειλήσων ἔπη Εὐρ. Ἱκ. 542· συχνάκις ὡσαύτως καὶ μετ’ οὐδετ. ἀντωνυμ. ἢ ἐπιθ., ἀπ. τό γε θυμῷ Ἰλ. Ο. 212· ταῦτα, πολλὰ ἀπ. Ἡρόδ. 7. 18, 1. 111, Θουκ. 8. 33, κτλ.· πύργοις δ’ ἀπ. δείν’ Αἰσχύλ. Θ. 426· τοῦτ’ ἀπειλήσας ἔχεις Σοφ. Ο. Κ. 817. 2) μετ’ αἰτ. τοῦ πράγματος, δι’ οὗ ἀπειλεῖ τίς τινα, θάνατον ἀπ. τινι Ἡρόδ. 4. 81· ξίφος Πλουτ. Πομπ. 47· ζημίας ἀπ. κατά τινος ὁ αὐτ. Κάμιλλ. 39. 3) ἐξηρτημέναι προτάσεις προσετίθεντο κατ’ ἀπαρέμφατον μέλλοντος, γέρας… ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Ἰλ. Α. 161, πρβλ. Ο. 179, Ὀδ. Λ. 313 (ἴδε ἀνωτ. Ι.)· καὶ ἡ αὐτὴ σύνταξις ἐξηκολούθησεν ἐν χρήσει· σφέας… ἠπείλεε ἐκτρίψειν Ἡρόδ. 6. 37· ἀπ. δράσειν τι Εὐρ. Μήδ. 287, ἀπ. ἀποκτενεῖν Λυσ. 98. 43· σπανίως κατ’ ἀπαρ. ἐνεστ., ἠπ… ἑλκέμεν Ἰλ. Ι. 682· μεθ’ Ὅμ. κατ’ ἀπαρ. ἀόρ., Ξεν. Ἀπομν. 3. 5, 4, Ἑλλ. 5. 4, 7, Θεόκρ. 24. 16 (παραλειπομένου τοῦ ἄν, ἴδε Κόβητον, V. LL. 97). 4) παρ’ Ἀττ. ὡσαύτως, ἀπ. ὅτι… ὡς… Ἀριστοφ. Πλ. 88, Ξεν. Ἀν. 5. 5, 22, κτλ.· ἀπ. τινι, εἰ μή…, ὁ αὐτ. Κύρ. 4. 5, 12. ΙΙΙ. Παθ., ἀπειλοῦμαι, ἐπὶ προσώπων, ἐκφοβίζομαι δι’ ἀπειλῶν, ὁ αὐτ. Συμπ. 4. 31. 2) ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ἀπειληθέντα = αἱ ἀπειλαί, Πλάτ. Νόμ. 823C: ― ἀλλὰ παρὰ μεταγεν., IV. ἀπειλοῦμαι εὕρηται ὡς ἀποθ., Ἀππ. Ἐμφ. 3. 29, Πολύαιν. 7. 35, Πράξ. Ἀποστ. δ΄, 17, Κλήμ. Ἀλ. 142. μελλ. -ήσω, = ἀπείλλω (ἴδε ἐν λ. εἴλω)· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ παθ., ἐς ἀπορίαν ἀπειληθεὶς ἢ ἀπειλημένος, περιελθὼν εἰς μεγάλην στενοχωρίαν, Ἡρόδ. 1. 24, 2. 141· ἐς ἀναγκαίην ἀπειλημένος, ὁ περιελθὼν εἰς ἀνάγκην, ὁ αὐτ. 8. 109· ἀπειληθέντες ἐς στεινὸν, βίᾳ συνωσθέντες εἰς στενόν, ὁ αὐτ. 9. 34. ΙΙ. ἐκτυλίσσω, ἀποκυλίω, Ἥρων. Αὐτομ. 248.

French (Bailly abrégé)

1-ῶ :
impf. ἠπείλουν, f. ἀπειλήσω, ao. ἠπείλησα, pf. ἠπείληκα;
litt. repousser de l’assemblée, d’où
1 repousser, acculer : ἐς στεινόν HDT dans un étroit espace ; fig. ἐς ἀπορίην HDT, ἐς ἀναγκαίην HDT acculer aux extrémités, à la nécessité;
2 repousser avec menace, menacer : ἀπ. μῦθον IL lancer une parole de menace ; ἀπ. δεινά ESCHL faire des menaces terribles ; τινι ἀπ. menacer qqn ; τινί τι ἀπ. ou τι κατά τινος menacer qqn de qch ; ἠπείλησεν αὐτῷ εἰ μὴ ἀπαγγέλλοι XÉN il le menaça, s’il n’annonçait pas (il lui enjoignit avec menace d’annoncer);
3 parler avec jactance, se vanter;
4 promettre, avec l’inf. fut..
Étymologie: ἀπό, εἴλη.
2-ῶ :
dérouler (une corde, un tissu).
Étymologie: ἀπό, εἰλέω.

English (Autenrieth)

fut. -ήσω, ipf. du. ἀπειλήτην: threaten, menace; τινί, regularly foll. by fut. inf.; γέρας αὐτὸς ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς, Il. 1.161; freq. w. cognate acc., ἀπειλάς, Il. 16.201; μῦθον, Il. 1.388; less specifically, ‘boast,’ Il. 8.150 (foll. by εἶναι), Od. 8.383; ‘vow,’ ‘promise,’ Il. 23.863, 872.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): el. ἀποϝɛ̄λέω IO 10; tard. ἀπειλείω Musae.122, Nonn.D.20.204

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [impf. ἀπειλήτην Od.11.313, aor. ἠπείλησεν Il.9.683]
A en sent. físico
1 empujar, llevar ἀπὸ τῶ βωμῶ ἀποϝɛ̄λέοιαν IO 10, cf. 13, ἀποϝɛ̄λέοι κ' ἀπὸ μαντείας IO 4.7
en v. pas. ἐς ἀπορίην Hdt.1.24, 2.141, ἐς ἀναγκαίην Hdt.8.109, ἐς στεινόν Hdt.9.34.
2 desenrollar αὕτη ἀπειλουμένη ἀπὸ τῆς ἐξελίκτρας Hero Aut.5.5.
B en sent. fig.
I en cont. no peyor.
1 c. inf. de fut. (cf. tb. II 3) prometer c. dat. ἠπείλησεν ἄνακτι ... ῥέξειν κλειτὴν ἑκατόμβην Il.23.863, 872, πολλὰ δ' ἀπείλει [ἐς Πυθὼ πέ] μψειν Call.Fr.18.6.
2 jactarse βητάρμονας εἶναι ἀρίστους Od.8.383, cf. Il.13.143
abs. Τυδεΐδης ὑπ' ἐμεῖο φοβεύμενος ἵκετο νῆας, ὥς ποτ' ἀπειλήσει Il.8.150.
II en cont. peyor.
1 amenazar c. dat. τοι Il.1.181, ἧμιν Od.20.272, τῷ Θηραμένει Th.8.92, τοῖς στρατηγοῖς POxy.2182.5, 19 (II d.C.), αὐτῇ Ar.Nu.617, cf. Isoc.5.53, 10.26, Ar.Au.308
c. ac. int. de palabras pronunciar palabras amenazadoras, lanzar amenazas ἀπειλαὶ ... τὰς Τρωσὶν ἀπείλεον Il.13.220, cf. 16.201, μῦθον Il.1.388, ἔπη E.Supp.542, πύργοις δ' ἀ. δείν' A.Th.426, πόλλ' ἀπειλήσας Hdt.1.111, ταῦτα Hdt.7.18, τοῦτ' S.OC 817, δεινότατα ... ἐπῶν Ar.Lys.339, οὐκ ἀτέλεστον ἀπειλήσας Call.Del.87
en v. med. mismo sent. en aor. ἀπειλησαμένου δὲ αὐτοῦ τῷ Καίσαρι App.BC 3.29.
2 amenazar con c. ac. int. no de palabras θάνατον Hdt.4.81, cf. Polyaen.7.35.2, ξίφη Plu.Pomp.47, ζημίας ... κατὰ τοῦ μὴ ὑπακούσαντος Plu.Cam.39, ἠπείλησαν τοὺς ἄρχοντας amenazaron con los prefectos Lib.Or.47.7
c. dat. instrum. τισιν νόμοις Pl.Lg.783d, γόμφοισιν Tim.15.68
abs. amenazar, Il.2.665, Th.8.84, Isoc.15.121
en v. pas. τῶν ἀπειληθέντων las (leyes) acompañadas de sanciones Pl.Lg.823c.
3 c. inf. esp. de fut. y a veces tb. dat. amenazar con μοι γέρας ... ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Il.1.161, cf. 15.179, Od.11.313, σφέας ... ἐκτρίψειν Hdt.6.37, τῷ ... ἀλαπαξέμεν Call.Dian.251, δράσειν τι E.Med.287, αὐτῷ ἀποκτενεῖν Lys.3.28, cf. Iul.Or.3.57a
c. inf. de pres. ἑλκέμεν Il.9.682, c. inf. de aor., X.HG 5.4.7, Mem.3.5.4
c. ὡς, ὅτι: μὴ ἀ. τοῖς Χίοις ... μὴ ἐπιβοηθήσειν Th.8.33, cf. Ar.Pl.88, X.An.5.5.22, τῷ πεμπομένῳ, εἰ μὴ ... X.Cyr.4.5.12, An.5.5.22
abs. c. inf. ordenar con amenazas φαγεῖν βρέφος Theoc.24.16, cf. A.R.3.607
en v. med. prohibir con amenazas ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν Act.Ap.4.17.
III en v. med. atemorizarse por amenazas, amedrentarse οὐκέτι δὲ ἀπειλοῦμαι X.Smp.4.31.

• Etimología: Es probablemente en todas sus acepciones un compuesto de ἀπό y εἰλέω q.u. En ese caso ἀπειλή sería un derivado postverbal. Recientemente se ha sugerido un emparentamiento con toc. kälts ‘amenazar’.

English (Strong)

of uncertain derivation; to menace; by implication, to forbid: threaten.

English (Thayer)

ἀπείλω: imperfect ἠπειλουν; 1st aorist middle ἠπειλησαμην; to threaten, menace: Polyaen. 7,35, 2), actively (Buttmann, 54 (47)): ἀπειλή (L T Tr WH omit) ἀπειλεῖσθαι, with the dative of person followed by μή with infinitive, with sternest threats to forbid one to etc., Winer s Grammar, § 54,3; (Buttmann, 183 (159))). (From Homer down.) (Compare: προσαπειλέω.)

Greek Monotonic

ἀπειλέω: μέλ. -ήσω = ἀπείλλω, απωθώ, σπρώχνω προς τα πίσω, φράζω το δρόμο· κατά κανόνα στον πληθ., ἐς ἀπορίην ἀπειλημένος, αυτός που έχει περιέλθει σε πολύ δυσχερείς καταστάσεις, σε Ηρόδ.
ἀπειλέω: μέλ. -ήσω· (ἀπειλήεκτείνω, επιδεικνύω κάτι είτε ως υπόσχεση είτε ως απειλή.
I. με θετική σημασία, υπόσχομαι, ἠπείλησεν ἄνακτι ῥέξειν ἑκατόμβην, σε Ομήρ. Ιλ.· καυχιέμαι, κομπορρημονώ, ἠπείλησας εἶναι ἀρίστους, καυχήθηκες ότι είναι οι καλύτεροι, σε Ομήρ. Οδ.·
II. συνήθως με αρνητική σημασία, φοβερίζω, απειλώ, Λατ. minari, απόλ. ή με δοτ. προσ., σε Όμηρ. κ.λπ.· με συστ. αντ., ἠπείλησεν μῦθον, εξέφρασε απειλές με τα λόγια του, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης στη Μέσ., σε Καινή Διαθήκη
2. με αιτ. του πράγμ., μέσω του οποίου απειλεί κάποιος, θάνατον ἀπειλέω τινί, σε Ηρόδ.
3. με την προσθήκη εξαρτημένων προτάσεων που εκφέρονται με απαρ. μέλ., γέρας ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· στην Αττ. επίσης με απαρ. αορ.· επίσης, ἀπειλέω ὅτι..., ὡς..., σε Αττ.
III. Παθ., ἀπειλοῦμαι, λέγεται για πρόσωπα, τρομοκρατούμαι, εκφοβίζομαι με απειλές, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀπειλέω:
1) загонять (ἀπειληθεὶς ἐς ἀπορίην и ἐς στεινόν Her.);
2) грозить, угрожать (τινι Hom., Xen.; τινί τι Her., Plut.; τινι ποιήσειν τι Hom., Her., Thuc., Eur., Arph., Lys.; τι κατά τινος Plut.): ἀ. μῦθον Hom. произносить угрозу; οὐκέτι ἀπειλοῦμαι, ἀλλ᾽ ἤδη ἀπειλῶ ἄλλοις Xen. мне уж никто не угрожает, напротив, это я угрожаю другим; τὰ ἀπεληθέντα μετὰ ζημίας Plat. (содержащиеся в законах) угрозы наказанием; med. под страхом наказания запрещать (τινι μηκέτι λαλεῖν ἐπί τινι NT);
3) обещать, сулить (τινι ῥέξειν ἑκατόμβην Hom.);
4) хвастаться, хвалиться Hom.

Middle Liddell

1
to force back; mostly in Pass., ἐς ἀπορίην ἀπειλημένος forced into great difficulties, Hdt.
2 ἀπειλή
to hold out either in the way of promise or threat:
I. in good sense, to promise, ἠπείλησεν ἄνακτι ῥέξειν ἑκατόμβην Il.; ἠπείλησας εἶναι ἀρίστους didst profess that they were best, Od.
II. commonly in bad sense, to threaten, Lat. minari, absol. or c. dat. pers., Hom., etc.; c. acc. cogn., ἠπείλησεν μῦθον spake a threatening speech, Il.:—also in Mid., NTest.
2. c. acc. of the thing threatened, θάνατον ἀπ. τινι Hdt.
3. dependent clauses added in inf. fut., γέρας ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Il., etc.; attic also in inf. aor.:—also ἀπ. ὅτι . . , ὡς . . , attic
III. Pass. ἀπειλοῦμαι, of persons, to be terrified by threats, Xen.

Chinese

原文音譯:¢peilšw 阿胚累哦
詞類次數:動詞(2)
原文字根:從 旋轉 相當於: (גָּעַר‎) (הָרַג‎) (זָעַם‎)
字義溯源:威脅*,恐嚇
同源字:1) (ἀπειλέω)威脅 2) (ἀπειλή)脅迫 3) (προσαπειλέω)再加威脅
出現次數:總共(2);徒(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 威脅恐嚇(1) 彼前2:23;
2) 我們必須恐嚇(1) 徒4:17