Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἴλω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: εἴλω Medium diacritics: εἴλω Low diacritics: είλω Capitals: ΕΙΛΩ
Transliteration A: eílō Transliteration B: eilō Transliteration C: eilo Beta Code: ei)/lw

English (LSJ)

(also εἰλέω, εἱλέω, εἴλλω, εἵλλω, ἴλλω; εἱλῶνται is f.l. in Aret.SD1.2), a word whose meanings are traceable to various roots of similar form, v. infr. D.—From εἴλω (pres. in Hom. only Pass. part. εἰλόμενος (v. infr.)), we have Ep. aor.

   A ἔλσα Il.11.413, inf. ἐέλσαι 21.295, Dor. part. ἔλσαις Pi.O.10(11).43:—Med., aor. ἠλσάμην Semon.17:—Pass., aor. 2 ἐάλην [ᾰ] Il.13.408; inf. ἀλῆναι, ἀλήμεναι, 16.714, 18.76; part. ἀλείς, εῖσα, έν 22.308: pf. ἔελμαι, part. -μένος 13.524:—for ἐόλει, ἐόλητο, v. ἐόλει.—From εἰλέω Il.2.294: impf. εἴλεον Od.22.460; contr. εἴλει Il.8.215, Od.12.210; ἐείλεον Il.18.447: fut. εἰλήσω LXX Jb.40.21(26), AP12.208 (Strat.): aor. εἴλησα LXX 4 Ki.2.8, Dsc.5.87 (ἐν-):—Med., impf. εἰλεῦντο Il.21.8; part. εἰλεύμενος Hdt.2.76:—Pass., aor. εἰλήθην Hp.Morb.4.52: pf. εἴλημαι LXX 1 Ki.21.9(10) and Is.11.5 (s. v. l.), Lyc. 1202: plpf. εἴληντο J.AJ 12.1.9.    A shut in (less freq. shut out, εἰλέσθων τοῦ ἱαροῦ let them be shut out from the temple, IG22.1126.48 (iv B.C.)); [Ὀδυσῆα] ἔλσαν ἐν μέσσοισι μετὰ σφίσι, πῆμα δὲ ἔλσαν (Zenod., v.l. πῆμα τιθέντες) Il.11.413; ὅτε Κύκλωψ εἴλει ἐνὶ σπῆϊ Od.12.210, cf. 22.460; ἔνθα δυώδεκα μὲν μένον ἤματα δῖοι Ἀχαιοί· εἴλει γὰρ Βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ' ἐπὶ γαίῃ εἴα ἵστασθαι Od.19.200; ὅν περ ἄελλαι χειμέριαι εἰλέωσιν Il.2.294; εἱλεῖσθαι ἐν τῷ τόπῳ, μὴ δυνάμενον ἐκπλεῦσαι Arist.Mir. 840a33, cf. EM298.29; εἰς ἄστυ ἄλεν (for ἄλησαν) Il.22.12; κατὰ ἄστυ ἐέλμεθα 24.662; ἐελμένοι ἔνδοθι πύργων 18.287; νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐελμένοι 12.38; χειμέριον ἀλὲν ὕδωρ ponded water, prevented from flowing away, Il.23.420; ὅσοι πικροὶ… χυμοὶ κατὰ τὸ σῶμα πλανηθέντες ἔξω μὲν μὴ λάβωσιν ἀναπνοήν, ἐντὸς δὲ εἱλλόμενοι (v.l. εἰλόμενοι) τὴν ἀφ' αὑτῶν ἀτμίδα τῇ τῆς ψυχῆς φορᾷ συμμείξαντες ἀνακερασθῶσι, Pl.Ti.86e.    2 hinder, hold in check, prevent, ἧστο Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος Il.13.524, cf. A.Fr.25: ἔλλοψ (as though ἴλλοψ) is derived from ἴλλεσθαι = εἴργεσθαι and ὄψ = φωνή by Ath.7.308c.    3 enclose, cover, protect, ὑπ' ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας Callin.1.11; τῇ ὕπο (sc. τῇ ἀσπίδι) πᾶς ἐάλη he was entirely covered, Il.13.408.    B press, as olives and grapes, Paus.Gr.Fr.155; ἀμφὶ βίην Διομήδεος… εἰλόμενοι huddling around him, Il.5.782; ἵππων φειδόμενος, μή μοι δευοίατο φορβῆς ἀνδρῶν, εἰλομένων, εἰωθότες ἔδμεναι ἄδην here where men throng, ib. 203; πλῆθεν… ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν εἰλομένων· εἴλει δὲ… Ἕκτωρ 8.215, cf. 1.409, 18.447, 21.295; πόλις δ' ἔμπλητο ἀλέντων ib.607; ἐς ποταμὸν εἰλεῦντο they were forced into the river, ib.8; εἱλουμένης τῆς τροφῆς the nourishment being concentrated, Thphr.CP6.11.8; θῆρας ὁμοῦ εἰλεῦντα Od.11.573; [λέων] ἰλλόμενός περ ὁμίλῳ hard-pressed, A.R.2.27; ἀπωθούμενον ὑπὸ τοῦ περιεστῶτος ἔξωθεν πνεύματος πάλιν ἐντὸς ὑπὸ τὸ δέρμα εἱλλόμενον κατερριζοῦτο Pl.Ti.76b:—Pass., of crowds, swarm, jostle one another, ἐν ὀλίγῳ εἰλουμένους Plu.Crass.25; of ants, Luc.Icar.19.    2 in aor. Pass., of a man or animal, contract his body, draw himself together, Αἰνείας δ' ἐάλη καὶ ἀπὸ ἕθεν ἀσπίδ' ἀνέσχεν Il.20.278; ἐνὶ δίφρῳ ἧστο ἀλείς (huddled up), ἐκ γὰρ πλήγη φρένας 16.403; of a lion when struck, ἐάλη τε χανών 20.168; of a warrior, Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν 21.571; οἴμησεν δὲ ἀλεὶς ὥς τ' αἰετὸς ὑψιπετήεις 22.308, Od. 24.538.    II without the idea of pressure, collect, ἐν Πίσᾳ ἔλσαις στρατὸν λείαν τε πᾶσαν Pi.O.10(11).43:—Pass., Ἀργείους ἐκέλευσα ἀλήμεναι ἐνθάδε πάντας to assemble, Il.5.823.    C (found only in the forms εἰλέω (εἱλ-) , ἴλλω) wind, turn round, σκολιήν τε καὶ οὐ μίαν ἀτραπὸν ἴλλων Nic.Th.478; ἀπὸ δὲ τῶ[ν πετρῶν] ἴλλει ἡ στεφάνη ἐπὶ τὸν λόφον GDIiv p.847 (iv B.C.); νῆα δ' ἔπειτα πέριξ εἴλει ῥόος A.R.2.571; roll, γλῶσσαν dub.in Call.Iamb.1.144:— Pass., revolve, move to and fro, ἰλλομένων ἀρότρων S.Ant.340 (lyr.); οἱ ἀστέρες ἐν τῷ οὐρανῷ εἰλέονται Luc.Astr.29; περὶ τὴν γῆν ἀεὶ εἱλεῖν ἰών, as etym. of ἥλιος (ἀέλιος), Pl.Cra.409a; εἰλέονται ἐπὶ τὸ ὑγιὲς σκέλος they pivot or swing round on the sound leg, Hp.Art.52, cf. Mochl.20; of a flame, περὶ δ' αὐτὸν εἰλεῖτο φλόξ Mosch.4.104; κατ' αὐτὸν (sc. τὸν κισσὸν) ἕλιξ εἰλεῖται is twined round, Theoc.1.31; δαίμων ἐν μέσῳ τοῦ παντὸς εἱλουμένη Herm. ap. Stob.1.3.52; also of hair on the crown, to be whorled, Ruf.Onom.13.    II roll up tight, [κῶας] εἴλει ἀφασσόμενος A.R.4.181; τὴν μηλωτὴν εἱλήσας LXX 4 Ki. 2.8:—Pass., ἰλλομένοις ἐπὶ λαίφεσι furled, A.R.1.329.    2 bind fast, δεσμοῖς ἰλλόμενος A.R.1.129, cf. 2.1249 (Pass.), cf. S.Fr. 158.    III metaph. in Pass., ἐν ποσὶ εἱλεῖσθαι to be familiar, Hdt. 2.76; οἱ περὶ τὰς δίκας εἱλούμενοι Max.Tyr.28.3, cf. Alciphr.3.60,64.    D It seems impossible to derive all the above uses from an orig. sense squeeze, though most of those under A and B, as well as C. II, might be so explained; but A seems to imply a root meaning bar, cf. ἀποϝηλέω, ἐγϝηληθίωντι, ϝήλημα (βήλημα), εἶλαρ, and C is to be compared with εἰλύω, Lat. volvo: some passages are doubtful in meaning, μή νυν περὶ σαυτὸν εἶλλε τὴν γνώμην ἀεί do not roll or wrap your thought round you, or do not confine your thought within you, Ar.Nu.761; γῆν… ἰλλομένην (v.l. εἱλλ-, εἰλλ-) τὴν περὶ τὸν διὰ παντὸς πόλον τεταμένον Pl.Ti.40b was taken to mean revolving by Arist.Cael.293b31 (cf. περὶ τὸ μέσον εἱλεῖσθαι Mete.356a5) but expld. (omitting τήν) as packed tightly about… by Procl.in Ti.3.136 D.; ἐν δὲ τῇ ταραχῇ (in the churning) εὐρυχωρίης γινομένης, εἰλέεται (sc. τὸ ὑγρόν) ἀποκεκριμένον καὶ θερμαίνει τὸ σῶμα perh. is squeezed out, Hp. Morb.4.51; πρὶν δὲ ταραχθῆναι οὐκ ἔχει ἐκχωρέειν τὸ πλεῖον τοῦ ὑγροῦ, ἀλλ' ἄνω καὶ κάτω εἰλέεται μεμιγμένον τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ is driven up and down, ibid.:—νῆα κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας (ἐλάσας Zenod.) ἐκέασσε prob. striking the ship... Od.5.132, cf. 7.250 (only here in this sense).

German (Pape)

[Seite 729] od. εἴλλω, att. εἵλλω, häufiger εἰλέω, att. εἱλέω, vgl. ἴλλω (eigtl. Fελ, volvo, wie auch ἐείλεον, ἐελμένος u. ä. zeigen), 1) drängen, zusammendrängen; εἰλέω Il. 8, 215; med., sich zusammendrängen, ἀμφὶ βίην Διομήδεος εἰλόμενοι Il. 5, 782; ἀνδρῶν εἰλομένων, wo Menschen sich in dichten Schaaren zusammendrängen, 5, 203; vgl. εἰλουμένους περὶ τὸν ἄρχοντα Plut. Lyc. 25; μύρμηκες εἱλούμενοι Luc. Icarom. 19; pass., εἰλεῦντο ἐς ποταμόν, sie wurden in den Fluß gedrängt, Il. 21, 8; ἐντὸς ὑπὸ τὸ δέρμα εἱλλόμενον κατεῤῥιζοῦτο Plat. Tim. 76 b; γῆ περὶ τὸν διὰ παντὸς πόλον τεταμένον εἱλλομένη (εἱλουμένη v. l.), die sich um die Achse andrängt, ib. 40 b; μὴ νῦν περὶ σαυτὸν εἶλλε τὴν γνώμην ἀεί, verwickle dich nicht in die Gedanken, Ar. Nubb. 751; Hom. hat so auch aor. II. pass. ἐάλην, ἀλῆναι u. ἀλήμεναι, εἰς ἄστυ ἄλεν, in die Stadt gedrängt, Il. 22, 12, vgl. 18, 76. 21, 607; Ἀργείους ἐκέλευσα ἀλήμεναι ἐνθάδε πάντας, sich hier zusammenzudrängen. 5, 823; ἀλὲν ὕδωρ, zusammengelaufenes und eingeschlossenes Wasser, 23, 420. – Vor sich hindrängen, treiben, θῆρας ὁμοῦ εἰλεῦντα Od. 11, 573. – 2) einschließen, einengen; Ἀχαιοὺς Τρῶες ἐπὶ πρύμνῃσιν ἐείλεον Il. 18, 447; εἴλει ἐνὶ σπῆϊ, hielt eingesperrt, Od. 12, 210; so auch aor. I. ἔλσαι u. ἐέλσαι, z. B. ἔλσαν δ' ἐν μέσσοι σι Il. 11, 413; λαὸν κατὰ τείχεα ἔλσαι, gegen die Mauer zusammendrängen, 21, 295, vgl. 1, 409. 18, 294. 21, 225; perf. pass., κατὰ ἄστυ ἐέλμεθα 24, 662, vgl. 5, 203. 18, 287; Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος, durch Zeus Rathschluß in die Enge getrieben, im Zaume gehalten, Il. 13, 524; – νῆα κεραυνῷ ἔλσας, mit dem Blitze treffend, Od. 5, 132. 7, 250. – Auch Sp., wie Plut., τοὺς Ῥωμαίους εἱλουμένους ἐν ὀλίγῳ Crass. 15. – 3) zusammenziehen; ἐν Πίσᾳ ἔλσαις ὅλον στρατόν Pind. Ol. 11, 45; ἀλῆναι ὑπ' ἀσπίδι, sich unter den Schild zusammenziehen, zusammenducken, Il. 13, 408. 20, 278, wie εἰληθεὶς ὑπὸ τῇ ἀσπίδι Arr. An. 6, 9, 5; ὑπ' ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας, bergend, Callim. frg. 11; Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν, sich zusammennehmend, Il. 21, 571, wie vom Löwen, der sich zusammenkauert, bevor er auf seine Beute losstürzt, 20, 168; οἴμησεν ἀλείς, alle seine Kräfte nahm er zusammen u. stürzte darauf los, Od. 24, 538. – 41 abhalten, hindern; Il. 2, 294; Aesch. frg. 19. – Bei Sp. auch = umhüllen. Ader μὴ ταχὺς Ἡρακλείτου ἐπ' ὀμφαλὸν εἴλεε βίβλον, entfalte nicht schnell, Ep. ad. 517 (IX, 540). – 5) Pass., sich herumtreiben; τῶν ἐν ποσὶ εἰλευμένων τοισι ἀνθρώποισι, in der Nähe der Menschen, Her. 2, 76; περὶ τὸ στόμιον Luc.; a. Sp. Auch von den Sternen, kreisen, οἱ ἀστέρες ἐν τῷ οὐρανῷ τὴν σφετέρην εἰλέονται Luc. astrolog. 29. – Sich herumwinden, ἕλιξ εἱλεῖται κατ' αὐτόν, um den Becher, Theocr. 1, 31; περὶ δ' αὐτὸν – εἱλεῖτο φλόξ Hosch. 4, 104; a. sp. D., wie Ap. Rh. 4, 1067 Opp. Cyn. 1, 510. Vgl. übrigens Buttmann Lexik. II S. 141 ff. – Ἐόλει u. ἐόλητο s. unten bes.

Greek (Liddell-Scott)

εἴλω: (ἐν χρήσει παρ’ Ὁμήρῳ μόνον ἐν τῷ παθ.)· ὡς ἐνεργητικοὶ δὲ τύποι ἐν χρήσει εἶναι: εἰλέω, ἴλλω, ἢ εἴλλω (ἂν ὁ τελευταῖος οὗτος τύπος εἶναι γνήσιος· ἴδε Κοβήτου V. LL. 361). - Ἐκ τοῦ εἴλω ἔχομεν τοὺς Ἐπ. τύπους, ἀόρ. ἔλσα Ὁμ., Ἐπ. ἀπαρ. ὡσαύτως ἐέλσαι Ἰλ. Φ. 295, καὶ Δωρ. μετοχ. ἔλσαις Πινδ. Ο. 10 (11). 51· ὁμοίως ἀόρ. εἶλαι ἀποκατασταθεὶς ὑπὸ Δινδ. ἐν Σοφ. Ἀντ. 579 ἀντὶ τοῦ εἶναι ὅπερ ὅμως διατηροῦσιν αἱ ἄρισται ἐκδόσεις, πρβλ. περιειλέω, ὑπίλλω (ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει τὴν μετοχὴν συνείλας = συνειλήσας): - Μέσ., ἀόρ. ἠλσάμην (ἢ -όμην), ἴδε ἐν λέξει: - Παθ., ἀόρ. β΄ ἐάλην ᾰ Ἰλ., ἀπαρ. ἀλῆναι, ἀλήμεναι Ἰλ., μετοχ. ἀλείς, εῖσα, ὲν Ὁμ.: πρκμ. ἔελμαι, μετοχ. -μενος Ὁμ.: περὶ τοῦ γ΄ ἑν. τοῦ παρατ. ἐόλει καὶ τοῦ ὑπερσυντ. ἐόλητο, ἴδε τὰς λέξ. - Ἐκ τοῦ εἰλέω παρατ. εἴλεον καὶ ἐείλεον Ὁμ.· συνῃρ. εἴλει Ἰλ. Θ. 215, Ὀδ. Μ. 210· ἐείλει Ἰλ. Σ. 447: μέλλ. εἰλήσω Ἀνθ. Π. 12. 208: ἀόρ. (ἐν τῇ μετοχῇ) εἴλησα Διοσκ. 5. 102: - Μέσ., παρατ. εἰλεῦντο Ἰλ. Φ. 8· μετοχ. εἰλεύμενος Ἡρόδ. 2. 76: Παθ. ἀόρ. εἰλήθην Ἱππ. 557. 3· πρκμ. εἴλημαι Λουκ.: πρβλ. ἀπ-, συνειλέω (ἴδε ἐν τέλει). Ἡ ῥιζικὴ σημασία τοῦ ἐνεργητ. εἶναι, συνειλῶ, συνελαύνω ἐντὸς μικρᾶς περιφερείας. Λατ. conglobare, κατὰ τείχεα λαὸν ἐέλσαι, συνελάσαι, Ἰλ. Φ. 295· κατὰ πρύμνας... ἔλσαι Ἀχαιοὺς 1. 409· Ἀχαιοὺς... ἐπὶ πρύμνῃσιν ἐείλεον Σ. 447· ἐνὶ σπῆϊ, ἐν στείνει Ὀδ. Μ. 210, Χ. 460· μετὰ δοτ. μόνον, θαλάσσῃ τ’ ἔλσαι Ἀχαιοὺς Ἰλ. Σ. 294· ἔλσαν δ’ ἐν μέσσοισι, «συνήλασαν δὲ καὶ περιεκύκλωσαν ἐν τῷ μέσῳ» (Θ. Γαζῆς), Λ. 413· θῆρας ὁμοῦ εἰλεῦντα, συνειλοῦντα, συνελαύνοντα, Ὀδ. Λ. 573 ἐπὶ καταιγίδος, εἴλει γὰρ Βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ’ ἐπὶ γαίῃ εἴα ἴστασθαι Τ. 200, πρβλ. Ἰλ. Β. 294. ― Παθ., συνωθοῦμαι, συνελαύνομαι, συγκλείομαι, οἳ δή τοι εἰς ἄστυ ἄλεν (ἀντὶ ἄλησαν) Χ. 12· κατὰ ἄστυ ἐέλμεθα Ω. 662· ἐελμένοι ἔνδοθι πύργων Σ. 287· νηυσὶν ἐπὶ γλαφυρῇσιν ἐελμένοι Μ. 38· ― συνελαύνομαι, συγκλείομαι εἰς στενὸν τόπον ὑπὸ καταδιώκοντος ἐχθροῦ πλῆθεν... ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν... εἰλομένων· εἴλει δὲ... Ἕκτωρ Θ. 215· ἀλήμεναι ἐνθάδε, «ἀθροισθῆναι, συστραφῆναι» (Σχόλ.), Ε. 823· ἀμφὶ βίην Διομήδεος... εἰλόμενοι, συναθροιζόμενοι περὶ αὐτόν, Ε. 782· ἐς ποταμὸν εἰλεῦντο, συνωθοῦντο, Φ. 8· εἰλεῖσθαι ἐπὶ τὸ ὑγιές, ἐπὶ χωλῶν ἀνθρώπων, Ἱππ. Μοχλ. 852: ― μεταφ., Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος, «συγκεκλειμένος» (Σχόλ.), Ἰλ. Ν. 524, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 21: ― οὕτω παρὰ μεταγεν., εἴλεσθαι τοῦ ἱαροῦ, Δωρ. ἀντὶ εἴργεσθαι τοῦ ἱεροῦ, Συλλ. Ἐπιγρ. 1688. 20 καὶ 48, πρβλ. Ἡσύχ. καὶ ἴδε τὸ ῥῆμα ἐξίλλω· ἐντὸς εἰλλόμενον, ἐντὸς συμπιεζόμενον, Πλάτ. Τίμ. 76Β, πρβλ. 86Ε, Ἀριστ. π. Θαυμ. 108· λέων ἰλλόμενός περ ὁμίλῳ Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 27· δεσμοῖς ἰλλόμενος, στερεῶς δεδεμένος, ὁ αὐτ. 129, πρβλ. Β. 1250· ὡσαύτως ἰλλομένοις ἐπὶ λαίφεσι, συστελλομένοις, ὁ αὐτ. 1. 329. 2) νῆα... κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας, «τὸ νῆα ἔλσας ἀντὶ τοῦ ἐλάσας, κρούσας, πλήξας» (Εὐστ.), Ὀδ. Ε. 132, Η. 250· ἀλλ’ ὁ Ζηνόδοτος ἀνεγίνωσκεν ἐλάσας. ΙΙ. ἁπλῶς, συλλέγω, ἀθροίζω, στρατὸν ἔλσαις Πινδ. Ο. 10 (11), 51: ― ἐντεῦθεν κατὰ παθ. ἀόρ., ἀλὲν ὕδωρ, συναχθέν, Ἰλ. Ψ. 420. ΙΙΙ. Παθ., ὡσαύτως, συστέλλομαι, «ζαρώνω», «μαζεύομαι», ἀλῆναι ὑπ’ ἀσπίδι Ἰλ. Ν. 408, Υ. 278· (πρβλ. ὑπ’ ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας Καλλῖνος 1. 10)· ἧστο ἀλεὶς Ἰλ. Π. 403· Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν, «συστραφείς» (Σχόλ.), Φ. 571· οὕτως, ἐπὶ λέοντος συστρεφομένου ὅπως ἐφορμήσῃ, ἐάλη τε χανὼν Υ. 168, πρβλ. Χ. 308· οὕτω καὶ οἴμησεν ἀλεὶς, ὥρμησε συστραφείς, Ὀδ. Ω. 538. IV. ἐν τῷ παθ. ὡσαύτως, περιφέρομαι, ὡς τὸ Λατ. versari, τῶν δ’ ἐν ποσὶ μᾶλλον εἰεἱλευμένων (ἰβίων) τοῖσι ἀνθρώποισι, τῶν περιφερομένων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, δηλ. τῶν συνήθων τοῖς ἀνθρώποις, Ἡρόδ. 2. 76· οἱ πρὸς τὰς δίκας εἰλούμενοι Μάξ. Τύρ. 28. 58. V. στρέφω, παρακλίνω, ἄτραπὸν ἴλλων Νικ. Θ. 478· καὶ ἀμετάβ. ἐπὶ τοῦ ἡλίου, περὶ τὴν γῆν ἀεὶ εἱλεῖν ἰὼν Πλάτ. Κρατ. 409Α: ― Παθ. (ἀλλὰ μόνον μεθ’ Ὅμηρον), περιστρέφομαι, ὡς τὸ εἱλίσσομαι, ἰλλομένων ἀρότρων ἔτος εἰς ἔτος Σοφ. Ἀντ. 340· περὶ τὸ μέσον εἱλεῖσθαι Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 2, 20· οἱ ἀστέρες ἐν τῷ οὐρανῷ εἰλέονται Λουκ. Ἀστρολ. 29· κατ’ αὐτὸν (ἐνν. τὸν κισσὸν) ἕλιξ εἰλεῖται, περιτυλίσσεται, Θεόκρ. 1. 31· περὶ δ’ αὐτὸν εἰλεῖται φλὸξ Μόσχ. 4. 104. ― Περὶ τοῦ ἐν Πλάτ. Τίμ. 40Β χωρίου: γῆ εἰλλομένη (ἢ ἰλλ-) περὶ τὸν διὰ παντὸς πόλον, ὅπερ ὁ Ἀριστοτέλης ἐκλαμβάνει ὡς σημαῖνον, περιστρεφομένη περὶ τὸν ἑαυτῆς ἄξονα (π. Οὐραν. 2. 13, 8., 2. 14, 1), ὁ δὲ Πρόκλος ἑρμηνεύει «περὶ τὸν ἄξονα συνέχεται καὶ συσφίγγεται» Πρόκλ. εἰς Τίμ. 281C), ἴδε Βοικχίου de Plat. Syst. globorum, σ. VI, Lewis Astron. of Ancients, σ. 202. (Ὁ Βουττμ. ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ ῥήματα εἴλω, εἰλέω, ἐντελῶς διαφέρουσι τοῦ εἱλίσσω και ἑλίσσω, κτλ.· ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ εἴλω καὶ εἱλίσσω καὶ εἰλύω ἔχουσιν ἅπαντα τὸ δίγαμμα παρ’ Ὁμ., καὶ παραβάλωμεν τὸ Λατ. volvo, καὶ τὸ Γερμ. wälzen, εἶναι δύσκολον νὰ πιστεύσωμεν ὅτι δὲν ἀνήκουσιν εἰς μίαν ῥίζαν, Sir. E. Head ἐν τῷ Philol. Mus. 1. 405 κἑξ., ὁ Κούρτιος ὅμως (ἀρ. 527, 660) ἀκολουθεῖ τῷ Βουττμάννῳ διακρίνων δύο ῥίζας: Ι. √ΕΛ συνθλίβω, συμπιέζω τὸ πολὺ εἰς μικρὸν μέρος, ἐξ ἧς εἴλω, εἰλέω, εἶλαρ, οὐλαμός, ἴλη, ὄμιλος, ἀπείλλω, ἐξούλης, ἐγ-ϝηληθίωντι (= ἐνειληθῶσι) Πίνακ. Ἡρακλεωτ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 5774. 152· καί, ΙΙ. √ϜΕΛ ἢ √ϜΑΛ, μετ’ ἐννοίας περιστροφικῆς κινήσεως, ἐντεῦθεν αἱ λέξεις ἐλύω, εἰλύω, εἴλῡμα, εἰλυφάω καὶ -άζω, ἔλῠτρον, ἕλιξ, ἑλίσσω, εἰλεός· ἴλλω, ἰλλάς, ἰλλώδης, ἰλλαίνω· ἶλιγξ, ἴλιγγος, ἰλιγγιάω· ὀλοοίτροχος ὄλμος· οὐλαί, οὐλοχύται· ἀλέω, ἀλείατα, ἄλευρον, ἀλετός, ἀλετρίβανος, ἀλοάω, ἀλωή, ἅλως· πρβλ. τὰ Σανσκρ. (val) valmáyas (κύκλος), varutram (ἔλυτρον)· Λατ. volvo, voluto, κτλ.: ― Γοτθ. af-valvjan (ἀποκυλίνδειν), at-valvjan (προσκ-)· Παλαιο-Σκανδιν. velta, Ἀγγλο-Σαξον. wœltan (ὡσαύτως walwian, Ἀγγλ. to wallow, κυλίομαι)· Παλαιο-Ὑψηλ. - Γερμ. wellan (wälzen), κτλ.)

French (Bailly abrégé)

c. εἴλλω ou εἰλέω, seul. aux formes suiv. :
Act. aο.
ἔλσα, inf. ἔλσαι, inf. épq. ἐέλσαι, part. ἔλσας;
Pass. part. prés. εἰλόμενος, pf. ἔελμαι, part. ἐελμένος.

English (Autenrieth)

(ϝειλέω), subj. εἰλέωσι, part. εἰλεῦντα, ipf. εἴλει, εἴλεον, ἐείλεον, aor. 3 pl. ἔλσαν, inf. ἔλσαι, ἐέλσαι, part. ἔλσᾶς, pass. pres., part. εἰλόμενοι, ipf. εἰλεῦντο, aor. ἐάλη, 3 pl. ἄλεν, inf. ἀλῆναι, ἀλήμεναι, part. ἀλείς, perf. ἐέλμεθα, part. ἐελμένος: I. act. and pass., crowd together, hem in, shut up or off; (O<<>*<>>on the hunter) θῆρας ὁμοῦ εἰλεῦντα, Od. 11.573; (δμωὰς) εἴλεον ἐν στείνει, ὅθεν οὔ πως ἦεν ἀλύξαι, Od. 22.460; κατὰ πρύμνᾶς τε καὶ ἀμφ' ἅλα ἔλσαι Ἀχαιούς, Il. 1.409; ὅν περ ἄελλαι | χειμέριαι εἰλέωσιν, ‘hold storm-bound,’ Il. 2.294; (νῆα) κεραυνῷ | Ζεὺς ἔλσᾶς ἐκέασσε, ‘with a crushing blow,’ Od. 5.132; (Ἄρης) Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος, ‘held close,’ Il. 13.523.—II. mid., crowd or collect together, crouch, gather oneself for a spring; ἕστασαν ἀμφὶ βίην Διομήδεος εἰλόμενοι, Il. 5.782; οἳ δή τοι εἰς ἄστυ ἄλεν, Il. 22.12; χειμέριον ἀλὲν ὕδωρ, ‘accumulated,’ Il. 23.420 ; τῇ (ἀσπίδι) ὕπο πᾶς ἐάλη, ‘crouched,’ Il. 13.408 ; ἐνι δίφρῳ ᾗστο ἀλείς, ‘cowering close,’ Il. 16.403 ; Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν, i. e. all ready to charge upon him, Il. 21.571, Od. 24.538.

English (Slater)

εἴλω
   1 gather together ὁ δ' ἄῤ ἐν Πίςᾰ ἔλσαις ὅλον τε στρατὸν λᾴαν τε πᾶσαν (O. 10.43)
   2 v. ἐόλει.

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. en -η-: ind. 3a sg. ἐάλη Il.13.408, 3a plu. ἄλεν Il.22.12, inf. ἀλῆναι Il.16.714, v. pas. inf. ἀλήμεναι Il.18.76, part. ἀλείς Il.22.308, Od.24.538; aor. sigm. ind. 3a plu. ἔλσαν Il.11.413, inf. ἔλσαι Il.1.409, ἐέλσαι Il.21.295, part. nom. masc. ἔλσαις Pi.O.10.43; perf. med. ind. 1a plu. ἐέλμεθα Il.24.662, 3a sg. ἐόληται Hsch., part. ἐελμένος Il.13.524; plusperf. 3a sg. ἐόλει Pi.P.4.233, v. med. ἐόλητο A.R.3.471, Mosch.2.74]
I intr. en v. med.-pas.
1 c. suj. de pers. plu. apiñarse, reunirse, agruparse ἀμφὶ βίην Διομήδεος ... εἰλόμενοι Il.5.782
de aquí sent. pas. ser cercado o acorralado πάντας ἐπὶ πρύμνῃσιν ἀλήμεναι υἷας Ἀχαιῶν que todos los hijos de los aqueos quedaran cercados junto a las naves, Il.18.76, πλῆθεν ... ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν ... εἰλομένων Il.8.214, cf. 5.203, πόλις δ' ἔμπλητο ἀλέντων la ciudad se llenó de refugiados, Il.21.607, cf. 22.12, Ἀργείους ἐκέλευσα ἀλήμεναι ἐνθάδε πάντας a todos los argivos he ordenado replegarse aquí, Il.5.823, λαοὺς ἐς τεῖχος ὁμοκλήσειεν ἀλῆναι Il.16.714
en perf. estar retenido, estar cercado κατὰ ἄστυ ἐέλμεθα Il.24.662, ἐελμένοι ἔνδοθι πύργων estando encerrados en las torres, Il.18.287, νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐελμένοι Il.12.38
fig. verse obligado, estar constreñido Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος Il.13.524
tb. en sg. c. suj. de cosa e idea de cantidad χειμέριον ἀλὲν ὕδωρ agua invernal acumulada, Il.23.420.
2 c. suj. sg. ref. la posición inmóvil o concentrada del cuerpo encogerse, acurrucarse, agazaparse τῇ ὕπο πᾶς ἐάλη bajo éste (el escudo) se acurrucó todo él, Il.13.408, Αἰνείας δ' ἐάλη καὶ ἀπὸ ἕθεν ἀσπίδ' ἀνέσχε Il.20.278, ἐνὶ δίφρῳ ἧστο ἀλείς Il.16.403
ref. mov. defensivos concentrarse, contraerse ἐάλη τε χανών y se contrae abriendo sus fauces un león Il.20.168, ὣς εἰπὼν Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν diciendo así aguardaba en tensión a Aquiles, Il.21.571, οἴμησεν δὲ ἁλεὶς ὥς τ' αἰετὸς ὑψιπετήεις y tras tomar impulso se lanzó como el águila de alto vuelo, Il.22.308, Od.24.538
part. perf. ἐελμένος enrollado en torno a modo de envoltura χερσὶν ἐώθει σπάργανον ἀμφ' ὤμοισιν ἐελμένον con las manos sujetaba los pañales que, enrollados a sus hombros, le envolvían, h.Merc.306.
3 en perf., fig. estar turbado, atormentado ἐόλητο νόον μελεδήμασι κούρη A.R.3.471, cf. Mosch.l.c., Hsch.l.c.
II tr. en v. act.
1 c. ac. plu. o colect. agrupar, reunir ἐν Πίσᾳ ἔλσαις ὅλον τε στρατὸν λᾷαν τε πᾶσαν Pi.O.10.43
acorralar τοὺς δὲ κατὰ πρύμνας τε καὶ ἀμφ' ἅλα ἔλσαι Ἀχαιούς acorralar a los aqueos bajo las popas y al otro lado el mar, e.e. contra el mar, Il.1.409, κατὰ Ἰλιόφι κλυτὰ τείχεα λαὸν ἐέλσαι Il.21.295
abs. ἔλσαν δ' ἐν μέσσοισι Il.11.413.
2 c. ac. sg. cubrir ὑπ' ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας Callin.1.11.
3 alcanzar c. un arma κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας ἐκέασσε Od.5.132, 7.250.
4 en perf. producir turbación o agitación πῦρ δέ νιν οὐκ ἐόλει Pi.P.4.233.
5 excluir, expulsar en v. pas. c. gen. εἰλέσθων τοῦ ἱαροῦ CID 1.10.48, cf. 20 (IV a.C.).

Greek Monolingual

εἴλω και εἰλῶ (-έω) και ἴλλω (Α)
1. περικλείω, πιέζω
2. εμποδίζω, προλαβαίνω («Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος», Ιλ.)
3. εγκλείω, καλύπτω, προστατεύω («ὑπ' ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας», Καλλίνος)
4. συμπιέζω, συνθλίβω (π.χ. ελιές ή σταφύλια)
5. (για άνθρωπο ή ζώο) συστέλλω, μαζεύω το σώμα, ζαρώνω
6. μαζεύω, συγκεντρώνω
7. γυρίζω γύρω γύρω, περιφέρομαι
8. περιτυλίσσω σφιχτά («τὴν μηλωτὴν εἰλήσας», ΠΔ)
9. δένω γερά («δεσμοῑς ἰλλόμενος»)
10. είμαι συνηθισμένος, οικείος («τῶν δ' ἐν ποσὶ μᾱλλον εἰλευμένων τοῑσι ἀνθρώποισι», Ηρόδ.)
11. χτυπώ, πλήττω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ειλώ με σημασία «πιέζω» ανάγεται σε ΙΕ ρίζα wel- «πιέζω, ωθώ, εγκλείω». Ο ενεστωτικός τ. ειλέω (< Fελνέω) συνδέεται με τη γλώσσα του Ησυχίου «απελλείν
αποκλείειν», όπου το διπλό λ θα ερμηνευόταν ως αιολισμός. Οι παράλληλοι ρηματικοί τύποι είλλω (< ε- Fέλνω με προθηματικό φωνήεν ε) και ίλλω (< -Fλω) οφείλονται σε σύγχυση με τους αντίστοιχους τύπους είλλω, ίλλω που συνδέονται με το ειλώ με σημασία «στρέφω». Από το μεγάλο πλήθος ΙΕ λέξεων που ανάγονται στην ίδια ΙΕ ρίζα wel- μόνο μερικοί βαλτοσλαβικοί τύποι θα ήταν δυνατόν να συνδεθούν με τους ελληνικούς (πρβλ. ρωσ. zaval «φραγμός, πύλη» που αντιστοιχεί σε ελλ. τ. Fήλημα, αρχ. σλαβ. velĭmi «πολύ», λιθ. veliu, velti «πατώ». Με τη σημασία «στρέφω, περιτυλίσσω» το ειλώ < Fελ-νέω, που ανάγεται σε ΙΕ ρίζα wel- «στρέφω, συστρέφω, κυλίω» (πρβλ. ειλύω), με την οποία άλλωστε συνδέονται και άλλοι τύποι (πρβλ. έλιξ, έλμις, πιθ. ελάνη, ευλή, όλμος, ούλος). Ο παράλληλος αναδιπλασιασμένος ενεστωτικός τ. ίλλω (< (F)ι-Fλω) αποδόθηκε στη γραφή και ως είλω, είλλω. Οι τύποι ειλέω, είλλω, ίλλω, με τη σημασία «στρέφω», συμπίπτουν μορφολογικά με τα ειλέω, είλλω, ίλλω που σημαίνουν «ωθώ, σπρώχνω» έτσι ώστε να εμφανίζεται και κάποιος εννοιολογικός συσχετισμός.
ΠΑΡ. είλημα
αρχ.
ειληδόν, είλησις, είλιγγος, είλιγξ
(αρχ.- μσν.) ειλητάριον.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό, -ειλώ) αρχ. διειλώ, ενειλώ, εξειλώ, επειλώ, κατειλώ, παρειλώ, περιειλώ. (Β' συνθετικό, -ίλλω) αρχ. ενίλλω, κατίλλω, παρίλλω, περίλλω].

Greek Monotonic

εἴλω: επίσης εἰλέω, ἴλλω ή εἴλλω· Επικ. αόρ. αʹ ἔλσα, απαρ. ἔλσαι, ἐέλσαι — Παθ., αόρ. βʹ ἐάλην [ᾰ], απαρ. ἀλῆναι, Επικ. ἀλήμεναι, μτχ. ἀλείς· Επικ. παρακ. ἔελμαι, γʹ ενικ. Επικ. υπερσ. ἐόλητο. Από το εἰλέω παράγεται μέλ. εἰλήσω, αόρ. αʹ εἴλησα — Μέσ., Επικ. γʹ πληθ. παρατ. εἰλεῦντο, μτχ. εἰλεύμενος — Παθ., παρακ. εἴλημαι·
I. 1. τυλίγω, στριμώχνω, Λατ. conglobare, κατὰ τείχεα λαὸν ἐέλσαι, τυλίγω, συνωθώ το στράτευμα και το απωθώ, συμπιέζω, συνθλίβω στα τείχη, σε Ομήρ. Ιλ.· Ἀχαιοὺς ἐπὶ πρύμνῃσιν ἐείλεον, στο ίδ.· εἰλεῖν ἐν μέσσοισι, περιόρισαν ή περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές, στο ίδ.· θῆρας ὁμοῦ εἰλεῖν, το να πηγαίνεις μαζί με κάποιον άλλο για κυνήγι, σε Ομήρ. Οδ. — Παθ., είμαι περιορισμένος ή συσσωρευμένος, εἰς ἄστυ ἄλεν (αντί ἄλησαν), στο ίδ.· νηυσὶν ἐπὶ γλαφυρῇσιν ἐελμένοι, στο ίδ.· μεταφ., Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος, περιορισμένος (υπό περιορισμό), κρατούμενος από τους συμβούλους του Δία, στο ίδ.
2. πλήττω, νῆα κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας, έχοντας πλήξει το καράβι με κεραυνό, στο ίδ.
II. συλλέγω· Παθ., ἀλὲν ὕδωρ, νερό που έχει συγκεντρωθεί, συλλεχθεί, σε Ομήρ. Ιλ.
III. Παθ., επίσης, συστέλλομαι, ζαρώνω, μαζεύομαι, ἀλῆναι ὑπ' ἀσπίδι, στο ίδ.· Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένειν, συγκεντρώνοντας τον εαυτό του, τις δυνάμεις του, περίμενε την επίθεση του Αχιλλέα, στο ίδ.
IV. Παθ., επίσης περιφέρομαι, όπως το Λατ. versari, σε Ηρόδ. V. στρέφω, παρεκκλίνω — Παθ., περιστρέφομαι, στριφογυρίζω, ἰλλομένων ἀρότρων, περιστρέφομαι, σε Σοφ.· ἕλιξ εἰλεῖται, περιτυλίγεται, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

εἴλω: Hom., Pind. = εἴλλω.

Frisk Etymological English

-ομαι See also: s. 1. εἰλέω.

Middle Liddell


I. to roll up, pack close, Lat. conglobare, κατὰ τείχεα λαὸν ἐέλσαι to roll up the host and force it back to the walls, Il.; Ἀχαιοὺς ἐπὶ πρύμνηισιν ἐείλεον Il.; εἰλεῖν ἐν μέσσοισι to coop up or hem in on all sides, Il.; θῆρας ὁμοῦ εἰλεῖν to drive game together, Od.:—Pass. to be cooped or huddled up, εἰς ἄστυ ἄλεν (for ἄλησαν) Od.; νηυσὶν ἐπὶ γλαφυρῆισιν ἐελμένοι Od.:—metaph., Διὸς βουλῆισιν ἐελμένος straitened, held in check by the counsels of Zeus, Od.
2. to smite, νῆα κεραυνῶι Ζεὺς ἔλσας having smitten the ship with lightning, Od.
II. to collect: Pass., ἀλὲν ὕδωρ water collected, ponded, Il.
III. Pass., also, to draw oneself up, shrink up, ἀλῆναι ὑπ' ἀσπίδι Il.; Ἀχιλῆα ἀλεὶς μένεν collecting himself he waited the attack of Achilles, Il.
IV. Pass. also, to go to and fro, like Lat. versari, Hdt.
V. to wind, turn round:— Pass. to turn round, revolve, ἰλλομένων ἀρότρων moving to and fro, Soph.; ἕλιξ εἰλεῖται is twined round, Theocr.

Frisk Etymology German

εἴλω: -ομαι
{eílō}
Grammar: v.
See also: s. 1. εἰλέω.
Page 1,462