Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αργός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(I)
ἀργός, -ή, -όν (Α)
1. στιλπνός, λαμπρός, γυαλιστερός
2. ταχύς, γρήγορος
3. λευκός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. αργός (Ι) συνδέεται με το αρχ. ινδ. επίθ. rj -ra - «λαμπρός» και προήλθε ανομοιωτικά από αργρός, πράγμα που πιστοποιεί η εμφάνισή του στο α' συνθετικό αρχαίων λέξεων με τη μορφή αργι - (νόμος Caland -Wackernagel). Η διπλή σημασία της λ. («λαμπρός», «ταχύς») γεννά το ερώτημα αν προέρχεται από την ίδια ή από διαφορετικές ρίζες. Επικρατέστερη φαίνεται η άποψη, σύμφωνα με την οποία η έννοια της λάμψης (και της λευκότητας) απορρέει από αυτήν της ταχείας κίνησης. Πρόκειται δηλ. για δύο διαφορετικές σημασίες μιας και της αυτής λέξης, όπου σημειώθηκε μια πολύ πρώιμη μεταβολή σημασίας, κατά την οποία η έννοια της κίνησης παραγκωνίστηκε τελείως. Ακόμη προτιμότερη είναι η αποδοχή μιας ρίζας, η οποία εκφράζει συγχρόνως τόσο τη λαμπρότητα όσο και την ταχύτητα της κίνησης (πρβλ. (γερμ.) blitzschnell «αστραπιαία», αργικέραυνος). Όσοι δέχονται δύο διαφορετικές ρίζες αδυνατούν να αιτιολογήσουν ετυμολογικά τη σημασία «ταχύς, γρήγορος». Το θ. αργ-, που απαντά σε μια σειρά συναφών προς το αργός (Ι) λέξεων (πρβλ. αργεννός, αργεστής κ.ά.) και με παρέκταση στο αργυ- (πρβλ. άργυρος, άργυφος), απαντά επίσης σε αρκετές λέξεις άλλων γλωσσών (πρβλ. λατ. argentum «άργυρος», αρχ. ινδ. arjuna - «λευκός, φωτεινός», τοχ. A' ārki, B arkwi «λευκός», χεττ. harkiš «λευκός, φωτεινός»).
ΠΑΡ. αρχ. αργαίνω.
ΣΥΝΘ. (α' συνθ.) αρχ. αργόθριξ, αργόχρως
β' συνθετ.) κνήμαργος, λέπαργος, λίθαργος, λίταργος, νίφαργος, πελαργός, πύγαργος, πόδαργος, χαλαργός.
(II)
-ή, -ό (AM ἀργός, -ή, -όν)
αυτός που δεν εργάζεται, οκνηρός
μσν.- νεοελλ.
1. όποιος κινείται αργά, βραδυκίνητος
2. απρόθυμος
3. (για μέλος του σώματος) ακίνητος, αναίσθητος
4. (για ιερείς) αυτός που καταδικάστηκε σε αργία, που έχασε το δικαίωμα να ιερουργεί
νεοελλ.
(για στρατιωτικούς) αυτός που παύει να είναι αξιωματικός εξαιτίας απόλυσης ή πρόσκαιρης παύσης
αρχ.
1. αυτός που δεν εργάζεται, που δεν γεωργεί τη γη, άνεργος, αδρανής
2. ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι
3. (για χρήματα) αυτός που δεν τοκίζεται, που δεν αποφέρει εισόδημα
4. (για γη) αγεώργητος, ακαλλιέργητος, χέρσος
5. παθ. α) ακατέργαστος, αδούλευτος
β) ασυντέλεστος, ακάμωτος
γ) (για συζήτηση) αυτός που δεν έχει συζητηθεί, που μένει ακόμη ασυζήτητος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αεργός, με συναίρεση (πρβλ. άεθλον, άθλον).
ΠΑΡ. αργεύω, αργία, αργώ
αρχ.
αργότης
αρχ.-μσν.
αργώδης
μσν.- νεοελλ.
αργά.
ΣΥΝΘ. αργολογώ, αργομέτωπος
αρχ.
αργοποιός, αργοτροφώ, αργοφάγος
μσν.
αργοφωνία
μσν.- νεοελλ.
αργοπορώ, αργοπορία
νεοελλ.
αργοκηρήθρα, αργοκυλώ, αργόμισθος, αργοσαλεύω, αργοσέρνομαι, αργόσχολος, αργοφλογιστία, αργοψήνω].