Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἡρακλέης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: Ἡρακλέης Medium diacritics: Ἡρακλέης Low diacritics: Ηρακλέης Capitals: ΗΡΑΚΛΕΗΣ
Transliteration A: Hērakléēs Transliteration B: Hērakleēs Transliteration C: Irakleis Beta Code: *(hrakle/hs

English (LSJ)

contr. Ἡρακλῆς, ὁ, the former in Ep., Pi., Hdt., and E. Heracl.210, Ion1144, HF924; the latter also in E., S., and Att. Prose: the orig. forms of the obl. cases Ἡρακλέεος, Ἡρακλέεϊ, Ἡρακλέεᾰ nowhere appear in use; but in Att. the contracted forms

   A Ἡρακλέους Ar. Nu.1050, Ἡρακλέει E.Heracl.8,988, Ar.Av.567, Ἡρακλέᾱ Id.V.757 (anap.) (also in h.Hom.15.1, Hes.Sc.448, Theoc.24.1); in Ion. and Ep., Ἡρακλῆος, Ἡρακκλῆϊ, Ἡρακκλῆα (Ἡρακκλῆϊ Pi.I.5(4).37, Ἡρακλῆος dub. in E. Heracl.541):—these forms are still further shortd., Ἡρακλέος Hdt.2.42 (v.l. Ἡρακλέους), Pi.O.3.44 (scanned -- P.10.3), E.HF806 (lyr.), Ἡρακλέῖ Hdt.2.145, Theoc.25.71; Ἡρακλέᾰ Hdt.2.42 sq., Pi.O.10(11).16, AP9.391 (Diotim. or Call.) (scanned -- S.Tr.233, Ar.Th.26); again contr. Ἡρᾰκλῆ S.Tr.476 cod. A, interpol. in Pl.Phd.89c, Ael. VH1.24; Ἡρακλεῖ B.8.9, Th.7.73: irreg. acc. Ἡρακλέην A.R.2.767, dub.l. in Theoc.13.73; contr. Ἡρακλῆν v.l. in Paus.8.31.3 and Epigr. ap.Alcid.Od.24, BGU166.12 (ii A.D.): voc. Ἡράκλεες Archil.119, Pi. N.7.86, E.HF175; Att. Ἡράκλεις Pl.Euthd.303a, etc., later Ἥρακλες Orph.H.12.1 [ᾰ], AP9.468 [ᾱ], Gramm. ap. Lib.Ep.255: pl. Ἡρακλέες Pl.Tht.169b (but Ἡρακλεῖς Hdn.Gr.1.424), acc. Ἡρακλέας Ar.Pax 741: dual Ηρακλέε Philostr.VA5.5: (Ἥρα, κλέος):—Heracles, Il.14.266, etc.; Ἡρακλέος στᾶλαι (v. Ἡράκλειος), prov. of going to the farthest point, Pi.O.3.44; Ἡρακλέους ὀργήν τιν' ἔχων = with a temper like Heracles, Ar.V.1030, Pax752; prov. of close friendship, ἄλλος Ἡρακλῆς, ἄλλος αὐτός = another Hercules—another self (Mss. οὗτος) Arist.EE1245a30; but ἄλλος οὗτος Ἡρακλῆς 'a second Heracles', Id.MM1213a13, Varr.Sat.Men.tit.: voc. Ἡράκλεις as an exclamation of surprise, anger, or disgust, Ar.Ach.284, Nu.184.    2 the planet Mars, Arist.Mu.392a25, Ach. Tat.Intr.Arat.17. [ᾰ, long by position in Ep. and E., as Heracl. 123.]

Greek (Liddell-Scott)

Ἡρακλέης: συνῃρ. -κλῆς, ὁ, τὸ πρῶτον παρ’ Ἐπικοῖς, Πίνδ., Ἡρόδ. καὶ Εὐρ. Ἡρακλ. 210, Ἴωνι 1144, Ἡρ. Μαιν. 924· τὸ δεύτερον ὡσαύτως παρ’ Εὐρ., Σοφ., καὶ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττ.· οἱ ἀρχικοὶ τύποι τῶν πλαγ. πτώσεων Ἡρακλέεος, -κλέεϊ, -κλέεᾰ οὐδαμοῦ φαίνονται εὔχρηστοι· ἀλλὰ παρ’ Ἀττ. οἱ συντετμ. τύποι Ἡρᾰκλέους, Ἡρακλέει, Εὐρ. Ἡρακλ. 8. 988, Ἀριστοφ. Ὄρν. 567, Ἡρακλέᾱ (ὡσαύτως ἐν Ὕμν. Ὁμ. 14. 1, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 448, Θεοκρ. 24. 1)· παρ’ Ἴωσι καὶ Ἐπ., Ἡρακλῆος, -κλῆι, -κλῆα, (ὡσαύτως παρὰ Πινδ. Ι. 5 (4). 47, Εὐρ. Ἡρακλ. 541)· ― οἱ τύποι οὗτοι ἔτι μᾶλλον συντέμνονται, Ἡρακλέος Ἡρόδ. 2. 42 κἑξ., Πίνδ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 806, Θεόκρ.· Ἡρακλέϊ Ἡρόδ. 1. 145· Ἡρακλέᾰ ὁ αὐτ. 2. 42 κἑξ., Πίνδ. Ο. 10 (11). 20, Καλλ. Ἐπ. 65. 5· καὶ ἀκολούθως πάλιν συνῃρ., Ἡρακλεῦς, Πίνδ. Π. 10. 4· ― ἀνώμαλ. αἰτ. Ἡρακλέην Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 767· ― κλητ. Ἡράκλεες Ἀρχίλ. 106, Πίνδ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 175· παρ’ Ἀττικ. Ἡράκλεις καὶ παρὰ μεταγ. Ἥρακλες, Λοβ. Φρυν. 640· ἴδε κατωτ. ― Πληθ. Ἡρακλέες σπάνιος, π. χ. Πλάτ. Θεαιτ. 169Β, -έας Ἀριστοφ. Εἰρ. 741· δυϊκ. Ἡρακλέε Φιλόστρ. 190. Ὁ Ἡρακλῆς, Λατ. Hercules, υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ὁ περιφημότατος τῶν Ἑλλήνων ἡρώων, Ὅμ. κλ.· κατὰ τοὺς παλαιοὺς ὠνομάσθη Ἡρ. ὅτι διὰ τὴν Ἥραν κλέος ἔσχε· ― Ἡρακλέους στῆλαι (ἴδε ἐν λ. Ἡράκλειος), παροιμιῶδες ἐπὶ τῶν πορευομένων εἰς τὸ ἔσχατον ἄκρον, Πίνδ. Ο. 3. 79, Ι. 4. 20 (3. 30)· Ἡρακλέους ὀργήν τιν’ ἔχειν, διάθεσιν ἢ φιλοδοξίαν Ἡρακλέους, Ἀριστοφ. Σφηξ. 1030, Εἰρ. 752· παροιμία ἐπὶ στενῆς φιλίας, ἄλλος Ἡρακλῆς, ἄλλος αὐτὸς (τὰ χειρόγρ. οὖτος) Ἀριστ. Ἠθ. Ε. 7. 12, 12· ἀλλά, ἄλλος οὗτος Ἡρακλῆς, δεύτερος Ἡρακλῆς, Παροιμιογρ. ― Ἡ κλητ. Ἡράκλεις εἶνε συχνάκις ἐπιφώνημα θαυμασμοῦ, ὀργῆς ἢ δυσαρεσκείας, ὡς τὸ Λατιν. Hercle, Mehercle, Ἀριστοφ. Ἀχ. 184, Νεφ. 284. ΙΙ. ὁ κάλλιστος βόλος τῶν κύβων ἐλέγετο Ἡρακλῆς, ὡς καὶ Ἀφροδίτη καὶ Μίδας· πρβλ. ἀστράγαλος. Τὸ α ἐν τῇ β΄ συλλαβῇ εἶναι βραχύ, ἂν καὶ οἱ Ἐπ. ἔχουσιν αὐτὸ καὶ ὡς θέσει μακρόν· καὶ οὕτως ὁ Εὐρ., ἴδε Πόρσ. Μηδ. 675. Ὁ Σοφ. ἔχει Ἡρᾰκλέους μετὰ συνιζήσεως τῶν τελευταίων συλλαβῶν, Τρῳ. 406, Φ. 943· καὶ ἐν Τρῳ. 233, 476, Ἀριστοφ. Θεσμ. 26, Ἡρακλέα εἶνε τρισύλλ..

French (Bailly abrégé)

ion. et poét. c. Ἡρακλῆς.

English (Slater)

Ἡρακλέης (-έης, -έος, -έος, -εῖ, -ῆι, -έα, -εες.)
   a personalia. son of Zeus, τῷ (Ἀμφιτρύωνι) ὄψιν ἐειδόμενος ἀθανάτων βασιλεὺς αὐλὰν ἐσῆλθεν σπέρμ' ἀδείμαντον φέρων Ἡρακλέος (N. 10.17), cf. (O. 10.44), (P. 9.84), (I. 7.7) ἥρως θεός (N. 3.22) ἀνήρ (I. 4.53) son of Alkmena, σὺν Ἡρακλέος ἀριστογόνῳ ματρὶ (P. 11.3) descendant of Alkaios, Ἡρακλέης, σεμνὸν θάλος Ἀλκαιδᾶν (O. 6.68), cf. Probus ad Virg., Ecl. 7. 61, initio Alcidem nominatum post Herculem — ab Hera —, quod eius imperiis opinionem famamque virtutis sit consecutus fr. 291. married to Hebe in Olympos (N. 10.18) v. also Ἀλκμήνα, Ἀμφιτρυωνιάδας, Ἥβα.
   b as family hero. progenitor of the Eratidai through his son Tlepolemos, Ἡρακλέος εὐρυσθενεῖ γέννᾳ (O. 7.22) progenitor of the Herakleidai, ὀλβία Λακεδαίμων, μάκαιρα Θεσσαλία. πατρὸς δ ἀμφοτέραις ἐξ ἑνὸς ἀριστομάχου γένος Ἡρακλέος βασιλεύει (P. 10.3) Λακεδαίμονι ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ ἔνασσεν (sc. Ἀπόλλων) ἀλκάεντας Ἡρακλέος ἑκγόνους Αἰγιμιοῦ τε (P. 5.71)
   c patron and founder. founder of the Olympiad Ὀλυμπιάδα δ' ἔστασεν Ἡρακλέης ἀκρόθινα πολέμου (O. 2.3) κραίνων ἐφετμὰς Ἡρακλέος προτέρας ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας Αἰτωλὸς ἀνήρ (O. 3.11) θρασυμάχανος Ἡρακλέης πατρὶ ἑορτάν τε κτίσῃ πλειστόμβροτον τεθμόν τε μέγιστον ἀέθλων (O. 6.68) ὕπατον δ' ἔσχεν Πίσα Ἡρακλέος τεθμόν (N. 10.33) πενταετηρίδ' ἑορτὰν Ἡρακλέος τέθμιον κωμάσαις (N. 11.27) cf. (O. 10.22) ff. patron of Thebes, Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν (N. 4.24), cf. fr. 29. 4. patron of games, ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεῖ διέποντι θάλειαν (sc. Διόσκουροι) (N. 10.53) connected with Tiryns (O. 10.31), (I. 6.28)
   d his adventures and fame. fights Poseidon, Apollo, Hades, Ἡρακλέης σκύταλον τίναξε χερσίν (O. 9.30) kills Kteatos and Eurytos (O. 10.27) ff. kills Moliones and destroys the city of Augeas, δάμασε καὶ κείνους Ἡρακλέης (O. 10.30) is defeated by Kyknos, τράπε δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα (O. 10.16) Hera attempts to kill him, ἐγὼ δ' Ἡρακλέος ἀντέχομαι προφρόνως (N. 1.33) ff., cf. Πα. 20. friend and companion of the Aiakidai, τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον, καὶ σὺν Ἀτρείδαις (Tricl.: Ἡρακλεῖ codd.) (I. 5.37), cf. (I. 6.27) —31, fr. 172, (N. 4.25) ff. Ἡράκλεες, σέο δὲ προπράον' ἔμμεν ξεῖνον ἀδελφεόν τ (sc. Αἰακόν) (N. 7.86) πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ (= Τελαμῶνι) Μερόπων ἔθνεα καὶ τὸν βουβόταν Ἀλκυονῆ, σφετέρας δ' οὐ φείσατο χερσὶν βαρυφθόγγοιο νευρᾶς Ἡρακλέης (I. 6.35) cf. (N. 4.26) —7, test. fr. 33a. fights Geryon and Diomedes at behest of Eurystheus (O. 3.28), fr. 81. τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος fr. 169. 5. his journey to the west, κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος ἥρως θεὸς ἃς ἔθηκε ναυτιλίας ἐσχάτας μάρτυρας κλυτάς (N. 3.21) Ἡρακλέος σταλᾶν (O. 3.44) v. test. fr. 256, (I. 4.12) his general fame, κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει (P. 9.87) τὸ πάντολμον σθένος Ἡρακλέος ὑμνήσομεν fr. 29. 4. for accounts of his exploits v. (O. 10.24) ff., (N. 1.61) ff., (N. 3.22) ff., (I. 6.27) ff.
   e test. Quint., Inst., 8. 6. 71, Hercules impetum adversus Meropas qui in insula Coo dicuntur habitasse non igni nec ventis nec mari sed fulmini similem fuisse fr. 33a Snell, = fr. 50 Schr. Strabo, 2. 91. 7, ὥς φησιν ἐν τοῖς ὕμνοις Πίνδαρος οἱ μεθ' Ἡρακλέους ἐκ Τροίας πλέοντες διὰ παρθένιον Ἕλλας πορθμόν, ἐπεὶ τῷ Μυρτῴῳ συνῆψαν, ἐς Κῶν ἐπαλινδρόμησαν Ζεφύρου ἀντιπνεύσαντος fr. 33a Snell, = fr. 51 Schr. Corp. Paroem. Gr., Supp. 1, p. 61 Ἡράκλειος ψώρα· ἐπὶ τῶν Ἡρακλείων λουτρῶν δεομένων καὶ θεραπείας. Ἀθηνᾶ γὰρ τῷ Ἡρακλεῖ πολλαχοῦ ἀνῆκε θερμὰ λουτάρια καὶ ἀνάπαυλαν τῶν πόνων ὡς μαρτυρεῖ καὶ Πίνδαρος ἐν Ὕμνοις fr. 51e. Σ Hom. Φ 1, Ἡρακλῆς εἰς Ἅιδου κατελθὼν ἐπὶ τὸν Κέρβερον κ. τ. ἑ. fr. 294a, cf. titulum Δ. 2. Philostr., Imag. 2. 24, Ἡρακλῆς εἰς τὴν τοῦ Κορωνοῦ στέγην ἀφικόμενος σιτεῖται βοῦν ὅλον fr. 168a. Strabo, 3. 5. 5, εἰς πύλας Γαδειρίδας ὑστάτας ἀφῖχθαι τὸν Ἡρακλέα (verba εἰς πύλας Γαδειρίδας Pindaro tribuuntur) fr. 256.
   f frag. ]Ἡρακλέης fr. 140a. 51 (26). ]Ἡρακλέος εξα[ fr. 169. 42.

Spanish

Heracles

Greek Monotonic

Ἡρακλέης: συνηρ. Ἡρᾰ-κλῆς, ὁ, Αττ. γεν. Ἡρακλέους, δοτ. Ἡρακλέεϊ, αιτ. Ἡρακλέᾱ, κλητ. Ἡράκλεες, -εις, Ιων. και Επικ. Ἡρακλῆος, -κλῆι, -κλῆα· οι Αττικοί τύποι συντέμνονται ακόμη περισσότερο, Ἡρακλέος, Ἡρακλέΐ, Ἡρακλέᾰ και Ἡρακλῆ· ανώμ. αιτ. Ἡρακλέην· ο Ηρακλής, Λατ. Hercules, γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο πιο δημοφιλής από τους Έλληνες ήρωες, σε Όμηρ. κ.λπ. (το όνομά του υποδηλώνει «τη δόξα της Ήρας», το Ἥρας κλέος, από τη δόξα που εκείνη απέκτησε κατά τη γέννησή του).

Russian (Dvoretsky)

Ἡρᾱκλῆς: έους, ион. Ἡρᾰκλέης, ῆος (реже ᾱ) ὁ Геракл, «прославившийся благодаря Гере» (неутомимо преследовавшей его от колыбели до мучительного самосожжения на горе Эта; первоначальное имя его было Ἀλκείδης или Ἀλκαῖος «богатырь», и лишь оракул, приказавший ему поступить на службу к Эврисфею, назвал его впервые Ἡ. - лат. Hercules; сын Зевса и Алкмены, главный герой греческой мифологии; по требованию мужа Алкмены Амфитриона, убоявшегося его необычайной силы, отправляется пасти стада; в награду за освобождение Фив от дани Орхомену получает в жены дочь фиванского царя Креонта, Мегару, в припадке безумия убивает жену и детей, во искупление чего поступает на тяжелую службу к царю Тиринфа или Микен, Эврисфею, по требованию которого выполняет «двенадцать подвигов»: 1. освобождение страны от Немейского льва; 2. уничтожение Лернейской гидры; 3. поимка Эриманфского вепря; 4. поимка златорогой Керинейской лани; 5. истребление чудовищных птиц озера Стимфала; 6. поражение царицы амазонок Гипполиты; 7. очистка конюшен царя эпеев Авгия; 8. поимка Критского быка; 9. угон кобылиц царя бистонов Диомеда; 10. захват быков трехтелого Гериона; 11. похищение трех золотых яблок Гесперид; 12. привод подземного трехглавого пса Кербера; выполняя эти основные подвиги, он совершает и ряд второстепенных - так наз. Πάρεργα: поражение Кентавров, спасение дочери Лаомедонта Гесионы, убийство разбойника Кака, удушение Антея и проч.; женившись на дочери царя Энея в Этолии, Деианире, он направляется с ней в Тиранф; погибает он мучительной смертью, добровольно сжигая себя на костре, чтобы избавиться от страданий, которые невольно причинила ему Деианира, послав ему одежду, пропитанную отравленной кровью кентавра Несса; после смерти он был взят на Олимп, где сама Гера примирилась с ним, выдав за него свою дочь Гебу; на земле его чтили преимущественно как охранителя дорог и защитника путников - Ἡ. ἡγεμών, как покровителя гимнических искусств - ἐναγώνιος, παλαίμων; его эпитеты у Hom.: θρασυμέμνων «мужественный», θυμολέων «обладающий львиной отвагой», κρατερόφρων «неустрашимый» и θεῖος «божественный»; именем его клялась как именем бога): νὴ или μὰ τὸν Ἡρακλέα! Arph. etc. да или нет, клянусь Гераклом!

Middle Liddell


Heracles, Lat. Hercules, son of Zeus and Alcmena, the most famous of the Greek heroes, Hom., etc. (The name signifies Hera's glory, Ἥρας κλέος, from the power she obtained over him at birth.)

Wikipedia EN

Heracles (/ˈhɛrəkliːz/ HERR-ə-kleez; Greek: Ἡρακλῆς, Hēraklês, Glory/Pride of Hēra, "Hera"), born Alcaeus (Ἀλκαῖος, Alkaios) (/ælˈsiːəs/) or Alcides (Ἀλκείδης, Alkeidēs) (/ælˈsaɪdiːz/) was a divine hero in Greek mythology, the son of Zeus and Alcmene, foster son of Amphitryon. He was a great-grandson and half-brother (as they are both sired by the god Zeus) of Perseus. He was the greatest of the Greek heroes, a paragon of masculinity, the ancestor of royal clans who claimed to be Heracleidae (Ἡρακλεῖδαι), and a champion of the Olympian order against chthonic monsters. In Rome and the modern West, he is known as Hercules, with whom the later Roman emperors, in particular Commodus and Maximian, often identified themselves. The Romans adopted the Greek version of his life and works essentially unchanged, but added anecdotal detail of their own, some of it linking the hero with the geography of the Central Mediterranean. Details of his cult were adapted to Rome as well.

Wikipedia EL

Antonio del Pollaiolo - Ercole e l'Idra e Ercole e Anteo - Google Art Project

Ο Ηρακλής ή Αλκαίος ή Αλκείδης (αρχ.ελλην.: Ἡρακλῆς) ήταν αρχαίος μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Γεννήθηκε στη Θήβα και ήταν γιος του Δία και της Αλκμήνης, κόρης της Αναξώς, κόρης του Αλκαίου (γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας) και της Αστυδάμειας.

Wikipedia DE

Herakles oder Herkules (altgriechisch Ἡρακλῆς, Herakles, sinngemäß „der sich an Hera Ruhm erwarb“; lateinisch Hercules) ist ein für seine Stärke berühmter griechischer Heros, dem göttliche Ehren zukamen und der in den Olymp aufgenommen wurde.

Seine Attribute sind das Fell des Nemeischen Löwen, Keule, Bogen und Köcher.

Um Herakles ranken sich diverse Sagen. Demnach war er der Sohn des Zeus und der Alkmene, Zwillingsbruder des Iphikles, erster Gatte der Megara, zweiter Gatte der Omphale, Gatte der Deïaneira und der Auge und nach seinem Tode Gatte der Göttin Hebe, außerdem Geliebter der Iole und des Abderos und Vater zahlreicher Kinder. Herakles war Vetter und Freund des Oionos, Urgroßvater des Hippotes und des Deiphontes und Vorfahre des Polyphontes. Sein Ziehvater ist Amphitryon. Über die Genealogie seiner Mutter gehört er zum Geschlecht der Perseiden.

Neben dieser Hauptform gab es in der Antike noch eine weitere Auffassung des Herakles, die in ihm den ältesten der Brüder, die unter dem Namen der kretischen Daktylen bekannt waren, sah. Dieser Herakles Idaios war der Begründer der Olympischen Spiele.

Wikipedia FR

Héraclès (en grec ancien Ἡρακλῆς / Hêraklễs, signifiant « Gloire d'Héra »), de son premier nom Alcide, fils de Zeus et d’Alcmène, est l'un des héros les plus vénérés de la Grèce antique. La mythologie grecque lui prête un très grand nombre d’aventures qui le voient voyager à travers le monde connu des Doriens puis dans toute la Méditerranée, à partir de l’expansion de la Grande-Grèce, jusqu’aux Enfers. Les plus célèbres de ses exploits sont les douze travaux. Il est mentionné dans la littérature grecque dès Homère.

Héraclès correspond à l’Hercule de la mythologie romaine, au Melkart phénicien, à l'Hercle étrusque et au Kakasbos en Asie Mineure. L’Hercule des Romains est parfois dépeint comme moins violent que son alter ego grec dans les récits où il intervient et connaît quelques aventures se déroulant spécifiquement en Italie.

Wikipedia IT

Eracle (in greco antico: Ἡρακλῆς, Heraklês, composto da Ἥρα, Era, e κλέος, "gloria", quindi "gloria di Era") è un eroe e semidio della mitologia greca, corrispondente alla figura della mitologia etrusca Hercle e a quella della mitologia romana Ercole. Figlio di Alcmena e di Zeus, egli nacque a Tebe ed era dotato di una forza sovrumana. Il patronimico poetico che lo definisce è Alcide, derivante da Alceo, suo nonno paterno putativo.

Translations

af: Herakles; als: Herakles; am: ሄራክሌስ; ar: هرقل; ast: Heracles; az: Herakl; bar: Herakles; ba: Геракл; be_x_old: Гэракл; be: Геракл; bg: Херакъл; br: Herakles; bs: Heraklo; ca: Hèracles; cs: Héraklés; cv: Геракл; cy: Heracles; da: Herakles; de: Herakles; el: Ηρακλής; en: Heracles; eo: Heraklo; es: Heracles; et: Herakles; eu: Herakles; fa: هرکول; fi: Herakles; fr: Héraclès; ga: Earcail; he: הרקולס; hr: Heraklo; hu: Héraklész; hy: Հերակլես; id: Herakles; is: Herakles; it: Eracle; ja: ヘーラクレース; ka: ჰერაკლე; kk: Геракл; ko: 헤라클레스; ky: Геракл; lb: Herakles; lt: Heraklis; lv: Hērakls; mg: Héraclès; mk: Херакле; ml: ഹെരാക്ലീസ്; nl: Herakles; no: Herakles; nrm: Hèrtchule; oc: Eracles; pl: Herakles; pms: Éracle; pt: Héracles; ro: Heracle; ru: Геракл; sco: Heracles; sh: Heraklo; simple: Herakles; sk: Herakles; sl: Heraklej; sq: Herakliu; sr: Херакле; sv: Herakles; te: హెరాకిల్స్; tg: Геракл; th: เฮราคลีส; tr: Herakles; tyv: Геркулес; uk: Геракл; uz: Gerakl; vep: Gerakl; vi: Heracles; war: Heracles; wuu: 赫拉克勒斯; xmf: ჰერაკლე; zh_min_nan: Heracles; zh_yue: 海格力斯; zh: 赫拉克勒斯