Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἡρακλέης

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: Ἡρακλέης Medium diacritics: Ἡρακλέης Low diacritics: Ηρακλέης Capitals: ΗΡΑΚΛΕΗΣ
Transliteration A: Hērakléēs Transliteration B: Hērakleēs Transliteration C: Irakleis Beta Code: *(hrakle/hs

English (LSJ)

contr. Ἡρακλῆς, ὁ, the former in Ep., Pi., Hdt., and E. Heracl.210, Ion1144, HF924; the latter also in E., S., and Att. Prose: the orig. forms of the obl. cases Ἡρακλέεος, -κλέεϊ, -κλέεᾰ nowhere appear in use; but in Att. the contracted forms

   A Ἡρακλέους Ar. Nu.1050, Ἡρακλέει E.Heracl.8,988, Ar.Av.567, Ἡρακλέᾱ Id.V.757 (anap.) (also in h.Hom.15.1, Hes.Sc.448, Theoc.24.1); in Ion. and Ep., Ἡρακλῆος, -κλῆϊ, -κλῆα (-κλῆϊ Pi.I.5(4).37, -κλῆος dub. in E. Heracl.541):—these forms are still further shortd., Ἡρακλέος Hdt.2.42 (v.l. -έους), Pi.O.3.44 (scanned -- P.10.3), E.HF806 (lyr.), Ἡρακλέῖ Hdt.2.145, Theoc.25.71; Ἡρακλέᾰ Hdt.2.42 sq., Pi.O.10(11).16, AP9.391 (Diotim. or Call.) (scanned -- S.Tr.233, Ar.Th.26); again contr. Ἡρᾰκλῆ S.Tr.476 cod. A, interpol. in Pl.Phd.89c, Ael. VH1.24; Ἡρακλεῖ B.8.9, Th.7.73: irreg. acc. Ἡρακλέην A.R.2.767, dub.l. in Theoc.13.73; contr. Ἡρακλῆν v.l. in Paus.8.31.3 and Epigr. ap.Alcid.Od.24, BGU166.12 (ii A.D.): voc. Ἡράκλεες Archil.119, Pi. N.7.86, E.HF175; Att. Ἡράκλεις Pl.Euthd.303a, etc., later Ἥρακλες Orph.H.12.1 [ᾰ], AP9.468 [ᾱ], Gramm. ap. Lib.Ep.255: pl. Ἡρακλέες Pl.Tht.169b (but Ἡρακλεῖς Hdn.Gr.1.424), acc. -έας Ar.Pax 741: dual Ηρακλέε Philostr.VA5.5: (Ἥρα, κλέος):—Heracles, Il.14.266, etc.; Ἡρακλέος στᾶλαι (v. Ἡράκλειος), prov. of going to the farthest point, Pi.O.3.44; Ἡρακλέους ὀργήν τιν' ἔχων a temper like Heracles, Ar.V.1030, Pax752; prov. of close friendship, ἄλλος Ἡρακλῆς, ἄλλος αὐτός (Mss. οὗτος) Arist.EE1245a30; but ἄλλος οὗτος Ἡρακλῆς 'a second Heracles', Id.MM1213a13, Varr.Sat.Men.tit.: voc. Ἡράκλεις as an exclamation of surprise, anger, or disgust, Ar.Ach.284, Nu.184.    2 the planet Mars, Arist.Mu..392a25, Ach. Tat.Intr.Arat.17. [ᾰ, long by position in Ep. and E., as Heracl. 123.]

Greek (Liddell-Scott)

Ἡρακλέης: συνῃρ. -κλῆς, ὁ, τὸ πρῶτον παρ’ Ἐπικοῖς, Πίνδ., Ἡρόδ. καὶ Εὐρ. Ἡρακλ. 210, Ἴωνι 1144, Ἡρ. Μαιν. 924· τὸ δεύτερον ὡσαύτως παρ’ Εὐρ., Σοφ., καὶ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττ.· οἱ ἀρχικοὶ τύποι τῶν πλαγ. πτώσεων Ἡρακλέεος, -κλέεϊ, -κλέεᾰ οὐδαμοῦ φαίνονται εὔχρηστοι· ἀλλὰ παρ’ Ἀττ. οἱ συντετμ. τύποι Ἡρᾰκλέους, Ἡρακλέει, Εὐρ. Ἡρακλ. 8. 988, Ἀριστοφ. Ὄρν. 567, Ἡρακλέᾱ (ὡσαύτως ἐν Ὕμν. Ὁμ. 14. 1, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 448, Θεοκρ. 24. 1)· παρ’ Ἴωσι καὶ Ἐπ., Ἡρακλῆος, -κλῆι, -κλῆα, (ὡσαύτως παρὰ Πινδ. Ι. 5 (4). 47, Εὐρ. Ἡρακλ. 541)· ― οἱ τύποι οὗτοι ἔτι μᾶλλον συντέμνονται, Ἡρακλέος Ἡρόδ. 2. 42 κἑξ., Πίνδ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 806, Θεόκρ.· Ἡρακλέϊ Ἡρόδ. 1. 145· Ἡρακλέᾰ ὁ αὐτ. 2. 42 κἑξ., Πίνδ. Ο. 10 (11). 20, Καλλ. Ἐπ. 65. 5· καὶ ἀκολούθως πάλιν συνῃρ., Ἡρακλεῦς, Πίνδ. Π. 10. 4· ― ἀνώμαλ. αἰτ. Ἡρακλέην Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 767· ― κλητ. Ἡράκλεες Ἀρχίλ. 106, Πίνδ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 175· παρ’ Ἀττικ. Ἡράκλεις καὶ παρὰ μεταγ. Ἥρακλες, Λοβ. Φρυν. 640· ἴδε κατωτ. ― Πληθ. Ἡρακλέες σπάνιος, π. χ. Πλάτ. Θεαιτ. 169Β, -έας Ἀριστοφ. Εἰρ. 741· δυϊκ. Ἡρακλέε Φιλόστρ. 190. Ὁ Ἡρακλῆς, Λατ. Hercules, υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ὁ περιφημότατος τῶν Ἑλλήνων ἡρώων, Ὅμ. κλ.· κατὰ τοὺς παλαιοὺς ὠνομάσθη Ἡρ. ὅτι διὰ τὴν Ἥραν κλέος ἔσχε· ― Ἡρακλέους στῆλαι (ἴδε ἐν λ. Ἡράκλειος), παροιμιῶδες ἐπὶ τῶν πορευομένων εἰς τὸ ἔσχατον ἄκρον, Πίνδ. Ο. 3. 79, Ι. 4. 20 (3. 30)· Ἡρακλέους ὀργήν τιν’ ἔχειν, διάθεσιν ἢ φιλοδοξίαν Ἡρακλέους, Ἀριστοφ. Σφηξ. 1030, Εἰρ. 752· παροιμία ἐπὶ στενῆς φιλίας, ἄλλος Ἡρακλῆς, ἄλλος αὐτὸς (τὰ χειρόγρ. οὖτος) Ἀριστ. Ἠθ. Ε. 7. 12, 12· ἀλλά, ἄλλος οὗτος Ἡρακλῆς, δεύτερος Ἡρακλῆς, Παροιμιογρ. ― Ἡ κλητ. Ἡράκλεις εἶνε συχνάκις ἐπιφώνημα θαυμασμοῦ, ὀργῆς ἢ δυσαρεσκείας, ὡς τὸ Λατιν. Hercle, Mehercle, Ἀριστοφ. Ἀχ. 184, Νεφ. 284. ΙΙ. ὁ κάλλιστος βόλος τῶν κύβων ἐλέγετο Ἡρακλῆς, ὡς καὶ Ἀφροδίτη καὶ Μίδας· πρβλ. ἀστράγαλος. Τὸ α ἐν τῇ β΄ συλλαβῇ εἶναι βραχύ, ἂν καὶ οἱ Ἐπ. ἔχουσιν αὐτὸ καὶ ὡς θέσει μακρόν· καὶ οὕτως ὁ Εὐρ., ἴδε Πόρσ. Μηδ. 675. Ὁ Σοφ. ἔχει Ἡρᾰκλέους μετὰ συνιζήσεως τῶν τελευταίων συλλαβῶν, Τρῳ. 406, Φ. 943· καὶ ἐν Τρῳ. 233, 476, Ἀριστοφ. Θεσμ. 26, Ἡρακλέα εἶνε τρισύλλ..

French (Bailly abrégé)

ion. et poét. c. Ἡρακλῆς.

English (Slater)

Ἡρακλέης (-έης, -έος, -έος, -εῖ, -ῆι, -έα, -εες.)
   a personalia. son of Zeus, τῷ (Ἀμφιτρύωνι) ὄψιν ἐειδόμενος ἀθανάτων βασιλεὺς αὐλὰν ἐσῆλθεν σπέρμ' ἀδείμαντον φέρων Ἡρακλέος (N. 10.17), cf. (O. 10.44), (P. 9.84), (I. 7.7) ἥρως θεός (N. 3.22) ἀνήρ (I. 4.53) son of Alkmena, σὺν Ἡρακλέος ἀριστογόνῳ ματρὶ (P. 11.3) descendant of Alkaios, Ἡρακλέης, σεμνὸν θάλος Ἀλκαιδᾶν (O. 6.68), cf. Probus ad Virg., Ecl. 7. 61, initio Alcidem nominatum post Herculem — ab Hera —, quod eius imperiis opinionem famamque virtutis sit consecutus fr. 291. married to Hebe in Olympos (N. 10.18) v. also Ἀλκμήνα, Ἀμφιτρυωνιάδας, Ἥβα.
   b as family hero. progenitor of the Eratidai through his son Tlepolemos, Ἡρακλέος εὐρυσθενεῖ γέννᾳ (O. 7.22) progenitor of the Herakleidai, ὀλβία Λακεδαίμων, μάκαιρα Θεσσαλία. πατρὸς δ ἀμφοτέραις ἐξ ἑνὸς ἀριστομάχου γένος Ἡρακλέος βασιλεύει (P. 10.3) Λακεδαίμονι ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ ἔνασσεν (sc. Ἀπόλλων) ἀλκάεντας Ἡρακλέος ἑκγόνους Αἰγιμιοῦ τε (P. 5.71)
   c patron and founder. founder of the Olympiad Ὀλυμπιάδα δ' ἔστασεν Ἡρακλέης ἀκρόθινα πολέμου (O. 2.3) κραίνων ἐφετμὰς Ἡρακλέος προτέρας ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας Αἰτωλὸς ἀνήρ (O. 3.11) θρασυμάχανος Ἡρακλέης πατρὶ ἑορτάν τε κτίσῃ πλειστόμβροτον τεθμόν τε μέγιστον ἀέθλων (O. 6.68) ὕπατον δ' ἔσχεν Πίσα Ἡρακλέος τεθμόν (N. 10.33) πενταετηρίδ' ἑορτὰν Ἡρακλέος τέθμιον κωμάσαις (N. 11.27) cf. (O. 10.22) ff. patron of Thebes, Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν (N. 4.24), cf. fr. 29. 4. patron of games, ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεῖ διέποντι θάλειαν (sc. Διόσκουροι) (N. 10.53) connected with Tiryns (O. 10.31), (I. 6.28)
   d his adventures and fame. fights Poseidon, Apollo, Hades, Ἡρακλέης σκύταλον τίναξε χερσίν (O. 9.30) kills Kteatos and Eurytos (O. 10.27) ff. kills Moliones and destroys the city of Augeas, δάμασε καὶ κείνους Ἡρακλέης (O. 10.30) is defeated by Kyknos, τράπε δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα (O. 10.16) Hera attempts to kill him, ἐγὼ δ' Ἡρακλέος ἀντέχομαι προφρόνως (N. 1.33) ff., cf. Πα. 20. friend and companion of the Aiakidai, τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον, καὶ σὺν Ἀτρείδαις (Tricl.: Ἡρακλεῖ codd.) (I. 5.37), cf. (I. 6.27) —31, fr. 172, (N. 4.25) ff. Ἡράκλεες, σέο δὲ προπράον' ἔμμεν ξεῖνον ἀδελφεόν τ (sc. Αἰακόν) (N. 7.86) πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ (= Τελαμῶνι) Μερόπων ἔθνεα καὶ τὸν βουβόταν Ἀλκυονῆ, σφετέρας δ' οὐ φείσατο χερσὶν βαρυφθόγγοιο νευρᾶς Ἡρακλέης (I. 6.35) cf. (N. 4.26) —7, test. fr. 33a. fights Geryon and Diomedes at behest of Eurystheus (O. 3.28), fr. 81. τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος fr. 169. 5. his journey to the west, κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος ἥρως θεὸς ἃς ἔθηκε ναυτιλίας ἐσχάτας μάρτυρας κλυτάς (N. 3.21) Ἡρακλέος σταλᾶν (O. 3.44) v. test. fr. 256, (I. 4.12) his general fame, κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει (P. 9.87) τὸ πάντολμον σθένος Ἡρακλέος ὑμνήσομεν fr. 29. 4. for accounts of his exploits v. (O. 10.24) ff., (N. 1.61) ff., (N. 3.22) ff., (I. 6.27) ff.
   e test. Quint., Inst., 8. 6. 71, Hercules impetum adversus Meropas qui in insula Coo dicuntur habitasse non igni nec ventis nec mari sed fulmini similem fuisse fr. 33a Snell, = fr. 50 Schr. Strabo, 2. 91. 7, ὥς φησιν ἐν τοῖς ὕμνοις Πίνδαρος οἱ μεθ' Ἡρακλέους ἐκ Τροίας πλέοντες διὰ παρθένιον Ἕλλας πορθμόν, ἐπεὶ τῷ Μυρτῴῳ συνῆψαν, ἐς Κῶν ἐπαλινδρόμησαν Ζεφύρου ἀντιπνεύσαντος fr. 33a Snell, = fr. 51 Schr. Corp. Paroem. Gr., Supp. 1, p. 61 Ἡράκλειος ψώρα· ἐπὶ τῶν Ἡρακλείων λουτρῶν δεομένων καὶ θεραπείας. Ἀθηνᾶ γὰρ τῷ Ἡρακλεῖ πολλαχοῦ ἀνῆκε θερμὰ λουτάρια καὶ ἀνάπαυλαν τῶν πόνων ὡς μαρτυρεῖ καὶ Πίνδαρος ἐν Ὕμνοις fr. 51e. Σ Hom. Φ 1, Ἡρακλῆς εἰς Ἅιδου κατελθὼν ἐπὶ τὸν Κέρβερον κ. τ. ἑ. fr. 294a, cf. titulum Δ. 2. Philostr., Imag. 2. 24, Ἡρακλῆς εἰς τὴν τοῦ Κορωνοῦ στέγην ἀφικόμενος σιτεῖται βοῦν ὅλον fr. 168a. Strabo, 3. 5. 5, εἰς πύλας Γαδειρίδας ὑστάτας ἀφῖχθαι τὸν Ἡρακλέα (verba εἰς πύλας Γαδειρίδας Pindaro tribuuntur) fr. 256.
   f frag. ]Ἡρακλέης fr. 140a. 51 (26). ]Ἡρακλέος εξα[ fr. 169. 42.

Spanish

Heracles

Greek Monotonic

Ἡρακλέης: συνηρ. Ἡρᾰ-κλῆς, ὁ, Αττ. γεν. Ἡρακλέους, δοτ. Ἡρακλέεϊ, αιτ. Ἡρακλέᾱ, κλητ. Ἡράκλεες, -εις, Ιων. και Επικ. Ἡρακλῆος, -κλῆι, -κλῆα· οι Αττικοί τύποι συντέμνονται ακόμη περισσότερο, Ἡρακλέος, Ἡρακλέΐ, Ἡρακλέᾰ και Ἡρακλῆ· ανώμ. αιτ. Ἡρακλέην· ο Ηρακλής, Λατ. Hercules, γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο πιο δημοφιλής από τους Έλληνες ήρωες, σε Όμηρ. κ.λπ. (το όνομά του υποδηλώνει «τη δόξα της Ήρας», το Ἥρας κλέος, από τη δόξα που εκείνη απέκτησε κατά τη γέννησή του).

Russian (Dvoretsky)

Ἡρᾰκλέης: ῆῶς ὁ Pind., Her. etc. = Ἡρακλῆς.

Middle Liddell


Heracles, Lat. Hercules, son of Zeus and Alcmena, the most famous of the Greek heroes, Hom., etc. (The name signifies Hera's glory, Ἥρας κλέος, from the power she obtained over him at birth.)