Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλώσκω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: βλώσκω Medium diacritics: βλώσκω Low diacritics: βλώσκω Capitals: ΒΛΩΣΚΩ
Transliteration A: blṓskō Transliteration B: blōskō Transliteration C: vlosko Beta Code: blw/skw

English (LSJ)

Nic. Th.450, (κατα-, προ-) Od.16.466, 21.239: fut.

   A μολοῦμαι A.Pr.689 (lyr.), S.OC1742 (lyr.): aor. 2 ἔμολον Pi.O.14.18, etc., Ep. μόλον (ἐκ-, προ-) Il.11.604, Od. 15.468, freq. in Trag., also Dor. (as aor. of pres. ἕρπω 'go') IG4.952.14 (Epid.), SIG558.26 (Ithaca), and sts. in Prose, X.An.7.1.33, Plb.30.9.5, Plu.Cleom.38; imper. μόλε Cratin.111: pf. μέμβλωκα Od.17.190, E.Rh.629; part. -κώς Call.Aet.1.1.7 (cf. βέβλωκεν· ἠρεμεῖ, φύεται, Hsch.): later fut. βλάξω (κατα-) Lyc.1068: aor.1 ἔβλωξα Id.448, 1327: aor. 2 ἔβλω· ᾤχετο, Hsch., cf. μολέω:—go or come, mostly Poet. in aor. 2, δεῦρο μολόντες Od.3.44; μολοῦσα ποτὶ μέγαρ' ll.6.286; of Time, πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς 24.781; μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ has passed, Od.17.190; ὅτε τὸ κύριον μόλῃ A.Ag.766 (lyr.): freq. with Preps., μολεῖν εἰς οἴκους, ἐπὶ δόμον, S.OT1010, E.Or.176 (lyr.); πρὸς χθόνα S.Ph.479; ἀπὸ Στρυμόνος, ἐκ Διός, A.Ag.192 (lyr.), Pr.667; κατὰ γαίας E.Alc. 107 (lyr.): c. acc. only, ἔμολεν Ἥρας λαόν Pi.N.10.36; γῆν μολόντες Ἑλλάδα A. Pers.809, cf. Ag.968, Supp.239, S.Ph.1332, E.Rh.289; πρὶν φάος μολεῖν χθόνα ib.223; ἥβης τέλος μ. Id.Med.921, cf. IT1421: c. dat. pers., μηδέ μοι… θάνατος μόλοι Sol.21, cf. S.OC70, Ant.233, etc.; δι' ἔχθρας μ. τινί, διὰ μάχης μολεῖν τινί, E.Ph.479, IA1392; εἰς ὕποπτα μ. τινί, = ὑποπτεύειν τινά, Id.El.345.—Rare in Prose (v. supr.); used by Ar. only in lyr. (Av.404, Th.1146, 1155, al.), or in the mouth of a Laconian, Id.Lys.984, cf. Plu.2.220e, 225d (both from Apophth.Lac.).

See also

The phrase molon labe (Ancient Greek μολών λαβέ molṑn labé; reconstructed Ancient Greek pronunciation [molɔːn labé]; Modern Greek pronunciation [moˈlon laˈve]) means "Come and take". It is a classical expression of defiance reportedly spoken by King Leonidas I in response to the Persian army's demand that the Spartans surrender their weapons at the Battle of Thermopylae. It is an exemplary use of a laconic phrase.

The first word, μολών, is the aorist active participle (masculine, nominative, singular) of the Greek verb βλώσκω "to come", meaning "having come". The Root is evidently ΜΟΛ, so that βλώ-σκ-ω is apparently a contraction for μολώ-σκ-ω (the suffix -σκ, being a common specialized present stem inchoative suffix). The form λαβέ is the aorist active imperative (second person singular) of the verb λαμβάνω, translated as "you take" with an emphasis since it is in the imperative form. That is to say, it is better represented in English as, "Take!" (with you singular understood, "you take").

Source: Wikipedia

German (Pape)

[Seite 450] gehen, kommen; das simplex kommt im praes. nur bei sp. D. vor, Nic. Th. 460; aor. βλώξας Lycophr. 448. 1327; fut. μολοῦμαι, aor. ἔμολον, perf. μέμβλωκα s. unter der eigentlichen Stammform μολεῖν. Vgl. προβλώσκω.

Greek (Liddell-Scott)

βλώσκω: Νίκ. Θ. 450, (κατα-, προ-) Ὅμ..: μέλ. μολοῦμαι, Αἰσχ. Πρ. 689, Σοφ. Ο. Κ. 1742: ἀόρ. β΄ ἔμολον, παρ' Ὁμ., Ἀττ. ποιηταῖς καὶ μεταγ. πεζοῖς· προστακτ. μόλε Κρατῖν. Νεμ. 10: πρκμ. μέμβλωκα Ὀδ., Εὐρ. Ρήσ. 629: μεταγεν. μέλ. βλώξω (κατα-) Λυκ. 1068: ἀὀρ. α΄ ἔβλωξα ὁ αὐτ. 448, 1327: ἀόρ. β΄ ἔβλων παρ' Ἡσύχ. (βλώσκω (ὃ ἐ. μλώσκω, ἴδε ἐν λ. βλίττω), μολοῦμαι, μολεῖν εἶναι κατὰ τύπον ἀκριβῶς ὅμοια τοῖς θρώσκω, θοροῦμαι, θορεῖν, καθ᾿ ὅσον αἱ ῥίζαι εἶναι ΜΟΛ-, ΘΟΡ· ἀλλὰ δὲν ἀπαντῶσι τύποι ἐνεστώτων μολέω, θορέω, εἰμὴ παρὰ μεταγεν. ποιηταῖς, Ἰακωψ. Ἀνθ. Π. σ. 27, 609.) Ὑπάγω ἢ ἔρχομαι, ἐν χρήσει τὸ πλεῖστον παρὰ ποιηταῖς κατ' ἀόρ. β΄, δεῦρο μολόντες Ὀδ. Γ. 44· μολοῦσα ποτὶ μέγαρ' Ἰλ. Ζ. 286: ἐπὶ χρόνου, πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠὼς Ω. 781· μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ Ὀδ. Ρ. 190· οὕτω παρὰ Πινδ. καὶ Τραγ., ὅτε τὸ κύριον μόλῃ Αἰσχύλ. Ἀγ. 766· συχνάκις μετὰ προθ., μολεῖν εἰς…, ἐπὶ…, πρὸς…, ἢ ἀπὸ..., ἐξ…· ἀλλ᾿ ὡσαύτως μετὰ μόνης αἰτιατ., ἔμολεν Ἥρας λαὸν Πίνδ. Ν. 10. 66· γῆν μολόντες Ἑλλάδα Αἰσχύλ. Πέρσ. 809, πρβλ. Ἀγ. 968, Ἱκέτ. 239, Σοφ. Φ. 1332, Εὐρ. Ρήσ. 223, 289· ἥβης τέλος μ. Εὐρ. Μηδ. 921, πρβλ. Ι. Τ. 1421· μ. δοτ. προσ., μηδὲ μοι… θάνατος μόλοι Σόλων 1. 5, πρβλ. Σοφ. Ο. Κ. 70, Ἀντ. 233. κτλ.· δι' ἔχθρας μ. τινι, διὰ μάχης μολεῖν τινι (πρβλ. διὰ Α. IV) Εὐρ. Φοιν. 479, Ι. Α. 1392· εἰς ὕποπτα μ. τινι =ὑφορᾶν τινα ὁ αὐτ. Ἠλ. 345· ἐς λόγους μ. τινι ὁ αὐτ. Μηδ. 666. ― Σπάνιον παρὰ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττικῶν, Ξεν. Ἀν. 7. 1, 33· καὶ ἐν χρήσει παρ' Ἀριστοφ. μόνον ἐν τοῖς χορικοῖς (Ὄρν. 404, Θεσμ. 1146, 1155, κτλ.), ἢ ὅταν τις Λάκων ὁμιλῇ, ὁ αὐτ. Λυσ. 984, πρβλ. Πλούτ. 2. 220Ε, 225D.

French (Bailly abrégé)

f. μολοῦμαι, ao. ἔβλωξα, ao.2 ἔμολον, pf. μέμβλωκα;
1 aller, venir : ποτὶ μέγαρ’ IL vers le palais ; avec un acc. seul : γῆν μολόντες Ἐλλάδα ESCHL étant venus sur la terre de Grèce ; διὰ μάχης μολεῖν τινι EUR entrer en lutte avec qqn ; πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς IL avant que ne soit venue la douzième aurore ; μολὼν λαβέ viens les prendre !;
2 s’en aller : δὴ γὰρ μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ OD car voici que la plus grande partie du jour s’est écoulée.
Étymologie: R. Μολ, > prés. *μλώ-σκω > *μβλώ-σκω > βλώσκω ; sur l’insertion du β, v. βλάξ.

English (Autenrieth)

(for μλώσκω, root μολ), aor. 2 ἔμολον, subj. μόλῃ, part. μολών, -οῦσα; perf. μέμβλωκα: go, come.

Spanish (DGE)

• Morfología: [casi siempre poét.; tema de pres. sólo βλώσκοντα Nic.Th.450, ἔβλωσκον SEG 37.340.16 (Mantinea IV a.C.); fut. μολοῦμαι A.Pr.689, S.OC 1742; aor. (ἔ)μολον Il.15.720, 11.173, Od.3.44, 24.335, Pi.O.14.18, ἔβλω Hsch., imperat. μόλε Cratin.118, Ar.Lys.1263, E.Ba.553, subj. 3a plu. μόλωνσι SEG 37.340.18 (Mantinea IV a.C.), sigm. part. βλώξαντες Lyc.448; perf. μέμβλωκα Od.17.190, E.Rh.629, part. μεμβλωκώς Call.Fr.178.7]
I 1en cont. de acercamiento llegar, venir c. prep. o adv. αἱ (νῆες) ... δεῦρο ... μολοῦσαι Il.15.720, cf. Od.3.44, 24.335, A.Pers.529, Ch.766, S.Ant.233, Ar.l.c., ὀπίσω πάλιν οἴκαδ' Pi.N.3.63, βροτῶν θ' ὅστις εἰσάνταν μόλοι B.5.110, ὅτε ἔβλωσκον ἰμ Μαντινέαν SEG 37.340.16 (Mantinea IV a.C.), ἀπὸ Στρυμόνος A.A.192, cf. S.Ai.425, Ar.Lys.984, ἐξ ἁλός B.17.122, ἐκ Διός A.Pr.667, cf. Eu.155, ἐξ οἴκων S.Ph.60, ματρόθεν A.Ch.609, δόμων ἔσω S.El.39, cf. 1403, πόθεν ἔμολον [ἐπί] τίνα τ' ἐπίνοιαν Ar.Au.405, ἐπὶ τᾷ σπουδᾷ τοῦ μολεῖν ποθ' ἁμέ por el esfuerzo de acercarse a nosotros, IM 36.26 (Ítaca III a.C.)
c. ac. de dir. θεῶν μέγαρον B.17.100, χώραν A.Supp.239, cf. 768, ἑστίαν A.A.968, ἄστυ Καδμεῖον S.OT 35, cf. E.Ph.216, Philod.Scarph.29, paród. θέμος θύννου μόλεν ὀπτὸν ἐκεῖθεν Philox.Leuc.(b) 21
c. part. o adj. pred. Ἀσώπιχον ... ἀείδων ἔμολον vine cantando a Asópico Pi.l.c.
en usos casi redundantes, esp. del part. σοὶ φασὶν αὐτὸν ἐς λόγους ἐλθεῖν μολόντ' αἰτεῖν ἀπελθεῖν S.OC 1164, cf. Ant.1208, Call.l.c.
de fuerzas o factores extrahumanos venir, sobrevenir, surgir δράκων en un sueño, Stesich.42, δακέθυμος ἱδρώς Simon.74.6, τίς ὕβρις ἔμολεν; Pratin.3.2, ἔμολε ... Ποινά A.Ch.946, Μοῖρα A.A.1450, cf. 766, S.Ph.738, θάνατος S.Ph.798, Ai.854, ἀκτὶς ἀελίου S.Ant.105, en invocaciones a los dioses μόλε, Λάκαινα Ar.Lys.1297, Th.1155, cf. Cratin.l.c., Pae.Delph.3, Limen.45, Maiist.76, ἀγκαλέω σε μολεῖν Orph.H.18.19, c. dat. de pers. μηδέ μοι ἄκλαυτος θάνατος μόλοι Sol.22.5
abs. εἰ μόλοι στρατός A.A.345, cf. 606, E.El.169, Plu.2.225c, IG 42.122.14 (Epidauro IV a.C.)
c. palabras que indican cómputo del tiempo llegar, venir πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς Il.24.781, cf. Mimn.10.10, E.Alc.1146, μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ Od.17.190, c. ac. de direcc. πρὶν φάος μολεῖν χθόνα E.Rh.223.
2 en cont. de alejamiento ir, llegar c. prep. indicando direcc. hacia ποτὶ μέγαρ' Il.6.286, cf. Pi.Fr.52b.73, E.Andr.119, κεῖθι Hes.Fr.240.10, ἐς ... χθόνα Pi.P.4.77, cf. N.1.36, B.3.30, εἰς ἑπτατειχεῖς ἐξόδους A.Th.284, εἰς οἴκους A.Pers.230, S.OT 1010, ἐς Τροίαν S.Ph.112, Ar.Lys.743, εἰς Κεραστίδα Lyc.l.c., εἰς τὴν πατρίδα Plb.30.9.5, εἰς ᾍδου A.Pr.236, S.OT 1372, Tr.4, Ph.1349, E.HF 344, ξένους λόγους εἰς ἀκοὰν ἐμάν A.l.c., cf. Ch.937, εἰς ὄψιν μολεῖν ponerse ante la vista A.Pers.183, cf. Ch.459, Theodotus SHell.763.2, παρὰ ματέρ' Pi.P.8.85, cf. N.7.34, παρὰ Κασταλίᾳ Pi.N 11.25, πρὸς αὐτὸν Καύκασον A.Pr.719, ἐπὶ κράναν Pi.P.3.68, ἐπὶ δόμον E.Or.176, πρὸς χθόνα S.Ph.479, κατὰ γαίας E.Alc.107, πρὸς δεδειπνηκότα Plu.2.220e
c. ac. de direcc. llegar a γέφυραν A.Pers.736, γῆν μολόντες Ἑλλάδ' A.Pers.809, πεδίον Pi.O.9.71, τὰ Τροίας πεδί' S.Ph.1332, c. ac. de direcc. de pers. ἐπ' Ἀλκμήναν Δανάαν τε μολών Pi.N.10.11
c. dat. de pers., en sent. hostil ir contra οὐ δεῖ τόνδε διὰ μάχης μολεῖν πᾶσιν Ἀργείοις γυναικὸς εἵνεκα E.IA 1392, δι' ἔχθρας τῷδε καὶ φθόνου E.Ph.479, cf. El.345
abs. llegar, ir ὡς τάχος μολοῦσα S.OT 946, ποῖ ἐμόλετε; Plu.Cleom.38, cf. S.OC 1748, en un trabalenguas μόλωμεν αὐτὸ μόλωμεν αὐτομολῶμεν Ar.Eq.26, cf. 20-23, 73, ἔστε δ' ἂν μόλωσιν X.An.7.1.33, cf. Call.Dian.73, Orác. en TAM 3.34A.51
fig. c. ac. de direcc. καρπὸς ἐλαίας ἔμολεν ... τὸν ... λαόν el fruto del olivo (e.d. el triunfo) fue al pueblo Pi.N.10.36, ἥβης τέλος μολεῖν llegar al límite de la juventud E.Med.921, cf. Rhian.71.11.
II sin indicar direcc. marchar, caminar de anim. μολὼν ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ de un león Il.11.173, ὅταν βλώσκοντα καθ' ὕλην δέρκηται (el águila ataca a la serpiente) cuando la ve deslizándose por el bosque Nic.l.c.
gener. αἱ σύριγγες ... μολοῦνται las fístulas avanzarán Hp.Coac.501.

• Etimología: Pres. en -σκ- sobre un tema μλω- de *mleH3- que alterna c. un grado ø en ŏ del aor. ἔμολον. La etim. es dud. aunque se ha rel. c. μέλλω q.u.

Greek Monolingual

βλώσκω (Α)
1. έρχομαι, προχωρώ
2. φρ. α) «εἰς ὕποπτα βλώσκω τινί» — υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κάποιον
β) «διὰ μάχης μαθεῑν τινι» — η εμπλοκή κάποιου σε μάχη. γ) «μολὼν λαβέ» — έλα να τα πάρεις, έλα και πάρε τα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το θ. του ενεστ. βλώσκω < μλώσκω αποτελεί είτε τη συνεσταλμένη βαθμίδα ml- (ή mle∂3-) της μονοσύλλαβης ρίζας mel- «εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι» είτε προέρχεται από τη δισύλλαβη μακροκατάληκτη ρίζα μολō με μηδενισμένη την πρώτη συλλαβή και απαθή τη δεύτερη. Για τον ενεστ. βλώσκω πρβλ. τοχ. Α' mlosk-, mlusk- «φεύγω, δραπετεύω». Για το θ. μολ- του αορ. έμολον (πρβλ. θρώσκω- έθορον κ.ά.) έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις από τις οποίες πιθανότερη φαίνεται ότι είναι η ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας mel-. Στον αόρ. έμολον αντιστοιχεί σλαβ., σερβ. iz-molĩti «δείχνω, παρουσιάζω, εμφανίζω», σλοβ. moliti «τείνω, εκτείνω, προτείνω». Η λ. βλώσκω χρησιμοποιείται κυρίως στον ποιητικό λόγο και σπανίως στον πεζό.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. αποβλώσκω, εκβλώσκω, εκπροβλώσκω, επιπροβλώσκω, καταβλώσκω, παραβλώσκω, προβλώσκω.

Greek Monotonic

βλώσκω: μέλ. μολοῦμαι, αόρ. βʹ ἔμολον, παρακ. μέμβλωκα (αντί μεμόλωκα), πηγαίνω ή έρχομαι, σε Όμηρ., Τραγ. (√ΜΟΛ, με αποτέλεσμα το βλώσκω να τίθεται αντί μολώσκω, μλώσκω· πρβλ. θρῴσκω από √ΘΟΡ).

Russian (Dvoretsky)

βλώσκω: [из *μβλώσκω] (fut. μολοῦμαι, aor. 2 ἔμολον - ион. μόλον, pf. μέμβλωκα, inf. aor. 2 μολεῖν)
1) идти, приходить: μολῶν ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ Hom. явившись темной ночью; πρὶν ἂν τὰ Τροία μόλῃς Soph. прежде чем ты не отправишься на троянские равнины; διὰ μάχης μολεῖν τινι Eur. вступить в бой с кем-л.: πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς Hom. доколе не наступит двенадцатая заря, т. е. на двенадцатый день;
2) уходить: δὴ γὰρ μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ Hom. ибо вот уже миновала большая часть дня.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: go, come (Il.).
Other forms: Aor. μολεῖν, ἔβλω ἐφάνη, ὤχετο, ἔστη; fut. μολοῦμαι (βλῶξαι, βλώξω Lyc.), perf. μέμβλωκα (βέβλωκε ἠρεμεῖ, φύεται H.)
Compounds: κατα-, προ-, ἐκ- etc. αὑτόμολος deserter (Hdt.); ἀγχίμολον (ἦλθε, Il.), old absolutive Wackernagel, Mus. Helv. 1, 226ff.; ἀγχιβλώς ἄρτι παρών H.
Derivatives: προμολή, mostly pl. -αί approach, vestibule (Ar.); - βλῶσις παρουσία H.
Origin: IE [Indo-European] [721] *melh₃- come
Etymology: Pres. βλώσκω < *μλώ-σκω (cf. μολ-εῖν, μέ-μβλω-κα) from *ml̥h₃-sk- is clear. The aor. stem βλω- will have the same origin, with the zero grade from the plural. The nominal forms with -μολ- will have o-grade, *molh₃-. The aor. stem μολ-ε\/ο- is explained from metathesis in *μελο-μ, , < *melh₃-. Harðarson, Wurzelaorist 169f, 224f, also assumes stressed l̥h₃ > ολο, which is doubtful; the existence of a development μλω- (in ἔβλω) beside μολο- is improbable. I would expect *l̥h₃ > αλ, which was replaced by ολ after the predominant o-vocalism. The metathesis is not an independent phonetic development, but part of this process of morphological reorganisation. - Outside Greek perhaps in Slavic, e.g. Serb. iz-mòlīti *let come out, i.e. show, Slov. molíti hinstrecken, hinhalten. - Uncertain Toch. A mlosk-, mlusk- escape (B mlutk ?). - Connection with μέλλω is phonetically improbable (because of the laryngeal), with μολεύω cut off and transplant the shoots of trees is semantically impossible.

Middle Liddell

[The Root is μολ, so that βλώσκω is for μολώσκω, μλώσκω; cf. θρώσκω from !θορ.] μέμβλωκα is for μεμόλωκα]
to go or come, Hom., Trag.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλώσκω [~ μέλλω?] them. aor. ἔμολον ; perf. μέμβλωκα ; fut. med. μολοῦμαι ; poët., gaan, komen; abs..; μολὼν ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ gaand in het holst van de nacht Il. 11.173; ὡς τάχος μολοῦσα zo snel mogelijk gaan Soph. OT 946; van tijd ; πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς voordat de twaalfde dag gekomen is Il. 24.781; μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ de dag is zo goed als voorbij Od. 17.190; ὅτε τὸ … μόλῃ φάος τόκου wanneer de dag van de geboorte gekomen is Aeschl. Ag. 766; meest met richtingbep..; μολοῦσα ποτὶ μέγαρ (α) naar de hal gaand Il. 6.286; δεῦρο μολόντες hierheen komend Od. 3.44; εἰς οἴκους μολεῖν naar huis komen Soph. OT 1010; met acc..; γῆν μολόντες Ἑλλάδ (α) naar het Griekse land komend Aeschl. Pers. 809; overdr. : διὰ μάχης μολεῖν πᾶσιν Ἀργείοις met alle Grieken in conflict raken Eur. IA 1392.