Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαίμονας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (θηλ. δαιμόνισσα, η) (AM δαίμων, ο
Α θηλ. δαίμων, η και δαιμονίς, η)
πονηρό πνεύμα, διάβολος
νεοελλ.
1. (για ανθρώπους) έξυπνος αλλά καταχθόνιος
2. (σε αναφώνηση οργής ή εκπλήξεως) «τί δαίμονα!», «να πάρει ο δαίμονας
3. δαίμων
ο αστέρας β' του Περσέως
4. στη φράση «ο δαίμονας του τυπογραφείου» χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει διάφορα λάθη στον έντυπο λόγο προερχόμενα από τυπογραφικές αβλεψίες
αρχ.
1. αυτός που έχει θεϊκή υπόσταση και ιδιότητες
2. η θεία δύναμη, το θεῑον
3. η τύχη, η μοίρα του κάθε ανθρώπου
4. άνθρωπος που έγινε θεός μετά θάνατον
5. φρ. «κατά δαίμονα» — κατά τύχη, συμπτωματικά
6. ως επίθ.
δαήμων, γνώστης, έμπειρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. δαίμονας < αρχ.-μσν. δαί-μων < δαί-ομαι «μοιράζω, χωρίζω» — η αρχική σημασία της λ. ήταν «η δύναμη που κατανέμει, μοιράζει» απ' όπου και «θεότης, μοίρα» (πρβλ. αρχ. σλαβ. bogŭ «θεός», αβεστ. baga- «μοίρα», αρχ. ινδ. bhaga- «μοίρα, εξουσιαστής»). Η λ. δαίμων χαρακτήριζε όλους γενικά τους προχριστιανικούς θεούς τών Ελλήνων, ενώ μετά την επικράτηση του ενός χριστιανικού θεού χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία τών πονηρών πνευμάτων και τών διαβόλων. Παράλληλη σημασιολογική εξέλιξη παρατηρείται και στην Περσική, όπου μετά την επιβολή του αγαθού θεού Ahura Mazda η αντίστοιχη προς την Ελληνική λ. δαίμων αποκτά τη σημασία «διάβολος». Τέλος στον Πλάτωνα και τον Αρχίλοχο ο τ. δαίμων απαντά με σημασία «έμπειρος, γνώστης» παρετυμολογικά συνδεόμενος με τη λ. δαήμων.
ΠΑΡ. δαιμονιακός, δαιμονίζω, δαιμονικός, δαιμόνιος
αρχ.
δαιμονιώ
αρχ.-μσν.
δαιμονώ, δαιμονώδης
μσν.- νεοελλ.
δαιμονιάρης
νεοελλ.
δαιμονίτης, δαιμονόπουλο.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) δαιμονόπληκτος
αρχ.
δαιμονοβλάβεια, διαμονοπλήξ
μσν.
δαιμονόλιθος, δαιμονομαχία, δαιμονομαχώ, δαιμονόπλοκος, δαιμονόπνευστος, δαιμονοποιός, δαιμονοπρόσωπος, δαιμονοφιλής, δαιμονοφόρητος, δαιμονόχρους
μσν.- νεοελλ.
δαιμονογυρεύω, δαιμονολατρία, δαιμονόληπτος, δαιμονομανία, δαιμονοπάθεια
νεοελλ.
δαιμονογραφία, δαιμονοκρατία, δαιμονολόγος, δαιμονομανής, δαιμονομαντεία, δαιμονοπάθεια, δαιμονόπαιδο, δαιμονοπαρμένος, δαιμονόπιστος. (Β' συνθετικό) δεισιδαίμων, ευδαίμων, πανευδαίμων, τρισευδαίμων, υπερευδαίμων
αρχ.
αγαθοδαίμων, αδεισιδαίμων, ανθρωποδαίμων, αρχιδαίμων αυτοδαίμων, βαρυδαίμων, βλεπεδαίμων, βροτοδαίμων, δυσδαίμων, εχθροδαίμων, θεοδαίμων, ισοδαίμων, κακοδαίμων, κοιλιοδαίμων, Κρονοδαίμων, λακιδαίμων, νακοδαίμων, νεκυδαίμων, νεκυοδαίμων, ολβιοδαίμων, ομοδαίμων, πλανοδαίμων, σοροδαίμων, τρισκακοδαίμων, τρυγοδαίμων, τυραννοδαίμων, φιλοδαίμων, φυγαδοδαίμων].