Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαιμόνιος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: δαιμόνιος Medium diacritics: δαιμόνιος Low diacritics: δαιμόνιος Capitals: ΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
Transliteration A: daimónios Transliteration B: daimonios Transliteration C: daimonios Beta Code: daimo/nios

English (LSJ)

α, ον: also ος, ον A.Th.892, Lys.6.32, OGI383.175 (Commagene):—

   A of or belonging to a δαίμων: properly miraculous, marvellous, but:    I in Hom. only in voc., δαιμόνιε, -ίη, good sir, or lady, addressed to chiefs or commoners, Il.2.190,200, al., Hes. Th.655: pl., Od.4.774: esp. in addressing strangers, 23.166,174; used by husbands and wives, Il.6.407,486 (Hector and Andromache), 24.194 (Priam to Hecuba): later c. gen., δαιμόνιε ἀνδρῶν Hdt.4.126, 7.48, 8.84: freq. in Com., in an iron. sense, ὦ δαιμόνι' ἀνδρῶν Ar. Ec.564,784, etc.; ὦ δαιμόνι' Id.Ra.44,175; ὦ δαιμόνι' ἀνθρώπων Id.Av.1638, cf. Pl.R.344d, 522b, Grg.489d, etc.    II from Hdt. and Pi. downwds. (Trag. in lyr.), heaven-sent, miraculous, marvellous, βῶλαξ Pi.P.4.37; τέρας B.15.35, S.Ant.376; ὁρμή Hdt.7.18; ἀραί, ἄχη, A.Th.892, Pers.581; ἡ φύσις δ. ἀλλ' οὐ θεία Arist.Div. Somn.463b14; εὐεργεσία D.2.1; εἰ μή τι δ. εἴη were it not a divine intervention, X.Mem.1.3.5, cf. S.El.1270; τὰ δαιμόνια visitations of heaven, ways of God, Th.2.64, X.Mem.1.1.12; πολλαὶ μορφαὶ τῶν δ. E.Alc.1159, al.; δ. ἀνάγκη Lys. l.c.; δ. τύχη of ill fortune, Pl.Hp. Ma.304b; Ἄπολλον, ἔφη, δαιμονίας ὑπερβολῆς ! Id.R.509c.    2 of persons, τῷ δ. ὡς ἀληθῶς καὶ θαυμαστῷ Id.Smp.219b; ὁ περὶ τοιαῦτα σοφὸς δ. ἀνήρ ib.203a; δαιμόνιος τὴν σοφίαν Luc.Philops.32: Comp. -ώτερος D.C.53.8.    III Adv. -ίως by Divine power, opp. ἀνθρωπίνως, Aeschin.3.133, cf.Pl.Ti.25e; marvellously, Ar.Nu.76; δ. περί τι ἐσπουδακώς Aeschin.1.41; δ. ποιεῖ, of remedies, Aët.15.14, al.; [οἶνος] δ. γέρων Alex.167.5; δ. καὶ μεγαλοπρεπῶς prob. in Epicur.Fr. 183 (cf. δάϊος): neut. pl. as Adv., δαιμόνια Ar.Pax585; δαιμονιώτατα ἀποθνῄσκει most clearly by the hand of the gods, X.HG7.4.3: also in fem. dat., δαιμονίᾳ, formed like κοινῇ, θεσπεσίῃ, etc., Pi.O.9.110.

German (Pape)

[Seite 514] auch 2 End., Aesch. Spt. 873; Lys. 6, 32 u. Sp., wie Hdn. 1, 9; a) bei Hom. nur Anrede im vocat., δαιμόνιε, Iliad. 6, 407, δαιμονίη, 6, 486, δαιμόνιοι, Odyss. 4, 774. 18, 406, als Ausdruck des Staunens über etwas Außerordentliches, über die menschliche Natur Hinausgehendes u. Einwirkung eines göttlichen Wesens Verrathendes; sowohl bewundernd als in tadelndem Sinn: Verblendeter, Heilloser, Unseliger, Il. 6, 826. 9, 40 u. sonst. Vgl. Scholl. Iliad. 2, 190 und Lehrs Aristarch. 158. Sogar die Hera wird Il. 1, 561. 4, 31 vom Zeus, u. Aphrodite 3, 399 von der Helena so angeredet. Mit einem genitiv., δαιμόνιε ξείνων Od. 14, 443; δαιμόνιε ἀνδρῶν Her. 7, 48; letzteres, wie oft bei Att., ironisch: Wunderlicher, Sonderbarer; doch auch schmeichelhafte Anrede, Ar. Lys. 883 Ran. 44; vgl. Plat. Gorg. 489 d Theaet. 180 b. – b) von Pind. an, was von einer Gottheit verhängt ist, von ihr herrührt, sowohl glücklich als unglücklich, z. B. πούς, glücklicher Fuß, Pind. Ol. 6, 8; κίων, göttlicher, 8, 27 u. öfter; so Tragg., ἄχη Aesch. Pers. 573; τέρας Soph. Ant. 372; ὁρμή Her. 7, 18; φέρειν χρὴ τά τε δαιμόνια ἀναγκαίως, τά τε ἀπὸ τῶν πολεμίων ἀνδρείως Thuc. 2, 64; Ggstz τὰ ἀνθρώπεια Xen. Mem. 1, 1, 12; σοφία Plat. Crat. 396 d; μηχανή Soph. 266 b; πράγματα Apol. 27 c; τύχη, unglücklich, Hipp. mai. 304 b; ἀνάγκη Lys. 6, 32; δαιμονίᾳ τινὶ καὶ θείᾳ εὐεργεσίᾳ Dem. 2, 1; – δαιμονίᾳ, durch göttliches Geschick, Pind. Ol. 9, 110, wie δαιμονίως, im Ggstz von ἀνθρωπίνως, Aesch. 3, 133; δαιμ ονιώτατα θνήσκει, sehr glücklich, Xen. Hell. 7, 4, 3. – c) übh. anßerordentlich, σοφὸς δ. ἀνήρ Plat. Conv. 203 a; δαιμόνιος τὴν σοφίαν, von übermenschlicher Weisheit, 25 e; Ar. Pl. 675; ἐσπουδακὼς περί τι Aesch. 1, 41, u. sonst; ebenso δαιμόνια Ar. Pax 585.

Greek (Liddell-Scott)

δαιμόνιος: α, ον· ὡσαύτως ος, ον, Αἰσχύλ. Θήβ. 891· -ὁ ἐκ δαίμονος ἢ ἀνήκων εἰς δαίμονα. Ι. παρ’ Ὁμ. μόνον κατὰ κλητ., δαιμόνιε, δαιμονίη, καὶ ὑποθέτει ὅτι τὸ πρόσωπον τὸ οὕτως ἀποκαλούμενον εὑρίσκεται εἰς ἀκατανόητον ἢ παράδοξον κατάστασιν· κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ἐπὶ ἐπιπλήξεων : «κακόμοιρε !» ἄθλιε ! μπᾶ, κύριε ! μπᾶ, κυρία ! Ἰλ. Β. 190, 200, Δ. 31, Ι. 40, Ὀδ. Σ. 15, κτλ.· πρβλ. δαιμόνιοι Δ. 774· -σπανιώτερον ἐπὶ θαυμασμοῦ, ὦ ἔνδοξε ἄνθρωπε ! εὐγενές, μεγαλόφρον, ἄνερ ! Ψ. 174, Ἡσ. Θ. 655· δαιμόνιε ξείνων Ὀδ. Ξ. 443· -ὡσαύτως ἐπὶ οἴκτου, δυστυχῆ ! Ἰλ. Ζ. 486, Ω. 194· -οὕτω καὶ παρ’ Ἡροδ., δαιμόνιε ἀνδρῶν Δ. 126, Η. 48· -οὕτω παρ’ Ἀττ., ὦ βέλτιστε, ἐπὶ εἰρωνικῆς ἢ κολακευτικῆς ἐννοίας, θαυμάσιε, καλὲ ἄνθρωπε !, ὦ δαιμόνι’ ἀνδρῶν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 564, 784, κτλ.· ὦ δαιμόνι’ ὁ αὐτ. Βατρ. 44, 175· ὦ δαιμόνι’ ἀνθρώπων ὁ αὐτ. Ὄρ. 1638· πρβλ. Πλάτ. Πολ. 344D, 522Β, Γοργ. 489D, κτλ. ΙΙ. ἀπὸ τοῦ Ἡροδ. καὶ Πινδ. καὶ ἐφεξῆς, πᾶν τὸ ἐκ τῆς θεότητος προερχόμενον, θεόπεμπτος, θεῖος, θαυμαστός, θαυμάσιος, δαιμονίη ὁρμὴ

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
qui prονient de la divinité, envoyé par un dieu, d’où
1 divin : τὰ δαιμόνια THC ce qui vient des dieux ; μή τι δαιμόνιον εἴη XÉN si ce n’était pas qqe inspiration de la divinité ; τὸ δαιμόνιον faveur des dieux;
2 qui a un caractère divin, merveilleux, extraordinaire ; en mauv. part comme expression • de pitié : δαιμονίη (ion.) IL infortunée ! ; • de dédain : δαιμόνιε IL insensé ! misérable !.
Étymologie: δαίμων.

English (Autenrieth)

in Hom. only voc., δαιμόνιε, δαιμονίη, δαιμόνιοι: under the influence of a δαίμων, possessed; used in both good and bad sense, and to be translated according to the situation described in the several passages where it occurs, Il. 1.561, Il. 2.190, , Il. 3.399, Il. 4.31, Il. 6.407, Il. 24.194, Od. 4.774, Od. 10.472, Od. 18.15. Od. 23.174.

English (Slater)

δαιμόνιος (-ίῳ, -ιον; -ίοισι: -ίᾳ, -ίαν; -ίαις, -ιαι: -ιον nom., voc.)
   a given by heaven “δέξατο βώλακα δαιμονίαν” (P. 4.37) κείνου σὺν ἀνδρὸς δαιμονίαις ἀρεταῖς (N. 1.9) ἐν γὰρ δαιμονίοισι φόβοις φεύγοντι καὶ παῖδες θεῶν inspired by heaven (N. 9.27) ἔκλαγξέ θἱερ[ ]δαιμόνιον κέαρ ὀλοαῖσι στοναχαῖς ?of Kassandra Πα. 8A. 11. ]εκράνθην ὑπὸ δαιμονίῳ τινί (δείματι e. g. supp. Wil.) (Pae. 9.34) with adv. force, ἴστω γὰρ ἐν τούτῳ πεδίλῳ δαιμόνιον πόδἔχων Σωστράτου υἱός by divine grace (O. 6.8)
   b generally, of places, divine τεθμὸς δέ τις ἀθανάτων καὶ τάνδ' ἁλιερκέα χώραν (= Αἴγιναν) παντοδαποῖσιν ὑπέστασε ξένοις κίονα δαιμονίαν (O. 8.27) ὦ Συράκοσαι, δαιμόνιαι τροφοί (P. 2.2) κλειναὶ Ἀθᾶναι, δαιμόνιον πτολίεθρον fr. 76. 2.
   c δαιμονίᾳ, by divine grace ὤρυσαι θαρσέων, τόνδ' ἀνέρα δαιμονίᾳ γεγάμεν εὔχειρα (θείᾳ μοίρᾳ. Σ.) (O. 9.110)

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): jón. fem. -ίη

• Morfología: -ος, -ον A.Th.892, Lys.6.32, Longin.13.2, IGLS 1.175 (Comagena I a.C.)
I 1perteneciente o relacionado con lo divino voc. δαιμόνιε, -ίη, -ιοι interpelación fuerte de reproche, amenaza o persuasión que intenta provocar reacción favorable hombre de dios, mujer de dios según cont.: desdichado, bendito, como interj. ¡diantre!, ¡demonio tanto en cont. de hostilidad como de amistad y confianza: Zeus ante los celos de Hera Il.1.561, 4.31, un guerrero animando al combate Il.2.190, 200, Héctor ante la indiferencia de Paris Il.6.326, 521, cf. 9.40, 13.448, 810, Od.4.774, Hes.Op.207, h.Hom.1.17, Andrómaca intentando retener a Héctor Il.6.407, Héctor ante el desconsuelo de Andrómaca Il.6.486, cf. 24.194, los compañeros llaman la atención a Ulises Od.10.472, cf. A.R.1.476, Theoc.16.22
incluso como interpelación dirigida a Zeus, Hes.Th.655
c. un gen. ἔσθιε, δαιμόνιε ξείνων, καί τέρπεο Od.14.443, δαιμόνιε ἀνδρῶν Hdt.4.126
post. precedido de la excl. ὦ δαιμόνι' ἀνθρώπων Ar.Au.1638, cf. Eq.860, Ra.44
como fórmula para dirigirse a un interlocutor con indiferencia del cont., Pl.Smp.223a
acompañado del nombre del interpelado ὦ δαιμόνιε Θρασύμαχε Pl.R.344d.
2 que es un dios, divino αἵδ' ὑπὲρ Ἑλλάνων ... ἕστασαν εὐχόμεναι Κύπριδι δαιμονίᾳ Simon.104.2D.
3 inspirado, enviado o guiado por un demon de pers. y abstr. φόβοι Pi.N.9.27, ἀραί A.Th.892, ἄχη A.Pers.581, ὁρμή Hdt.7.18, δύναμις Isoc.12.169, Longin.l.c., cf. Phld.Mus.4.15.43, χόλος Ps.Phoc.101, τύχαι Carm.Aur.17, μήνιμα Plu.Rom.24, βούλησις Luc.Halc.1, IGLS l.c., νοῦσος Gr.Nyss.Eun.3.6.55, ὄνομα Cels.Phil.1.21, οὗτος ὁ δ. ... καὶ θαυμαστός Pl.Smp.219b, σοφὸς δ. ἀνήρ hombre de sabiduría divina Pl.Smp.203a, cf. Luc.Philops.32, Porph.Sent.32
c. ref. al genio socrático εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη X.Mem.1.3.5, οὐ τοῦ αὐτοῦ ἔστιν καὶ δαιμόνια καὶ θεῖα ἡγεῖσθαι Pl.Ap.27e
de un emperador romano que es como un dios τίς δὲ δαιμονιώτερος εὑρεθείη; D.C.53.8.1
neutr. plu. subst. τὰ δαιμόνια posiblemente entendido como un ser pers. (v. δαιμόνιον) lo impuesto por el demon πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων muchas son las formas de las intervenciones del demon E.Alc.1159, φέρειν δὲ χρὴ τά τε δαιμόνια ἀναγκαίως Th.2.64, τὰ δαιμόνια ... τὰ προσήκοντα πράττειν X.Mem.1.1.12.
4 que es obra sobrenatural o de un demon y de ahí divino, extraordinario, maravilloso νύξ h.Merc.97, δέξατο βώλακα δαιμονίαν Pi.P.4.37, cf. A.R.4.1734, τάνδ' ἁλιερκέα χώραν ... κίονα δαιμονίαν esta tierra cercada por las aguas ..., pilar divino Pi.O.8.27, δέξατο Νέσσου πάρα δ. τέρας B.16.35, cf. S.Ant.376
c. sent. posit. o negat. δ. αὐτὸ τίθημ' ἐγώ lo tengo por un bien que es obra de un demon S.El.1269, ἐμὲ δὲ δαιμονία τις τύχη ... κατέχει se apodera de mí la mala suerte Pl.Hp.Ma.304b, ὑπὸ δαιμονίου ... ἀγόμενος ἀνάγκης Lys.6.32
frec. junto a θεῖος c. sent. de sobrenatural, extraordinario ἐν τοῖς δαιμονίοις καὶ θείοις πράγμασι en hechos extraordinarios y divinos Philol.B 11, ὅτι μοι θεῖόν τι καὶ δ. Pl.Ap.31d, δαιμονίᾳ τινὶ καὶ θείᾳ ... εὐεργεσίᾳ D.2.1, cf. 19.256, τὴν φύσιν ἔχουσα θείαν καὶ καλὴν καὶ δαιμονίαν Arist.Fr.47
expresamente op. a lo divino θεόπεμπτα μὲν οὐκ ἂν εἴη τὰ ἐνύπνια ... (δαιμόνια μέντοι· ἡ γὰρ φύσις δ., ἀλλ' οὐ θεία) Arist.Diu.Somn.463b14
dat. sg. fem. δαιμονίᾳ como adv. por gracia divina τόνδ' ἀνέρα δ. γεγάμεν εὔχειρα Pi.O.9.110
neutr. plu. sup. como adv. extrañamente δαιμονιώτατα ἀποθνῄσκει X.HG 7.4.3.
5 de ahí c. valor de intensidad extraordinario, superior δαιμονίας ὑπερβολῆς Pl.R.509c
neutr. plu. como adv. por encima de todo, extraordinariamente δαιμόνια βουλόμενος Ar.Pax 584.
II adv. -ως
1 de manera sobrenatural, extraordinariamente op. ἀνθρωπίνως: τὴν ἀφροσύνην οὐκ ἀνθρωπίνως, ἀλλὰ δ. κτησάμενοι Aeschin.3.133
en exageraciones cóm. ἐπεθύμουν δ. Ar.Pl.675, cf. Pax 541, ἀτραπὸν δ. ὑπερφυᾶ Ar.Nu.76, (οἶνος) γέρων γε δ. (un vino) extraordinariamente añejo Alex.172.5
extraordinaria, enormemente ποιεῖν Gal.13.786, anon.medic. en ZPE 65.1986.126, εὐδοκίμησε Aët.15.14 (p.101)
por obra de un dios, milagrosa, providencialmente δ. ὀλέσατ' ἐμ πολέμοι CEG 5.2 (Atenas V a.C.), δ. εἰς δέοντα καιρὸν συνῆψαν Plb.15.14.7, αὐτὴν δ. καταδουλῶσαι Aristaenet.2.18.14, ἀφανισθέντα ... δ. Cels.Phil.3.26
de manera extraña δ. ἡ ἐπιτήρησις Sch.S.Ai.1328P.
2 frenéticamente περὶ δὲ τὸ πρᾶγμα τοῦτο δ. ἐσπουδακώς Aeschin.1.41, cf. Plb.16.28.8.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM δαιμόνιος, -α, -ον, Α και δαιμόνιος, -η, -ον και δαιμόνιος, -ον) δαίμων
Ι. αυτός που προέρχεται από δαίμονα ή ανήκει σε δαίμονα
(αρχ.-νεοελλ.) έξοχος, υπέροχος
αρχ.-μσν.
υπερφυσικός, θεϊκός
αρχ.
(στην επική γλώσσα) η κλητ. δαιμόνιε, δαιμονίη εκφράζει έκπληξη, θαυμασμό, οίκτο ή χρησιμοποιείται ως θωπευτική προσφώνηση («δαιμόνιε, φθίσει σε τὸ σὸν μένος»
Αχ, καημένε, θα σε καταστρέψει η ορμή σου»)
II. το ουδ. ως ουσ. δαιμόνιο, το (AM δαιμόνιον)
1. ακάθαρτο, πονηρό πνεύμα
2. ο Διάβολος, ο Σατανάς
3. φρ. «εισάγω καινά δαιμόνια» ή «καινὰ δαιμόνια εἰσφέρω» — προβάλλω εντελώς νέες, ανορθόδοξες απόψεις
νεοελλ.
1. εξαιρετική ικανότητα, ιδιοφυΐα («πολιτικό δαιμόνιο», «καλλιτεχνικό δαιμόνιο»)
2. (για παιδί) ζωηρό και ενοχλητικό, ζιζάνιο
3. δαιμονική επίδραση («η κόρη τα μεσάνυχτα δαιμόνιο τήνε πιάνει)
4. φρ. «τον έπιασαν τα δαιμόνια» — είναι υπερβολικά οργισμένος, μανιασμένος
αρχ.
1. η θεία δύναμη, το θείον
2. η μοίρα
(«τὰ τοῦ δαιμονίου» — οι εύνοιες τῆς μοίρας)
3. ο όρος που χρησιμοποιούσε ο Σωκράτης για να ορίσει το πνεύμα που κυριαρχούσε μέσα του
III. επίρρ. δαιμονίως και δαιμόνια (AM δαιμονίως)
νεοελλ.
με δαιμόνιο τρόπο, ευφυέστατα
μσν.
παράφορα
αρχ.
παράδοξα και υπερφυσικά, με θεία επέμβαση.

Greek Monotonic

δαιμόνιος: -α, -ον και -ος, -ον, αυτός που ανήκει ή χαρακτηρίζει έναν δαίμονα·
I. κλητ. δαιμόνιε, δαιμονίη, κυρίως με την έννοια της επίκρισης, «κακόμοιρε!», «ἄθλιε!», «μπα, κυρία!», σε Ομήρ. Ιλ.· σπανιότερα, με την έννοια του θαυμασμού, «θαυμάσιε, καλέ άνθρωπε!», στο ίδ., σε Ησίοδ.· επίσης με την έννοια του οίκτου, «δυστυχή!»· ομοίως στον Ηρόδ., δαιμόνιε ἀνδρῶν· επίσης με ειρων. σημασία, «καλέ μου φίλε!» «καλέ μου κύριε!»· ὦ δαιμόνι' ἀνδρῶν, ὦ δαιμόνι', ὦ δαιμόνι' ἀνθρώπων, σε Αριστοφ., Πλάτ.
II. 1. οτιδήποτε προέρχεται από θεότητα, θεόσταλτος, θεϊκός, θαυματουργός, θεσπέσιος, ουράνιος, σε Ηρόδ., Αττ.· εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη, αν δεν υπήρχε θεϊκή παρέμβαση, σε Ξεν.· τὰ δαιμόνια, αυτά που έρχονται από τον Θεό, σε Θουκ.
2. λέγεται για πρόσωπα, θεϊκός, εξαίρετος, ασυνήθιστος, εξαιρετικός, έξοχος, σπάνιος, σε Πλάτ.
III. επίρρ. -ως, με θεϊκή δύναμη, θεϊκά, θαυμάσια, υπέροχα, σε Αριστοφ.· επίσης ουδ. πληθ. δαιμόνια, στον ίδ., σε Ξεν.· δαιμονιώτατα, εμφανέστατα από το χέρι των θεών, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

δαιμόνιος: редко
1) божественный, божеский, ниспосланный божеством (νύξ HH; τέρας Soph.; σοφία Plat.; θεῖόν τι καὶ δαιμόνιονφιλοσοφία Arst.; φάσμα Plut.): τὰ δαιμόνια Thuc., Xen. и τὰ δαιμόνια πράγματα Plat. божеские определения, дела или знамения;
2) роковой, ужасный (ἄχη Aesch.; τύχη Plat.; ἀνάγκη Lys.);
3) необыкновенный, удивительный, замечательный (δ. καὶ θαυμαστός Plat.): δ. τὴν σοφίαν Luc. человек необыкновенной мудрости; εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη Xen. если ничего из ряда вон выходящего не случалось;
4) (в обращении): ὦ δαιμόνιε (ἀνδρῶν, ἀνθρώπων)! Her., Arph., Plat. милейший мой!, но тж. ах ты, чудак!, Hom. преимущ. безумец!

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δαιμόνιος -α -ον, f. ook -ος [δαίμων] Hom. alleen vocat.; voor subst. τὸ δαιμόνιον zie daar goddelijk, door de godheid gestuurd, beschikt:; εἰ δαιμόνιον τέρας ἀμφινοῶ τόδε ik twijfel of dit een door de godheid gestuurd wonder is Soph. Ant. 376; δαιμόνιον αὐτὸ τίθημ ’ ἐγώ ik beschouw het als een goddelijk teken Soph. El. 1267; spec. eufem. voor door de godheid gestuurde ellende:. εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη als er niet iets noodlottigs gebeurt Xen. Mem. 1.3.5; ἐμὲ δὲ δαιμονία τις τύχη … κατέχει een goddelijk noodlot houdt mij in zijn greep Plat. HpMa 304c; φέρειν … χρὴ τά … δαιμόνια men moet de beschikkingen van de godheid verdragen Thuc. 2.64.2. als (van) een ‘daimon’, wonderbaarlijk, bovenmenselijk:; τούτῳ τῷ δαιμονίῳ ὡς ἀληθῶς καὶ θαυμαστῷ (ik sloeg mijn armen om) deze waarlijk bovenmenselijke en wonderbaarlijke man (nl. Socrates) Plat. Smp. 219c; adv.: ἐπεθύμουν δαιμονίως ik verlangde als een bezetene Aristoph. Pl. 675. spec. vocat. (ὦ) δαιμόνιε, f. δαιμονίη door een daimon bezeten bezetene, dwaas:; δαιμόνιοι, μύθους … ὑπερφιάλους ἀλέασθε dwazen, vermijdt overmoedige woorden Od. 4.774; met partit. gen..; δαιμόνιε ἀνδρῶν dwaze man Hdt. 4.126; vaak minder sterk, als uitdrukking van lichte verbazing of verontwaardiging rare, vreemde, gekke:. δαιμονίη μή μοί τι λίην ἀκαχίζεο θυμῷ gekke vrouw, doe me een genoegen: wees niet al te gegriefd in je hart Il. 6.486. door een daimon gekweld ellendige, ongelukkige; met partit. gen.. δαιμόνιε ξείνων ongelukkige vreemdeling Od. 14.443. als een daimon rare, wonderlijke (kerel), wonderbaarlijke (kerel);; ὦ δαιμόνιε Γλαύκων mijn wonderlijke Glauco Plat. Resp. 522b; vaak iron., met een ondertoon van (lichte) verbazing, verontwaardiging.

Middle Liddell


of or belonging to a δαίμων:
I. voc. δαιμόνιε, δαιμονίη, mostly in the way of reproach, thou luckless wight! thou wretch! sirrah! madam! Il.;—more rarely by way of admiration, noble sir! excellent man! Il., Hes.; also by way of pity, poor wretch! so in Hdt., δαιμόνιε ἀνδρῶν; also in an iron. sense, my good fellow! good sir! ὦ δαιμόνι' ἀνδρῶν, ὦ δαιμόνι', ὦ δαιμόνι' ἀνθρώπων Ar., Plat.
II. anything proceeding from the Deity, heaven-sent, divine, miraculous, Hdt., attic; εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη were it not a divine intervention, Xen.; τὰ δαιμόνια visitations of Heaven, Thuc.
2. of persons, divine, excellent, Plat.
III. adv. -ως, by Divine power, marvellously, Ar.:—so neut. pl. δαιμόνια Ar., Xen.; δαιμονιώτατα most clearly by the hand of the gods, Xen.