Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καίριος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: καίριος Medium diacritics: καίριος Low diacritics: καίριος Capitals: ΚΑΙΡΙΟΣ
Transliteration A: kaírios Transliteration B: kairios Transliteration C: kairios Beta Code: kai/rios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον Thgn.341, A.Ch.1064, S.Ph.637, Luc.Nigr. 35:    I (καιρός 11) in Hom. always of Place, in or at the right place, hence of parts of the body, καίριον a vital part, Il.8.84,326; ἐν καιρίῳ 4.185; ὁ αὐχήν ἐστι τῶν καιρίων X.Eq.12.2, cf. 8 (Sup.); of wounds, mortal, καιρίῃ (sc. πληγῇ) τετύφθαι Hdt.3.64; πέπληγμαι καιρίαν πληγήν A.Ag.1343; καιρίας πληγῆς τυχεῖν ib. 1292, cf. X.Cyr.5.4.5; καιρίας (v.l. -ίους) σφαγάς E.Ph.1431; ἔχειν τὴν καταφορὰν κ. Plb.2.33.3; butalso, grave, serious, νουσήματα, τρώματα, Hp.Morb.1.5: generally, καιριωτάτης τετευχέναι Χώρας Theol.Ar.44.    II of Time, in season, timely, εὕρισκε ταῦτα καιριώτατα εἶναι Hdt.1.125, cf. Emp.111.6; Χρὴ λέγειν τὰ κ. A.Th.1, cf. Ch.582; καίριοι συμφοραί ib.1064; εἴ τι κ. λέγει S.Ant.724; δρᾶν, φρονεῖν τὰ κ., Id.Aj.120, El.228 (lyr.); καίριος σπουδή Id.Ph.637; -ωτέρα βουλή E.Heracl.471; κ. ἐνθύμημα X. HG4.5.4; τὸ ἀεὶ κ. Id.Cyr.4.2.12, etc.; πρὸς τὸ κ., = καιρίως, S.Ph. 525; critical, αὐτὰ τὰ κ. ἔχων ἑκκαίδεκα (sc. ἔτη) AP12.22 (Scyth.); agreeing with the subject, καιρίαν δ' ἡμῖν ὁρῶ στείχουσαν Ἰοκάστην coming at the right time, S.OT631; καίριος ἤλυθες E.El.598; καιρία (Dind. for καὶ δορία) πτώσιμος falling at the exact or fatal moment, A. Ag.1122 (lyr.); τὰ κ. timely circumstances, opportunities, Th.4.10; emergencies, D.C.Fr.70.8.    2 lasting but for a season, AP12.224 (Strato).    III chief, principal, τὰ καιριώτατα τῶν κλημάτων Thphr. CP3.15.4, cf. 6.4.2.    IV Adv. -ρίως in season, seasonably, κ. εἰρημένον A.Ag.1372; σκοπεῖν E.Rh.339: Comp. -ωτέρως X.Cyr.4.5.49.    2 mortally, οὐτασμένος A.Ag.1344, cf. Plb.2.69.2.

German (Pape)

[Seite 1296] bei Soph. Phil. 633 u. oft in sp. Prosa 2 Endgn, – 1) vom Orte, am rechten Orte geschehend, den rechten Fleck treffend, τὸ καίριον, die Stelle am Leibe, wo eine Wunde tödtlich ist, vgl. Il. 8, 83 ἄκρην κὰκ κορυφὴν (βάλεν), ὅθι τε πρῶται τρίχες ἵππων κρανίῳ ἐμπεφύασι, μάλιστα δὲ καίριόν ἐστιν u. 326; οὐκ ἐν καιρίῳ ὀξὺ πάγη βέλος, nicht an einer tödtlichen Stelle, 4, 185; οὔ τι βέλος κατὰ καίριον ἦλθε 11, 439; so Xen. Equ. 12, 8 καιριώτατον. – Nach Hom. bes. καιρία πληγή, ein tödtlicher Streich, Todesstreich, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν Aesch. Ag. 1316, wie ἐπεύχομαι δὲ καιρίας πληγῆς τυχεῖν 1265; καιρίους σφαγάς Eur. Phoen. 1440, u. Sp., wie Luc. Nigr. 55 βαθεῖα καὶ καίριος ἡ πληγὴ ἐγένετο; D. Sic. 4, 16; καταφορά Pol. 2, 33, 3; ohne subst., καιρίῃ ἔδοξε τετύφθαι Her. 3, 64; – καίριοι τόποι τοῦ σώματος Plut. Lac. apophth. Cleomen. p. 212; vgl. noch καίριον ἀστράγαλον ἐάγη Diod. 15 (VII, 632); – νοσήματα ἢ τρώματα, tödtlich, Hippocr. – 2) von der Zeit, zu rechter Zeit, schicklich, passend, treffend; τὰ καίρια λέγειν Aesch. Spt. 1. 601; σιγᾶν θ' ὅπου δεῖ καὶ λέγειν τὰ κ. Ch. 575; εἴ τι καίριον λέγεις Soph. Ant. 720; βλέπ' εἰ καίρια φθἔγγει Phil. 850, wie Eur. I. A. 829; καιρίοισι συμφοραῖς Aesch. Ch. 1060; καίριος σπουδή Soph. Phil. 633; δρᾶν τὰ καίρια Ai. 120; φρονεῖν El. 221; καιρίαν δ' ἡμῖν ὁρῶ στείχουσαν Ἰοκάστην O. R. 631, daß Jok, zu rechter Zeit kommt, wie Eur. καίριος ἦλθες El. 598; καιριωτέρα βουλή Heracl. 492; in Prosa, φροντίζων δὲ εὕρισκε ταῦτα καιριώτατα εἶναι Her. 1, 125, καὶ τὸ μέτριον Plat. Phil. 66 a, τοῦτο μάλιστα καιριώτατον γένοιτ' ἄν Tim. 51 d; einzeln bei SP. – 3) das Zeitliche, Vergängliche, neben ἀβέβαιος Strato 66 (XII, 224). – Adv., πολλῶν καιρίως εἰρημένων Aesch. Ag. 1345; καιρίως οὐτασμένος, tödtlich verwundet, Ag. 1317, wie κ. πατάξαι Pol. 11, 18, 4, πληγείς 2, 69, 2; – καιριωτέρως παρεῖναι Xen. Cyr. 4, 5, 49.

Greek (Liddell-Scott)

καίριος: -α, -ον, ὡσαύτως, ος, ον, Θέογν. 341, Τραγ., Λουκ. Νιγρ. 35: (καιρός Β): 1) παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐπὶ τόπου, ὁ ἐν τῷ προσήκοντι τόπῳ, ἐντεῦθεν, ἐπὶ μελῶν τοῦ σώματος, καίριον, ἐπικίνδυνον μέρος τοῦ σώματος, ἔνθα ἐὰν κτυπηθῇ τις ἀποθνήσκει, Ἰλ. Θ. 84, 326· οὐκ ἐν καιρίῳ, «οὐκ ἐν ἐπικινδύνῳ» (Σχόλ.), Δ 185· οὔτι βέλος κατὰ καίριον ἦλθεν Λουκ. 439· ὁ αὐχήν ἐστι τῶν καιρίων ξεν. Ἱππ. 12, 2· καιριώτατον αὐτόθι 8· - ὡσαύτως ἐπὶ πληγῶν, καιρία (δηλ. πληγή), θανατηφόρον τραῦμα, καιρίην (κοινῶς: καιρίῃ) τετύφθαι Ἡρόδ. 3. 64· πέπληγμαι καιρίαν πληγὴν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1343· καιρίας πληγῆς τυχεῖν αὐτόθι 1265· πρβλ. Ξεν. Κύρ. 5. 4, 5, καὶ ἴδε ἀνταῖος· οὕτω, καιρίας σφαγὰς Εὐρ. Φοίν. 1430· καίρια νοσήματα, τραύματα Ἱππ. 448. 8· ἔχειν τὴν καταφορὰν καιρίαν Πολύβ. 2. 33, 3. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ὁ ἐν τῷ προσήκοντι χρόνῳ, ἔγκαιρος, προσήκων, κατάλληλος, εὕρισκε ταῦτα καιριώτατα Ἡρόδ. 1. 125· χρὴ λέγειν τὰ καίρια Αἰσχύλ. Θήβ. 1, πρβλ. Χο. 582, 619· καίριοι συμφοραὶ αὐτόθι 1064· εἴ τι καίριον λέγεις Σοφ. Ἀντ. 724· δρᾶν, φρονεῖν τὰ καίρια ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 120, Ἠλ. 228· καίριος σπουδὴ ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 637· καιριωτέρα βουλὴ Εὐρ. Ἡρακλ. 471· κ. ἐνθύμημα Ξεν. Ἑλλ. 4. 5, 4· τὸ ἀεὶ καίριον ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 4. 2, 12, κτλ.· ὡσαύτως ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὸ ὐποκείμ., καιρίαν δ’ ἡμῖν ὁρῶ στείχουσαν Ἰοκάστην, ἐρχομένην κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον, Σοφ. Ο. Τ. 631· καίριος ἦλθες Εὐρ. Ἠλ. 598· ὁ δὲ Δινδ. Διώρθωσε καιρία (ἀντὶ καὶ δορία) πτώσιμος, πίπτουσα κατὰ τὴν προσήκουσαν ἢ ὀλεθρίαν στιγμήν, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1122: - τὰ καίρια, ἐπίκαιροι περιστάσεις, εὐκαιρίαι, Θουκ. 4. 10· αἰφνίδιοι δυσκολίαι, Δίων Κ. 34. 77, 2. 2) διαρκῶν ἐπί τινα καιρόν, Ἀνθ. Π. 12. 224. ΙΙΙ. τὸ κύριον μέρος πράγματός τινος, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 3. 15, 4 (Schneid. κυριώτατα). IV. Ἐπίρρ. -ρίως, ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ, ἁρμοδίως, καιρίως εἰρημένον Αἰσχύλ. Ἀγ. 1372· σκοπεῖν Εὐρ. Ρῆσ. 339· Συγκρ. -ωτέρως, Ξεν. Κύρ. 4. 5, 49· - οὕτω καί, πρὸς τὸ καίριον Σοφ. Φιλ. 525. 2) θανατηφόρως, θανασίμως, οὐτασμένος Αἰσχύλ. Ἀγ. 1344, πρβλ. Πολύβ. 2. 69, 2.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
1 opportun : καίριον λέγειν SOPH parler à propos, dire des choses opportunes ; τὰ καίρια THC les circonstances favorables, l’opportunité ; πρὸς τὸ καίριον SOPH à propos, en temps opportun ; en parl. de pers. καιρίαν δ’ ἡμῖν ὁρῶ στείχουσαν Ἰοκάστην SOPH voici que justement je vois Jocaste s’avancer vers nous;
2 p. anal. avec idée de lieu qui se trouve à l’endroit convenable particul. pour donner la mort : ἐν καιρίῳ IL, κατὰ καίριον IL à l’endroit où le coup est mortel ; τὰ καίρια (μέρη) IL parties du corps essentielles particul. où les blessures sont mortelles ; καιρία πληγή ESCHL ou simpl. καιρίη (ion.) HDT blessure mortelle;
Cp. καιριώτερος, Sp. καιριώτατος.
Étymologie: καιρός.

English (Autenrieth)

(καιρός): in the right place, a fatal place for a wound, Il. 8.84, Il. 4.185. (Il.)

Greek Monolingual

-α, -ο (AM καίριος, -ία, -ον) καιρός
1. αυτός που γίνεται στην κατάλληλη στιγμή, επίκαιρος, εύστοχος, αποτελεσματικός («καίρια επέμβαση»)
2. (για πληγή) επικίνδυνος, θανατηφόρος, θανάσιμος
3. το ουδ. ως ουσ. το καίριο(ν)
μέρος ή όργανο του σώματος που είναι περισσότερο ευαίσθητο και του οποίου ο τραυματισμός μπορεί να αποβεί θανατηφόρος
νεοελλ.
1. αυτός που έχει θεμελιώδη σημασία, βασικός, κρίσιμος, σημαντικός, κεφαλαιώδης, αποφασιστικός («τα καίρια προβλήματα της εποχής μας»)
2. φρ. «μέ έθιξε στα καίρια» ή «μέ προσέβαλε στα καίρια» — μέ προσέβαλε με τρόπο που τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την αξιοπρέπεια και τη φιλοτιμία μου
μσν.
το ουδ. ως ουσ. το καίριον
η κατάλληλη στιγμή
αρχ.
1. αυτός που δεν διαρκεί παρά μικρό μόνο χρονικό διάστημα, εφήμερος
2. το αρχικό μέρος ενός πράγματος
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ καίρια
i) επίκαιρες περιστάσεις, ευκαιρίες
ii) ξαφνικές δυσκολίες, ανάγκες
4. φρ. «πρὸς τὸ καίριον» — στην κατάλληλη στιγμή, επίκαιρα.
επίρρ...
καιρίως και καίρια (AM καιρίως)
1. την κατάλληλη στιγμή, επίκαιρα
2. θανάσιμα, θανατηφόρα.

Greek Monotonic

καίριος: -α, -ον και -ος, -ον (καιρὸς Β)·
I. χρησιμοποιείται για τόπο, αυτός που βρίσκεται στο κατάλληλο μέρος, στον σωστό τόπο, απ' όπου λέγεται για τα μέρη του σώματος, ἐν καιρίῳ, κατὰ καίριον, σε ζωτικό, καίριο σημείο, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης λέγεται για πληγές, τραύματα, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν, καιρίας πληγῆς τυχεῖν, σε Αισχύλ.· το πληγὴ κάποιες φορές παραλείπεται, σε Ηρόδ.· επίρρ. -ίως, θανάσιμα, σε Αισχύλ.
II. 1. χρησιμοποιείται για χρόνο, στον κατάλληλο χρόνο, έγκαιρος, επίκαιρος, ο εν ευθέτω χρόνω, σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· τὰ καίρια, επίκαιρες περιστάσεις, ευκαιρίες, σε Θουκ.
2. αυτός που διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σε Ανθ.
3. επίρρ. -ρίως, στον κατάλληλο χρόνο, εγκαίρως, σε Αισχύλ.· συγκρ. -ωτέρως, σε Ξεν.· ομοίως επίσης, πρὸς τὸ καίριον, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

καίριος: и
1) своевременный, удобный, подходящий (σπουδή Soph.; βουλή Eur.; συμμετρία Plut.): φροντίζων εὕρισκε ταῦτα καιριώτατα εἶναι Her. поразмыслив, (Кир) нашел наиболее целесообразным (сделать) следующее; κ. ἦλθες Eur. ты приходишь кстати; καιρίαν ὁρῶ Ἰοκάστην Soph. а вот как раз идет Иокаста;
2) жизненно важный (τόποι τοῦ σώματος Plut.);
3) нанесенный в жизненно важный центр, т. е. смертельный (πληγή Hom., Arst., Plut.; σφαγαί Eur.; καταφορά Polyb.);
4) преходящий, мимолетный (κάλλος τε καὶ ἔρως Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καίριος -α -ον, f. ook -ος [καιρός] op de juiste plaats dodelijk ( van wonden of ziektes).: ἐν καιρίῳ op een vitale plaats Il. 4.185; καιρία πληγή een dodelijke slag Aeschl. Ag. 1343. op de juiste tijd doeltreffend, gelegen, gunstig:; καιρίοισι συμφοραῖς met gunstig lot Aeschl. Ch. 1064; τι καίριον λέγειν iets opportuuns zeggen Soph. Ant. 724; καιριωτέρα βουλή een doeltreffender plan Eur. Hcld. 471; subst.: τὰ καίρια gunstige omstandigheden; pred. van personen:. καιρίαν... ὁρῶ τῆνδε ἐκ δόμων στείχουσαν Ἰοκάστην ik zie daar Iocaste als geroepen uit het paleis komen Soph. OT 631.

Middle Liddell

καίριος, η, ον καιρός
I. of Place, in or at the right place, hence of parts of the body, ἐν καιρίῳ, κατὰ καίριον in a vital part, Il.; also, of wounds, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν, καιρίας πληγῆς τυχεῖν Aesch.; πληγή is sometimes omitted, Hdt.:— adv. -ίως, mortally, Aesch.
II. of Time, in season, seasonable, timely, opportune, Hdt., Trag., etc.; τὰ καίρια timely circumstances, opportunities, Thuc.
2. lasting but for a season, Anth.
3. adv. -ρίως, in season, seasonably, Aesch.: comp. -ωτέρως Xen.:—so also, πρὸς τὸ καίριον Soph.