Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀταξία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀταξία Medium diacritics: ἀταξία Low diacritics: αταξία Capitals: ΑΤΑΞΙΑ
Transliteration A: ataxía Transliteration B: ataxia Transliteration C: ataksia Beta Code: a)taci/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A indiscipline, prop. among soldiers, opp. εὐταξία, Hdt.6.11, Th.2.92, X.HG3.1.9, etc.    2 generally, disorder, confusion, ἀ. καὶ ἀκολασία Pl.Cri.53d; ἀμαθία καὶ ἀ. X.Ath.1.5; ἀ. καὶ ἀναρχία Arist.Pol.1302b28; εἰς τάξιν ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀ. Pl.Ti.30a; ἀπὸ τύχης καὶ ἀ. Arist.PA641b23: in pl., ἀταξιῶν, opp. τῶν ἐν ταῖς κινήσεσι τάξεων, Pl.Lg.653e.    3 c. gen., διαίτης ἀ. irregularity, Hp.Coac.211; νόμων Aeschin.3.38.

German (Pape)

[Seite 383] ἡ, Unordnung, Thuc 2, 91 u. sonst bei Folgdn; bes. Mangel an Disciplin beim Heere, Her. 6, 11; Xen. Hell. 3, 1, 7; oft mit ἀκολασία vrbdn, z. B. Plat. Crit. 53 a. Dah. = Verwirrung.

Greek (Liddell-Scott)

ἀταξία: Ἰων. -ίη, ἡ (ἄτακτος), ἔλλειψις τάξεως καὶ πειθαρχίας, ἀκαταστασία, ἰδίως ἐπὶ στρατῶν, ἀντίθετον τῷ εὐταξίᾳ, Ἡρόδ. 6. 11, Θουκ. 2. 92, Ξεν. Ἑλλ. 3. 1, 9, κτλ. 2) ἐν γένει, ἀκαταστασία, σύγχυσις, ἀνωμαλία, ἀταξία καὶ ἀκολασία Πλάτ. Κρίτων 53D, πρβλ. Ξεν. Ἀθ, Πολ. 1. 5· ἀταξία καὶ ἀναρχία Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 3, 5· ἐκ τῆς ἀταξίας, τὸ τοῦ Κικέρωνος ex inordinato, Πλάτ. Τίμ. 30Α· ἀπὸ τύχης καὶ ἀταξίας Ἀριστ. περὶ Ζ. Μορ. 1. 1, 37· κατὰ πληθ. διαταράξεις, Πλάτ, Νόμοι 653Ε. 3) μετὰ γεν., διαίτης ἀταξία, ἀνωμαλία, Ἱππ. Κωακ. Προγν. 152, ἀκαταστασία, νόμων Αἰσχίν. 59. 5.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 abandon de son rang ou de son poste;
2 désordre, confusion.
Étymologie: ἄτακτος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 desorden en la formación de soldados, tropas, etc. falta de disciplina Hdt.6.11, Th.2.92, X.HG 3.1.9, Oec.8.9, Aen.Tact.15.2, Plb.3.43.12, D.C.47.21.3
de pueblos y comunidades desorden, falta de organización ἀταξία καὶ ἀκολασία Pl.Cri.53d, τὴν ἀταξίαν ἀνελών, εἰς τὴν τάξιν ἤγαγον τὴν πόλιν D.3.35, ἐν δὲ τῷ δήμῳ ἀμαθία ... καὶ ἀ. X.Ath.1.5, ἀ. καὶ ἀναρχία Arist.Pol.1302b28, Ael.NA 5.11
en op. al orden cósmico caos, desorden (τὸ πᾶν) ὁ θεὸς ... εἰς τάξιν αὐτὸ ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀταξίας Pl.Ti.30a, ἐν ᾧ (τῷ οὐρανῷ) ἀπὸ τύχης καὶ ἀταξίας οὐδ' ὁτιοῦν φαίνεται Arist.PA 641b23
desorden, falta de composición del discurso τὸν Λυσίου λόγον ... τῆς ἀταξίας αἰτιώμενος Plu.2.45a, de la música, Aristox.Harm.10.5, Aristid.Quint.58.27
sent. moral desenfreno σωματικὴ ἀ. PMasp.310re.12 (VI d.C.)
plu. actos deshonestos ἀταξίας ἢ ἀσελγίας PMasp.310re.14.
2 irregularidad, inestabilidad, anomalía ἀνέμων Democr.B 14.7, διαίτης Hp.Coac.211, cf. Plu.2.168b, νόμων Aeschin.3.38, περὶ τοὺς καρπούς Thphr.HP 2.3.3, γάμων LXX Sap.14.26, ἐν τοῖς σφυγμοῖς Plu.Demetr.38, de los recursos retóricos, Longin.20.2, de los movimientos de los astros, Gem.1.20.

Greek Monolingual

η (AM ἀταξία) άτακτος
1. έλλειψη τάξης, ακαταστασία
2. έλλειψη πειθαρχίας, αναρχία
3. ανωμαλία, αντικανονικότητα
μσν.- νεοελλ.
1. ηθική παράβαση, παράπτωμα
2. απρέπεια
νεοελλ.
1. ιατρ. «κινητική αταξία» — γενικός ιατρικός όρος για το ασταθές βάδισμα
2. φυσ. τοπική ατέλεια στη δομή των στερεών σωμάτων
αρχ.-μσν.
ταραχή, στάση.

Greek Monotonic

ἀταξία: Ιων. -ίη, ἡ (ἄτακτος
1. έλλειψη της πειθαρχίας, ακαταστασία, αταξία, κυρίως ανάμεσα στους στρατιώτες, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
2. γενικά, αναστάτωση, σύγχυση, ανωμαλία, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀταξία: ион. ἀταξίη ἡ
1) беспорядок, отсутствие дисциплины, неразбериха Her., Thuc., Xen., Plut.;
2) беспорядочность Xen., Plat., Aeschin., Arst.

Middle Liddell

ἄτακτος
1. want of discipline, disorderliness, properly among soldiers, Hdt., Thuc., etc.
2. generally disorder, irregularity, Plat., etc.