Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφριγάω

From LSJ
Revision as of 16:43, 17 February 2024 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "Blüthe" to "Blüte")

Οὔτ' ἐν φθιμένοις οὔτ' ἐν ζωοῖσιν ἀριθμουμένη, χωρὶς δή τινα τῶνδ' ἔχουσα μοῖραν → Neither among the dead nor the living do I count myself, having a lot apart from these

Euripides, Suppliants, 968
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σφρῐγάω Medium diacritics: σφριγάω Low diacritics: σφριγάω Capitals: ΣΦΡΙΓΑΩ
Transliteration A: sphrigáō Transliteration B: sphrigaō Transliteration C: sfrigao Beta Code: sfriga/w

English (LSJ)

[v. fin.],
A to be full to bursting, to be plump, especially of a woman's breasts, Hp.Mul.1.71; οὔθατα σ. Poll.1.250: then,
2 generally, of young persons, high-fed horses, etc., to be fresh, be vigorous, be in full health and strength, νέῳ τε καὶ σφριγῶντι σώματι E.Andr.196; εὐσωματεῖ καὶ σφριγᾷ Ar.Nu.799; σφριγᾷ τὸ σῶμά σου Id.Lys.80; τὰ σώματα σφριγῶντες Pl.Lg.840b; ἥβῃ σφριγῶντες Achae.4; οἱ μύες (muscles) σφριγῶντες, ὡς ἂν εἴποι τις Archig. ap. Gal. 8.91; of animals, σφριγῶσα ἡμίονος Eust.1322.34; βόες τὸν αὐχένα σφριγῶντες Hld.3.1; of trees, δένδρα σφριγῶντα νέοις κλωσίν = luxuriant, Luc.Am.12; βότρυες σφριγῶντες D.Chr.7.75; εὐδίᾳ καὶ γαλήνῃ σ. Ph.1.14.
3 metaph., full-blooded, swollen with passion or pride, σφριγῶντα θυμόν A.Pr.382; μῦθον E.Supp.478.
4 swell with desire, be at heat, Opp.C.3.368; τῶν σφριγώντων ἐν λόγοις Com.Adesp. 276: c. inf., Ael.NA14.5. Chiefly used in the pres. part. [In Opp. l.c., for σφρῑγᾷ Lobeck conjectured σφρῐγάᾳ.]

German (Pape)

[Seite 1052] (scheint verwandt mit σπαργάω), schwellen, strotzen, zum Platzen voll sein; σῶμα, Eur. Andr. 195; εὐσωματεῖ γὰρ καὶ σφριγᾷ, Ar. Nubb. 789, vgl. Lys. 80; übertr., σφριγῶντα θυμόν, Aesch. Prom. 380; μὴ σφριγῶντ' ἀμείψῃ μῦθον, Suppl. 478; τὰ σώματα πολὺ μᾶλλον σφριγῶντες, in kräftiger Leibesfülle strotzend, Plat. Legg. VII, 840 b; u. so auch von Tieren u. Gewächsen, in voller Gesundheit, Lebenskraft od. Blüte sein, von vollem, frischem Aussehen sein; aber auch übertr., von sinnlicher Begierde strotzen, wollüstig, lüstern sein, dah. heftig begehren, verlangen, Sp., Luc. amor. 12 Alciphr. 1, 39. 3, 19; vom brünstigen Eber, Opp. Cyn. 5, 368; c. inf., Ael. H. A. 14, 5.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
seul. prés.
1 être plein à craquer;
2 être dans toute sa force;
2 désirer ardemment de, inf..
Étymologie: forme parallèle de σπαργάω, cf. lat. turgeo.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σφρῐγάω vol zitten, weldoorvoed zijn:; σφριγῶντι σώματι door een lichaam vol van kracht Eur. Andr. 196; ὡς δὲ σφριγᾷ τὸ σῶμά σου wat zit jij goed in je vlees Aristoph. Lys. 80; van planten:; σφριγῶντα νέοις κλωσίν vol zittend met jonge loten [Luc.] 49.12; overdr.. σφριγῶντα θυμόν opzwellend gemoed Aeschl. PV 380; μή... σφριγῶντ’ ἀμείψῃ μῦθον geef niet een gezwollen verhaal als antwoord Eur. Suppl. 478.

Russian (Dvoretsky)

σφρῐγάω: (только praes.)
1 досл. быть набухшим, пышным, перен. быть крепким, цветущим (εὐσωματεῖν καὶ σ. Arph.): σφριγῶν σῶμα Eur., Arph., Plat. свежее тело, расцвет физических сил; σφριγῶντα νέοις κλωσὶν (δένδρα) Luc. деревья, цветущие молодыми побегами;
2 быть раздраженным (σφριγῶν θυμός Aesch.);
3 быть заносчивым, гордым, резким (σφριγῶν μῦθος Eur.).

Greek Monotonic

σφρῐγάω: (σπαργάω), μόνο στον ενεστ.,
1. είμαι σφριγηλός, γεμάτος από ζωτικούς χυμούς και ενέργεια, είμαι γεμάτος ζωή, ακμάζω· λέγεται για νεαρούς ανθρώπους και καλοαναθρεμμένα άλογα, εύσαρκος, θρεμμένος, αυτός που σφύζει από υγεία και ζωντάνια, ακμαίος, Λατ. vigere, σε Ευρ., Αριστοφ. κ.λπ.
2. μεταφ., σφριγῶν μῦθος, ζωηρός, γεμάτος έξαψη, σφοδρός λόγος, σε Ευρ.

Greek Monolingual

σφριγῶ, σφριγάω, ΝΜΑ
είμαι γεμάτος σφρίγος, σφίζω από υγεία και σωματική δύναμη, είμαι σφριγηλός, ακμαίος, ρωμαλέος, ζωηρός
μσν.-αρχ.
μτφ. (για λόγια αλλά και για δραστηριότητες) είμαι σφοδρός (α. «σφριγᾷ ὁ πόλεμος» — μαίνεται ο πόλεμος, Θεοφύλ.
β. «σφριγῶν μῡθος» — έντονος λόγος, Ευρ.)
αρχ.
1. (ιδίως για τους γυναικείους μαστούς) είμαι πρησμένος από την αφθονία γάλακτος (α. «μαζοὺς... σφριγόωντας ἐδείκνυεν», Χριστόδ.
β. «σφριγᾷ στῆθος», Ιπποκρ.)
2. μτφ. α) είμαι γεμάτος από θυμό, από οργή ή από έπαρση («σφριγῶντα θυμόν», Αισχύλ.)
β) κατέχομαι από σφοδρή επιθυμία για κάτι («τοῦ μη σφριγᾱν περὶ τὰ ἀφροδίσια τὴν σάρκα», Κλήμ. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός όρος του καθημερινού λεξιλογίου άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. ανάγεται σε ΙΕ ρίζα sp(h)reig- «είμαι σφριγηλός, περήφανος» και συνδέεται με τα: νορβ. sprikja «απλώνω, εκτείνω» και σουηδ. διαλ. sprika «απλώνω, εκτείνω»].

Greek (Liddell-Scott)

σφρῐγάω: [ἴδε ἐν τέλ.], εἶμαι πλήρης σφρίγους, γέμω ζωτικῶν χυμῶν, σπαργῶ, ἀκμάζω, Λατ. turgere, turgescere, μάλιστα (ὡς τὸ κυδωνιάω) ἐπὶ τῶν μαστῶν γυναικός, Ἱππ. 618. 47., 684. 13 μαζοὺς σφριγόωντας Χριστοδ. Ἔκφρ. 105, πρβλ. Πολυδ. Α΄, 250· ἀκολούθως, 2) καθόλου, ἐπὶ νεανιῶν καὶ νεανίδων, ἐπὶ ἵππων καλῶς τεθραμμένων, κτλ., εἶμαι πλήρης σφρίγους, εἶμαι ἀκμαῖος, ζωηρός, ἐν πλήρει ὑγείᾳ καὶ ἀκμῇ, ἰσχυρός, Λατιν. vigere, νέῳ τε καὶ σφριγῶντι σώματι Εὐρ. Ἀνδρ. 196· εὐσωματεῖ καὶ σφριγᾷ Ἀριστοφάν. Νεφ. 799· σφριγᾷ τὸ σῶμά σου Λυσί. 80 τὰ σώματα σφριγῶντες Πλάτ. Νόμ. 840Β· ἥβῃ σφριγῶντες Ἀχαι. παρ’ Ἀθην. 414D - ὡσαύτως ἐπὶ ζῴων, ἡμίονος σφριγῶσα Εὐστ. 1322. 34· βόες τὸν αὐχένα σφριγῶντες Ἡλιόδ. 3. 1· - ἐπὶ δένδρων, δένδρα σφριγῶντα νέοις κλωσίν, ζωηρῶς θάλλοντα, πλήρη ζωῆς, ἀκμάζοντα, Λουκ. Ἔρωτ. 12, πρβλ. Δίωνα Χρυσ. 113D· οὕτω, εὐδίᾳ καὶ γαλήνῃ σφρ. Φίλων 1. 14. 3) μεταφορ., ἐπὶ λέξεων καὶ ἐνεργειῶν. (ἴδε ἐν λ. σφυδάω), σφριγῶν μῦθος, ζωηρός, σφοδρὸς λόγος, Εὐρ. Ἱκ. 478· σφριγᾷ ὁ πόλεμος, μαίνεται, Θεοφυλ. 4) εἶμαι πλήρης ἐπιθυμίας, εὑρίσκομαι εἰς ὑπερβολικὸν ἐρεθισμὸν ἐπιθυμίας, Ὀππ. Κυν. 3. 368· μὴ σφριγᾶν περὶ τὰ Ἀφροδίσια Κλήμ. Ἀλ. 850 τῶν σφριγώντων ἐν λόγοις Κωμ. Ἀνών. 205· - μετ’ ἀπαρ., Αἰλ. π. Ζ. 14. 5. - Περὶ τῆς λέξεως ἴδε Ruhnk Tim. - Τὰ μνημονευθέντα παραδείγματα δεικνύουσιν ὅτι εἶναι κυρίως ἐν χρήσει ἐν τῇ μετοχῇ τοῦ ἐνεστ. (σφριγάω εἶναι κατὰ τὸ φαινόμενον μόνον ἕτερος τύπος τοῦ σπαργάω, ἴσως δὲ συγγενὲς τῷ σφαραγέομαι, σφάραγος ὃ ἴδε· περὶ δὲ τῆς μεταβολῆς τοῦ π εἰς φ ἴδε ἐν λ. σφαδάζω). [Παρ’ Ὀππ. ἔνθ’ ἀνωτ. ἀντὶ σφρῑγᾷ προτείνουσι τὴν γραφὴν σφρῐγάᾳ].

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to teem, to be full unto bursting, of women's breasts and udders, to brim with vitality and lust, of men, animals and plants (Hp., A. Pr. 382, E., Pl.).
Other forms: only pres.stem, esp. ptc.
Derivatives: Backformation σφρίγος n. power, strength (Hermipp.), -ώδης teeming (Orib.), -ανός teeming, swelling (Theoc. 11, 21 v.l., Hp. ap. Tim. Lex., Poll., sch.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Intensive formation in -άω (Schwyzer 719) of popular character, which makes the search for a direct etymology a difficult enterprise. An "evident" (Persson Beitr. 2. 871 n. 2) connection with Norw. dial. sprikja, Swed. dial. sprika unyoke, spread out, split apart etc. in Bugge KZ 20, 40 (also in Bq, WP. 2, 683f., Pok. 1001). -- Unclear σφριαί ἀπειλαί, ὀργαί H. If this belongs here, prob. loss of the γ; cf. Hiersche Ten. asp. 200 n. 50 w. lit. -- Furnée 175 compares Celtic *brigos power, courage, liveliness (It. brio REW 1297); beside σφριαί he adduces 168 βρι, βριάω, 247 βριμάω, 375 ὄβριμος, βριμός; the word would be Pre-Greek.

Middle Liddell

σφρῐγάω, σπαργάω only in pres.]
1. to be full to bursting: of young persons, high-fed horses, etc., to be plump, fresh, vigorous, to be in full health and strength, Lat. vigere, Eur., Ar., etc.
2. metaph., σφριγῶν μῦθος a vigorous, violent speech, Eur.

Frisk Etymology German

σφριγάω: {sphrĭgáō}
Forms: nur Präs.stamm, bes. Ptz.,
Grammar: v.
Meaning: strotzen, zum Platzen voll sein, von Frauenbrüsten und Eutern, von Lebenskraft und Lust übersprudeln, von Menschen, Tieren und Pflanzen (Hp., A. Pr. 382, E., Pl. usw.).
Derivative: Davon als Rückbildung σφρίγος n. Kraftfülle, Stärke (Hermipp.), -ώδης strotzend (Orib.), -ανός strotzend, schwellend (Theok. 11, 21 v.l., Hp. ap. Tim. Lex., Poll., Sch.).
Etymology: Intensivbildung auf -άω (Schwyzer 719) volkstümlichen Charakters, was die Suche nach einer gradlinigen Etymologie zu einem gewagten Unter. nehmen macht. Eine "evidente" (Persson Beitr. 2. 871 A 2) Zusammenstellung mit norw. dial. sprikja, schwed. dial. sprika ausspannen, spreizen, auseinanderklaffen bei Bugge KZ 20, 40 (auch bei Bq, WP. 2, 683f., Pok. 1001). — Unklar σφριαί· ἀπειλαί, ὀργαί H. Wenn hierher, wohl Wegfall des γ; vgl. Hiersche Ten. asp. 200 A. 50 m. Lit.
Page 2,834

Mantoulidis Etymological

-ῶ Ἀπό τό σφρίγος (=δύναμη). Ἴσως συγγενεύει μέ τά σφαραγοῦμαι, σπαργῶ.