Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τλήμων

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: τλήμων Medium diacritics: τλήμων Low diacritics: τλήμων Capitals: ΤΛΗΜΩΝ
Transliteration A: tlḗmōn Transliteration B: tlēmōn Transliteration C: tlimon Beta Code: tlh/mwn

English (LSJ)

Dor. τλάμων [ᾱ], ονος, ὁ, h(: voc.

   A τλῆμον A.Pr.614, but ἰὼ τλάμων S.Aj.893 (lyr.); τλήμων ἀνήρ (ἄνερ codd.) E.Andr.348, cf. Hipp.554 (lyr.): (Τλάω):—poet. Adj., used by X. and Aret. (v. infr.):    I patient, steadfast, stout-hearted, ὁ τλήμων Ὀδυσεύς Il.10.231,498 (to whom a τλήμων θυμός is ascribed, 5.670); θαρσαλέοι καὶ τ. 21.430; ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος Tyrt.12.18; τλάμονι ψυχᾷ Pi.P.1.48; τλήμονες, οἷον ἀγῶνα . . τελέσαντες . . ψυχὰς . . ὠλέσατ' Ath.Mitt.57.142 (Athens, v. B.C.); τλήμων οὖσ' ἀπ' εὐτόλμου φρενός A. Ag.1302; of patients, Aret.CD1.4; τ. ἐς παιδείην Id.SD2.6: Sup. -εστάτη E.Heracl.570.    2 in bad sense, overbold, reckless, Thgn. 196; τλάμονι καὶ πανούργῳ χειρί A.Ch.384 (lyr.); τλημονεστάτη γυνή S.El.439, cf. 275, A.Ch.596 (lyr.); τλάμονι θυμῷ E.Med.865 (lyr.).    II wretched, miserable, of persons, A.Pr.614, S.Ph.161 (anap.), Ar.Pax723, X.An.3.1.29, Mem.2.1.30: c. gen., ὦ τλάμων ὑμεναίων E.Hipp.554 (lyr.); θανάτου τλήμων Ar.Th.1072 (anap.).    2 of conditions, acts, words, etc., τλήμονες φυγαί, τύχαι, E.Hipp.1177, HF921 (lyr.); τλημονέστατος λόγος Id.Hec.562; ὁδὸς τλημονεστάτη, -τέρα, Id.Med.1067,1068: sts. also, as we use wretched, in a disparaging sense, τ. γαστρὸς ἔριθον h.Merc.296; οἶνος Call.Epigr.62.    III Adv. τλημόνως patiently, A.Ch.748, E.Supp.947, Gal.14.213.    2 miserably, E.Tr.40, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1123] ονος, duldend, a) duldsam, geduldig, standhaft, zum Aushalten von Mühsalen geeignet, Beiwort des Odysseus, Il. 10, 231. 498; ihm wird τλήμων θυμός beigelegt, 5, 670, Scholl. ὑπομενητικός; Il. 21, 430 ist vrbdn θαρσαλέοι καὶ τλήμονες, kühn. verwegen; τλάμονι ψυχᾷ, Pind. P. 1, 48; Aesch. βροτῶν τλήμονι καὶ πανούργῳ χειρί, Ch. 378. 588. 921; auch im tadelnden Sinne, verwegen, frech, Soph. El. 267; εἰ μὴ τλημονεστάτη γυνὴ πασῶν ἔβλαστε 431. – b) duldend, δμωΐδες τλήμονες εὐνὰν αἰχμάλωτον, Aesch. Spt. 346. – c) unglücklich, der viel auszustehen hat; Aesch. Prom. 617 Ag. 1294 u. sonst; τλήμονες φυγαί, Eur. Hipp. 1177, u. öfter; τλήμονες παίδων τύχαι, Herc. fur. 921; τλημονέστατον λόγον, Hec. 562; Soph. Phil. 161 u. öfter; θανάτου τλήμων vrbdt Ar. Th. 1072; sp. D.; selten in Prosa, Xen. An. 3, 1, 29 Mem. 1, 3, 11. 4, 2, 1 u. Plut.

Greek (Liddell-Scott)

τλήμων: Δωρικ. τλάμων, ονος, ὁ, ἡ· κλητ. τλῆμον, ἀλλὰ ἰὼ τλήμων Σοφοκλ. Αἴ. 893· τλήμων ἄνερ Εὐρ. Ἀνδρ. 348· (*τλάω). Ποιητ. ἐπίθ., ἐν χρήσει παρὰ Ξεν. (πρβλ. τλῆμι), ὁ πάσχων, ὑποφέρων, ὑπομένων, ὅθεν, Ι. ὑπομονητικός, καρτερικός, καρτερόψυχος, μεγάθυμος, ἐπὶ τοῦ Ὀδυσσέως, Ἰλ. Κ. 231, 498 (εἰς ὃν ἀποδίδοται τλήμων θυμός, Ε. 670)· ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος Τυρταῖ. 9. 18· τλάμονι ψυχᾷ Πινδ. Π. 1. 93, πρβλ. Elmsl. εἰς Εὐρ. Ἡρακλ. 570· τλήμων οὖσ’ ἀπ’ εὐτόλμου φρενὸς Αἰσχύλ. Ἀγ. 1302· - ἐπὶ ἀρρώστων, Ἀρετ. Ὀξ. Νούσ. Θεραπευτ. 1. 4· τοῖοι ἐς παιδείην πονεῦσι, καὶ ἐς τήνδε τλήμοσι ὁ αὐτ. Χρον. Παθῶν Σημειωτ. 2. 6. 2) τολμηρός, θαρσαλέοι καὶ τλ. Ἰλ. Φ. 430· καὶ ἐπὶ κακῆς σημασίας, θρασύς, ἀπερίσκεπτος, Λατ. audax, Θέογν. 196· τλάμονι καὶ πανούργῳ χειρὶ Αἰσχύλ. Χο. 383, πρβλ. 596· τλημονεστάτη γυνὴ Σοφ. Ἠλ. 439, πρβλ. 275· ἐν τλάμονι θυμῷ (ἕτεροι εὐτλάμονι) Εὐρ. Μήδ. 865. ΙΙ. πλήρης ταλαιπωριῶν, ἄθλιος, δυστυχής, ἐλεεινός, ἐπὶ προσώπων, Αἰσχύλ. Πρ. 614, Σοφ. Φιλ. 161, κλπ.· οὕτως ἐν Ἀριστοφ. Εἰρ. 723, Ξεν. Ἀν. 3. 1, 29, Ἀπομν. 2. 1, 30· μετὰ γεν., ὦ τλάμων ὑμεναίων Εὐρ. Ἱππ. 554· θανάτου τλήμων Ἀριστοφ. Θεσμ. 1072. 2) ἐπὶ καταστάσεων, ἔργων, λόγων, κλπ., τλήμονες φυγαί, τύχαι Εὐρ. Ἱππ. 1177, Ἡρ. Μαιν. 921· τλημονέστατος λόγος ὁ αὐτ. ἐν Ἑκάβ. 562· ὁδὸς τλημονεστάτη, -έρα ὁ αὐτ. ἐν Μήδ. 1067, 8· - ἐνίοτε καὶ ἐπὶ σημασίας περιφρονητικῆς, ἄθλιος, ἐλεεινός, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 296, Καλλ. Ἐπιγράμμ. 64. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. τλημόνως, μεθ’ ὑπομονῆς, Αἰσχύλ. Χο. 748, Εὐρ. Ἱκ. 946, Τρ. 40, κλπ. 2) ἀθλίως, ἐλεεινῶς, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
I. qui supporte patiemment ou avec courage, endurci : τι, τινος qch ; abs. :
1 patient, courageux;
2 infortuné, malheureux, misérable;
II. qui prend sur soi, qui se charge de ; entreprenant, hardi, courageux ; en mauv. part insolent, arrogant, impudent;
Cp. τλημονέστερος, Sp. τλημονέστατος.
Étymologie: τλάω.

English (Autenrieth)

ονος (τλῆναι): enduring, patient, Il. 5.670; then bold, impudent, Il. 21.430. Cf. σχέτλιος.

Greek Monolingual

και δωρ. τ. τλάμων, -ον, Α
1. αυτός που υποφέρει, που πάσχει
2. συνεκδ. υπομονητικός, καρτερόψυχος («οἵαις ἐν πολέμοισι μάχαις τλάμονι ψυχᾷ παρέμεινε», Πίνδ.)
3. τολμηρός, θαρραλέος («ὧδέ τε θαρσαλέοι και τλήμονες», Ομ. Ιλ.)
4. (με κακή σημ.) παράτολμος, απερίσκεπτος («εἰ μὴ τλημονεστάτη γυνὴ πασῶν ἔβλαστε», Σοφ.)
5. δυστυχής, αξιολύπητος, ταλαίπωρος (α. «ποῡ γὰρ ὁ τλήμων αὐτὸν ἄπεστιν;», Σοφ.
β. «ἄλλα εἴμι γὰρ δὴ τλημονεστάτην ὀδόν», Ευρ.)
6. (με περιφρονητική σημ.) αξιοκαταφρόνητος, ελεεινός, άθλιος.
επίρρ...
τλημόνως Α
1. με καρτερία («ἐγκαρτερεῑν τλημόνως», Αιλ.)
2. άθλια, ελεεινά («ἀμφὶ μνῆμ' Ἀχιλλείου τάφου οἰκτρὰ τέθνηκε τλημόνως Πολυξένη», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τλη- / τλᾱ- (βλ. λ. τλή-θυμος και τάλας) + επίθημα -μων (πρβλ. εἰδή-μων, ἐλεή-μων)].

Greek Monotonic

τλήμων: Δωρ. τλάμων, -ονος, ὁ, ἡ· κλητ. τλῆμον και τλήμων (*τλάω
1. υπομονετικός, καρτερικός, καρτερόψυχος, λέγεται για τον Οδυσσέα, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, σε Πίνδ. κ.λπ.
2. τολμηρός, θρασύς, απερίσκεπτος, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.
II. ταλαιπωρημένος, άθλιος, δυστυχής, σε Τραγ., Ξεν.
III. επίρρ. τλημόνως, με υπομονή, σε Αισχύλ., Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

τλήμων: дор. τλάμων (ᾱ) 2, gen. ονος τλῆναι
1) терпеливый, тж. стойкий, выносливый (Ὀδυσσεύς Hom.; ψυχή Pind.);
2) мужественный, отважный (Ἀργεῖσι Hom.);
3) дерзновенный, дерзкий (χείρ Aesch.; γυνή Soph.);
4) бедственный, гибельный (τύχαι, ὁδός, λόγος Eur.);
5) терпящий муки, страдающий, несчастный Trag., Arph., Xen.: θανάτου τ. Arph. обреченный на мучительную смерть.

Middle Liddell

τλήμων, δοριξ τλάμων, ονος, ὁ, ἡ, [*τλάω
I. suffering, enduring, patient, stout-hearted, of Ulysses, Il.; so Pind., etc.
2. bold, daring, hardy, reckless, Il., Trag.
II. suffering, wretched, miserable, Trag., Xen.
III. adv. τλημόνως, patiently, Aesch., Eur., etc.