Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηκύνω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μηκύνω Medium diacritics: μηκύνω Low diacritics: μηκύνω Capitals: ΜΗΚΥΝΩ
Transliteration A: mēkýnō Transliteration B: mēkynō Transliteration C: mikyno Beta Code: mhku/nw

English (LSJ)

Dor. μᾱκ- Pi. (v. infr.): fut. -

   A ῠνῶ Th.4.17, Ion. -ῠνέω Hdt.2.35: aor. ἐμήκῡνα Id.3.60:—Med., v. infr. 7:—Pass., pf. μεμήκυσμαι Phld. (v. infr.), Eust.ad D.P.64:— lengthen, prolong, Hp.Aph.1.12; τὸ μέτωπον τῆς τάξεως X.Eq.Mag.4.9; τὰς ὁδούς Id.Mem.3.13.5; μηκυνθέν τε καὶ σχὸν πλάτος Pl.Plt.282e; of Time, μ. χρόνον, βίον, E.HF87, 143:—Pass., νοσεύματα μηκυνθέντα Hp.Aër.7; ἐμηκύνετο ὁ πόλεμος Th.1.102.    2 delay, put off, τέλος Pi. P.4.286.    3 μ. λόγον, λόγους, spin out a speech, speak at length, Hdt. 2.35, S.El.1484; τέκν' εἰ φανέντ' ἄελπτα μηκύνω λόγον Id.OC1120; τὴν ἀπολογίαν Isoc.11.44; λόγους μακροτέρους Th.4.17: without λόγον, to be lengthy or tedious, Hdt.3.60, Ar.Lys.1132, Pl.R.437a, D.H. Comp.23; μ. περί τινος enlarge upon... Demetr.Eloc.71: acc. objecti, μ. τὰ περὶ τῆς πόλεως, τὴν ὠφελίαν, talk at length about, dwell upon... Th.2.42,43:—Pass., to be expounded at length, αὖθις ταῦτα μηκυνθήσεται Epicur.Nat.14.5; μεμηκυσμένον σύγγραμμα Phld.Po.5.26; to be continually repeated, D.H.Comp.12; to be dwelt upon, Demetr.Eloc.137.    4 μ. βοήν raise a loud cry, S.OC489.    5 Gramm., lengthen a syllable, Str.10.5.8:—Pass., D.H.Comp.15, Plu.2.275f, A.D.Adv.146.18; φωνῆεν μηκυνόμενον a vowel capable of being scanned long, as αιυ, Heph.1.4.    6 Arith., multiply by a fresh factor, Theol.Ar.24,48.    7 Med., ἐμακύναντο κολοσσόν reared a tall statue, AP6.171.

German (Pape)

[Seite 172] dor. μακύνω, lang machen, ausdehnen, von der Zeit, verzögern, aufschieben; οὐδὲ μακύνων τέλος οὐδέν, Pind. P. 4, 280; μηκύνειν λόγους, Soph. El. 1476 O. C. 1122; aber ib. 490 ἄπυστα φωνῶν, μηδὲ μηκύνων βοήν ist = weit ertönen lassen; λόγον, Her. 2, 35 u. A.; ohne λόγον sagt Ar. Lys. 1132 πόσους εἴποιμ' ἂν ἄλλους, εἴ με μηκύνειν δέοι; – χρόνον μηκύνωμεν, Eur. Herc. Fur. 87; βίον μηκῦναι, 143; ὁδόν, Xen. Mem. 3, 13, 5; μηκύνεται ὁ πόλεμος, er zieht sich in die Länge, Thuc. 1, 102; τὸν μῦθον, Plat. Phaed. 114 d; λόγους, Phil. 50 d; mit Auslassung von λόγον, scheinbar intr., weitschweifig reden, sein, Menex. 244 d Rep. IV, 437 a u. Folgende; περί τινος, D. Sic. 1, 37.

Greek (Liddell-Scott)

μηκύνω: [ῠ]: μέλλ. -ῠνῶ, παρ’ Ἡρόδ. -ῠνέω· Δωρ. μᾱκ-· (μῆκος)· - μηκύνω, κάμνω τί μακρόν, ἐκτείνω, Ἱππ. Ἀφ. 1243· τὸ μέτωπον τῆς τάξεως Ξεν. Ἱππαρχ. 4. 9· τὰς ὀδοὺς ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 3. 13, 5· μηκυνθέν τε καὶ σχὸν πλάτος Πλάτ. Πολιτ. 282Ε· - ἐπὶ χρόνου μ. χρόνον, βίον Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 87. 143· μηκυνθὲν νόσημα Ἱπποκρ. π. Ἀέρ. 283· μηκύνεται ὁ πόλεμος Θουκ. 1. 102. 2) ἀργοπορῶ, ἀναβάλλω, τέλος Πινδ. Π. 4. 508. 3) μ. λόγον, λόγους, ἐκτείνω τὸν λόγον, ὁμιλῶ ἐν ἐκτάσει, Ἡρόδ. 2. 35, Σοφ. Ο. Κ. 1120, Ἠλ. 1484· τὴν ἀπολογίαν Ἰσοκρ. 229Ε· λόγους μακροτέρους Θουκ. 4. 17· ὡσαύτως ἄνευ τοῦ λόγον, ἐμήκυνα δὲ περὶ Σαμίων μᾶλλον Ἡρόδ. 3. 60, Ἀριστοφ. Λυσ. 1132, Πλάτ. Πολ. 437Α. - ὁ Θουκ. προσθέτει καὶ αἰτ. ἀντικειμ., μ. τὰ περὶ τῆςπόλεως, τὴν ὠφελίαν, ὁμιλεῖν ἐν ἐκτάσει περί τινος, 2. 42, κἑξ. 4) μηκύνω βοήν, ὑψώνω βοὴν μεγάλην, Σοφ. Ο. Κ. 489· πρβλ. μακρὸς Ι. 4. 5) μεγαλύνω, αὐξάνω, τὸ κακὸν (δηλ. ἡ δίψα) ἐμηκύνετο Θ. Σιμοκ. 7. 5, 6. 6) Μέσ., ἐμακύνοντο κολοσσόν, ὕψωσαν κολοσσιαῖον ἄγαλμα, Ἀνθ. Π. 6. 171.

French (Bailly abrégé)

f. μηκυνῶ;
1 allonger, prolonger ; en mauv. part μ. λόγους THC, d’où abs. μηκύνειν, être long dans son discours, être prolixe;
2 lancer au loin ; jeter fortement : βοήν SOPH un cri.
Étymologie: μῆκος.

English (Strong)

from μῆκος; to lengthen, i.e. (middle voice) to enlarge: grow up.

English (Thayer)

(μῆκος); from Herodotus and Pindar down; to make long, to lengthen; in the Bible twice of plants, equivalent to to cause to grow, increase: ὁ ἐφυτευσε κύριος καί ὑετός ἐμήκυνεν (יְגַדִּל), μηκύνομαι; to grow up: μηκύνηται (Tr marginal reading μηκύνεται)).

Greek Monolingual

(ΑΜ μηκύνω, Α δωρ. τ. μακύνω) μήκος
μεγεθύνω κατά μήκος, μακραίνω, επιμηκύνω («τὸ μὲν γὰρ ἀναγκάζεσθαι περαιτέρω τοῦ μετρίου μηκύνειν τὰς ὁδοὺς χαλεπόν», Ξεν.)
μσν.-αρχ.
μέσ. μηκύνομαι
αυξάνομαι, μεγαλώνω
αρχ.
1. αυξάνω τη χρονική διάρκεια πράγματος, παρατείνω κάτι «τίν' εἰς χρόνον ζητεῑτε μηκῡναι βίον», Ευρ.)
2. αναβάλλω, καθυστερώ
3. (σχετικά με λόγο) μιλώ διεξοδικά, δίνω έκταση στον λόγο μου, μιλώ εκτεταμένα (α. «τοὺς δὲ λόγους... οὐ παρὰ τὸ εἰωθὸς μηκυνοῡμεν», Θουκ.
β. «ἐμήκυνα περὶ Σαμίων μᾱλλον, ὅτι σφι τρία ἐστὶ μέγιστα ἁπάντων Ἑλλήνων ἐξεργασμένα», Ηρόδ.)
4. φωνάζω δυνατά
5. μεταχειρίζομαι μακρά συλλαβή, εκτείνω βραχύ φωνήεν σε μακρό
6. πολλαπλασιάζω επί νέο κλάσμα
7. (μέσ.-παθ.) μηκύνομαι (σχετικά με κολοσσιαίο άγαλμα) υψώνω, ορθώνω, εγείρω.

Greek Monotonic

μηκύνω: [ῡ] (μῆκος), μέλ. -ῠνῶ, Ιων. -ῠνέω, Δωρ. μᾱκ-·
1. μακραίνω (κάνω κάτι μακρότερο), επιμηκύνω, εκτείνω, σε Ξεν.· λέγεται για χρόνο, μηκύνω χρόνον, βίον, σε Ευρ.
2. μηκύνω λόγον, λόγους, κλώθω, τραβώ σε μάκρος μια ομιλία, μακρολογώ, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· επίσης, χωρίς το λόγον, είναι μακροσκελής ή ανιαρός, σε Ηρόδ.· με αιτ., μηκύνω τὰ περὶ τῆς πόλεως, μιλώ επί μακρόν γι' αυτούς, σε Θουκ.
3. μηκύνω βοήν, σηκώνω δυνατή κραυγή, κραυγάζω, σε Σοφ.
4. Μέσ., ἐμακύναντο κολοσσόν, όρθωσαν ένα ψηλό άγαλμα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

μηκύνω: дор. [[μακύνω |μᾱκύνω]] (ῡ) (fut. μηκῠνῶ)
1) удлинять (τὰς ὁδούς Xen.; βίον Eur.); растягивать (τὸ μέτωπον τῆς τάξεως Xen.); увеличивать, pass. увеличиваться (βλαστάνειν καὶ μ. NT);
2) затягивать (χρόνον Eur.; λόγον Her., Plut.; μηκύνεται ὁ πόλεμος Thuc.);
3) пространно говорить, быть многословным (ἵνα μὴ ἀνκγκαζώμεθα μ. Plat.);
4) (о голосе) поднимать, повышать (μηκύνων βοήν Soph.);
5) med. воздвигать (κολοσσόν Anth.).

Middle Liddell

μῆκος
1. to lengthen, prolong, extend, Xen.:—of Time, μ. χρόνον, βίον Eur.
2. μ. λόγον, λόγους to spin out a speech, speak at length, Hdt., Soph., etc.:—also without λόγον, to be lengthy or tedious, Hdt:—c. acc., μ. τὰ περὶ τῆς πόλεως to talk at length about them, Thuc.
3. μ. βοήν to raise a loud cry, Soph.
4. Mid., ἐμακύναντο κολοσσόν reared a tall statue, Anth.

Chinese

原文音譯:mhkÚnw 姆去挪
詞類次數:動詞(1)
原文字根:(加)長 相當於: (גָּדַל‎) (מָשַׁךְ‎)
字義溯源:加長,漸長,作長;源自(μῆκος)*=長)。參讀 (αὐξάνω / αὔξω / ξαίνω)同義字參讀 (μῆκος)同源字
出現次數:總共(1);可(1)
譯字彙編
1) 漸長(1) 可4:27