Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφενδόνη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: σφενδόνη Medium diacritics: σφενδόνη Low diacritics: σφενδόνη Capitals: ΣΦΕΝΔΟΝΗ
Transliteration A: sphendónē Transliteration B: sphendonē Transliteration C: sfendoni Beta Code: sfendo/nh

English (LSJ)

ἡ,

   A sling, Il.13.600 (where it is used as a bandage), Archil. 3, E.Ph.1142, Ar.Av.1185, Th.4.32; σφενδόνῃ οὐκ ἂν ἐφικοίμην αὐτόσ' could not reach it with a sling, Antiph.55.19.    2 a sling as part of a crane used in unloading ships, SIG241 A 46 (Delph., iv B.C.): so perh. metaph., σφενδόνας ἀπ' εὐμέτρου A.Ag.1010 (lyr.).    II anything of like shape:    1 sling for a disabled arm, Hp.Art.16 (cf. Il. l.c.); suspensory abdominal bandage, Hp.Mul.2.144, Sor.Fasc.48.    2 headband worn by women, broad in front, Poll.5.96, Eust.ad D.P.7.    3 hoop of a ring in which the stone was set as in a sling, esp. the outer or broader part round the stone, collet, E.Hipp.862, Pl.R.359e, Arist.Ph.207a3.    4 white of the eye, Poll.2.70.    III stone or bullet of the sling, X.An.3.4.4, 5.2.14, etc.; τοιαύταις σ., of hailstones, Ar.Nu.1125 (troch.).

Greek (Liddell-Scott)

σφενδόνη: ἡ, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς σφενδόνα, Λατ. funda, λωρίον ἐκ δέρματος εὐρύτερον κατὰ τὸ μέσον καὶ στενώτερον καθ’ ἑκάτερον ἄκρον, Ἰλ. Ν. 600 (ἔνθα χρησιμεύει ὡς ἐπίδεσμος), Ἀρχίλ. 3, Εὐρ. Φοίν. 1142, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1185, Θουκ. 4. 32· σφενδόνῃ οὐκ ἂν ἐφικοίμην αὐτόσ’, δὲν θὰ ἔφθανα διὰ σφενδόνης, Ἀντιφάν. ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1. 19. 2) μεταφορ., σφενδόνας ἀπ’ εὐμέτρου, μὲ καλῶς μεμετρημένην βολὴν ὡς ἀπὸ σφενδόνης, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1010. ΙΙ. πᾶν πράγμα ἔχον ὅμοιον σχῆμα: 1) δεσμὸς ἐν εἴδει σφενδόνης δι’ οὗ κρέμαται ἀπὸ τοῦ τραχήλου πάσχουσα χείρ, σφενδόνην χρὴ ἐκ ταινίης περὶ τὸ ὀξὺ τοῦ ἀγκῶνος ποιήσαντα ἀναλαμβάνειν περὶ τὸν αὐχένα Ἱππ. περὶ Ἄρθρ. 793, ἴδε Ἰλ. ἔνθ’ ἀνωτ.· - ὡσαύτως, ἐπίδεσμος περὶ τὸ αἰδοῖον, Λατιν. subligaculum, Ἱππ. 656. 29· τὴν σφενδόνην φορεῖτο 687. 54. 2) διάδηματαινία τῆς κεφαλῆς ἣν ἐφόρουν αἱ γυναῖκες, Πολυδ. Ε΄, 96, Εὐστ., ἴδε Winckelm. Gesch. d. Kunst 3. 2, § 13. 3) ἡ ὀπὴ δακτυλίου, ἐν ᾗ ἐτίθετο ὁ λίθος, τὸ «δέσιμον» τοῦ δακτυλίου λίθου, καὶ μάλιστα τὸ ἐξωτερικὸν αὐτοῦ μέρος τὸ περὶ τὸν λίθον, ὡς ἐν τῇ Λατιν. funda ἀντὶ pala annuli, Εὐρ. Ἱππ. 862, Πλάτ. Πολ. 359Ε κἑξ., Ἀριστ. Φυσ. 3. 6, 10, πρβλ. Ruhnk. Tim. 4) τὸ λευκὸν τοῦ ὀφθαλμοῦ, «τὸ μετὰ τὴν κόρην λευκὸν ἅπαν σφενδόνη» Πολυδ. Β΄, 70. 5) μικρὸς ὁδοιπορικὸς χάρτης ἐν εἴδει ἱμάντος, ὡς τὸ Tabula Peutingeriana. 6) ὡς τὸ Λατιν. funda, ἐλλειψοειδὲς τόξον ἢ ἁψίς, ἁψιδωτός, θολωτὸς διάδρομος, Νικήτ. Χρον. 153Α, 200Α, Μαλαλ. ΙΙΙ. ὁ διὰ σφενδόνης ῥιπτόμενος λίθος, Ξεν. Ἀνάβ. 3. 4, 4., 5. 2, 14, κλπ.· τοιαύταις σφ., ἐπὶ χαλάζης, Ἀριστοφ. Νεφ. 1125. (σφενδόνη εἶναι αὐτὸ τὸ Λατιν. fund-a, ἐκπεσόντος τοῦ s ὡς ἐν τῷ σφάλλω, fallo - ὁ Κούρτ. σχετίζει τὴν λέξιν πρὸς τὰ σφαδάζω, σφεδανός, σφοδρός, καὶ σφόνδυλος, κοινῆς οὔσης ἐν ἁπάσαις ταῖς λέξεσι ταύταις τῆς ἐννοίας τῆς περιστροφικῆς κινήσεως).

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. fronde ; projectile lancé par la fronde;
II. p. anal.
1 bandage ou écharpe pour soutenir un membre blessé;
2 anneau avec chaton, chaton.
Étymologie: cf. lat. funda, p. *sfunda ; cf. σφάλλω‖lat. fallo ; apparenté à σφονδύλος, σφοδρός, σφαδᾴζω, σφεδανός.

English (Autenrieth)

sling; serves in case of need as a bandage for a wound, Il. 13.600†. (See cut, representing an Assyrian slinger.)

Spanish

cinta

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ και σφεντόνα Ν, και δωρ. τ. σφενδόνα Α
1. εκηβόλο όπλο που εκτοξεύει λίθινα ή μεταλλικά βλήματα σφαιροειδούς μορφής και αποτελείται από κεντρικό εύκαμπτο τεμάχιο, προσαρμοσμένο σε δύο ιμάντες
2. η οπή ή το κοίλωμα του δαχτυλιδιού όπου στερεώνεται η δακτυλιδόπετρα
νεοελλ.
1. κατασκεύασμα από δέρμα, σχοινί ή λάστιχο με το οποίο παίζουν τα παιδιά εκτοξεύοντας τις πέτρες
2. κυρτό τμήμα τών κερκίδων αθλητικού σταδίου
3. ειδικός κόμπος με τον οποίο γίνεται μικρότερο το σχοινί χωρίς να κοπεί
4. ως κύριο όν. η Σφενδόνη
εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες σημειώθηκαν στη Γαλλία από το 1648 ώς το 1653 με σκοπό την ανακοπή της ενίσχυσης της βασιλικής εξουσίας
μσν.
1. θολωτός, αψιδωτός διάδρομος
2. το άκρο του ιπποδρόμου
αρχ.
1. κάθε κατασκεύασμα που έχει σχήμα σφενδόνης: α) δεσμός με τον οποίο κρεμιέται από τον λαιμό το χέρι που πάσχει
β) επίδεσμος για το αιδοίο
γ) διάδημα ή ταινία που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι
δ) μέρος γερανού το οποίο χρησιμοποιούσαν για την εκφόρτωση πλοίων
2. το λευκό του οφθαλμού
3. ο λίθος που ρίχνεται με τη σφενδόνη («τὰ βέλη ὁμοῡ ἐφέρετο, λόγχαι, τοξεύματα, σφενδόναι», Ξεν.)
4. μτφ. το χαλάζι, που πέφτει όπως οι εκσφενδονιζόμενοι λίθοι
5. μικρός οδοιπορικός χάρτης που είχε σχήμα ιμάντα
6. φρ. «σφενδόνας ἀπ' εὐμέτρου»
μτφ. με καλά μετρημένη βολή σαν από σφεντόνα
7. παροιμ. φρ. «σφενδόνῃ οὐκ ἂν ἐφικοίμην αὐτός» — δεν θα έφθανα ούτε με σφεντόνα (Αντιφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης ετυμολ. με επίθημα -όνη (πρβλ. ἀγχ-όνη, περ-όνη). Κατά μία άποψη, η λ. ανάγεται σε ΙΕ ρίζα sp(h)end- «σπαράζω, σπαρταρώ» (πρβλ. σφαδάζω, σφεδανός, σφοδρός, σπόνδυλος/ σφόνδυλος). Επικρατέστερη, ωστόσο, φαίνεται η άποψη ότι πρόκειται για δάνεια λ. ίδιας προέλευσης με το λατ. funda «σφενδόνη». Κατ' άλλη άποψη, τέλος, τόσο το ελλ. σφενδόνη όσο και το λατ. funda ανάγονται σε ρίζα bhendh- «δένω, ενώνω». Στη Νέα Ελληνική, τέλος, χρησιμοποιείται ο τ. σφεντόνα (πρβλ. ἐνδύω: ντύνω)].

Greek Monotonic

σφενδόνη: Λατ. funda (με απάλειψη του σ),
I. 1. σφεντόνα, σε Ομήρ. Ιλ.· μεταφ., σφενδόνας ἀπ' εὐμέτρου, με καλοζυγισμένη βολή, όπως να είχε γίνει με σφεντόνα, σε Αισχύλ.
2. οπή δαχτυλιδιού στην οποία τοποθετείτο ο λίθος όπως η πέτρα στη σφεντόνα, ιδίως το εξωτερικό μέρος του δαχτυλιδιού γύρω από τον λίθο, όπως Λατ. funda αντί pala annuli, σε Ευρ., Πλάτ.
II. πέτρα ή σφαιρίδιο που ρίπτεται με σφεντόνα, σε Ξεν.· τοιαύτας σφενδόναις, λέγεται για χαλαζοπτώσεις, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

σφενδόνη:
1) праща Eur., Arph., Thuc.: σφενδόναις ἁμιλλᾶσθαι Plat. состязаться в метании из пращи; σφενδόνας ἀπ᾽ εὐμέτρου Aesch. (словно) из меткой пращи;
2) повязка (для перевязки ран) Hom.;
3) камень для пращи или из пращи Xen., Arph.;
4) (в перстне) оправа камня, чашечка, гнездо Eur., Plat., Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σφενδόνη -ης, ἡ slinger, m. n. om stenen mee te werpen; om vracht van een schip te laden; Aeschl. Ag. 1010; gebruikt als verband; Il. 13.600; geneesk. slingerverband, mitella. uitbr., dat wat met de slinger geworpen wordt steen, projectiel. naar analogie van de verbreding in de slinger waar de steen in zit, het deel van een ring waarin de edelsteen gevat is: kas, kast.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: sling, from wool, hair, animal sinews etc., often metaph. of sling-like objects, e.g. bandage, headband, case on a ring, white of the eye (Il.); also throw, missile (Ar., X.; referring to σφενδονάω).
Compounds: Rarely as 2. member, e.g. βελο-σφενδόνη arrow-sling, fire-missile (Plu.).
Derivatives: 1. σφενδον-ήτης, Boeot. -άτας m. slinger (Hdt., Th. a.o.; Fraenkel Nom. ag. 2, 130) with -ητική (τέχνη) the art of slinging (Pl.). 2. -ηδόν like a sling (sch., EM). 3. -αίαν σφενδόνην, η την σφραγῖδα H. 4. -άω, also w. ἀπο-, δια-, ἐκ-, to sling (IA.) with -ησις f. (Hp., Pl. a.o.). 5. -ίζω id. (Ps.-Callisth.) with -ιστής m. (Them.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation like ἀγχόνη, περόνη, βελόνη. No convincing etymology. Since Benfey and Pott (s. Curtius 247) connected with σφεδανός, σφοδρός, σφαδάζω and with Skt. spandate pull, beat out, IE *sp(h)e(n)d-; s. WP. 2, 664 and Pok. 989 w. further forms and lit.; on sp- σφενδόνη σφ- Hiersche Ten. aspiratae 204ff. -- The obvious connection with Lat. funda is often discussed (s. W.-Hofmann s.v. with Nachtr.); with it also the possibility of a common loan from a Mediterranean or Anatolian source was considered (Ernout-Meillet s. v., Pisani Sprache 5, 147). On the Romance continuants of funda, which give much that is methodically of interest, s. Jaberg Sprachgesch. u. Wortbed. 213ff. -- Cf. σφόνδυλος. -- The word is no doubt Pre-Greek.

Middle Liddell


I. Lat. funda (the ς being lost), a sling, Il.: metaph., σφενδόνας ἀπ' εὐμέτρου with well-measured throw, as from a sling, Aesch.
2. the hoop of a ring in which the stone was set as in a sling, esp. the broader part round the stone, as in Lat. funda for pala annuli, Eur., Plat.
II. the stone or bullet of the sling, Xen.; τοιαύταις σφ., of hailstones, Ar.