Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφραδία

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀφρᾰδία Medium diacritics: ἀφραδία Low diacritics: αφραδία Capitals: ΑΦΡΑΔΙΑ
Transliteration A: aphradía Transliteration B: aphradia Transliteration C: afradia Beta Code: a)fradi/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ, A folly, thoughtlessness, in Hom. always in dat. pl., ἀνέρος ἀφραδίῃσι Il.5.649; ποιμένος ἀφραδίῃσι 16.354; exc. δι' ἀφραδίας Od.19.523, and ἀφραδίῃ πολέμοιο Il.2.368.—Ep. word, ἀφροσύνη being used for it in Prose; ἀφραδίῃσι in a mock heroic line, Ar.Pax1064 (hex.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 414] ἡ, Unverstand, Thorheit, Unbesonnenheit, bes. im plur., Il. 5, 649. 16, 354; νόοιο 10. 122; ἀνδρῶν κακότητι καὶ ἀφραδίῃ πολέμοιο, Unerfahrenheit im Kriege, Iliad. 2, 368. Vgl. die Homerische Nachahmung Aristoph. Pac. 1064.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφρᾰδία: Ἰων, ίη, ἡ, ἀσυνεσία, μωρία, ἀπερισκεψία· παρ’ Ὁμ. ἀείποτε κατὰ δοτ. πληθ., ἀνέρος ἀφραδίῃσι Ἰλ. Ε. 649· ποιημένος ἀφραδίῃσι Π. 354, κτλ. · πλὴν ἐν Ὀδ. Τ. 523, ἔνθα τὸ δι’ ἀφραδίας κεῖται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας· καὶ ἸΛ. Β. 368, ἔνθα ἔχομεν ἀφραδίῃ πολέμοιο. ― Λέξις ποιητ., ἀνθ’ ἧς ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ κεῖται ἡ λέξις ἀφροσύνη, ἀλλ’ ἐφραδίῃσι παρ’ Ἀριστοφ. ἐν Εἰρήν. 1064.

Spanish (DGE)

(ἀφρᾰδία) -ας, ἡ
falta de sentido, insensatez, necedad en Hom. en dat. ἀνέρος ἀφραδίῃσι Il.5.649, ποιμένος ἀφραδίῃσι Il.16.354, ἀφραδίῃσι πολέμοιο Il.2.368, parod. οἵτινες ἀφραδίῃσι θεῶν νόον οὐκ ἀίοντες Ar.Pax 1064, ἐξενάριξαν ἀφραδίῃ A.R.1.93
en gen. δι' ἀφραδίας por imprudencia, Od.19.523
locura, extravío ἄλγε' ἔχοντες ἀφραδίῃς Hes.Op.134, ἦ γὰρ ἔγωγε δέδοικ' ἀφραδίην ἐσορῶν καὶ στάσιν Ἑλλήνων Thgn.780, cf. Sol.3.5.

Greek Monolingual

ἀφραδία και -δίη, η (Α)
1. αφροσύνη, απερισκεψία
2. άγνοια, απειρία.

Greek Monotonic

ἀφρᾰδία: Ιων. -ίη, , αφροσύνη, απερισκεψία, κυρίως σε Επικ. δοτ. πληθ. ἀφραδίῃσι, σε Όμηρ.· δι' ἀφραδίας, σε Ομήρ. Οδ.

Middle Liddell

[From ἀφραδής
folly, thoughtlessness, mostly in epic dat. pl., ἀφραδίηισι Hom.; δι' ἀφραδίας Od.