φορά

From LSJ
Revision as of 13:00, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (45)

ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν → love your neighbor as yourself, thou shalt love thy neighbour as thyself, love thy neighbour as thyself

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φορά Medium diacritics: φορά Low diacritics: φορά Capitals: ΦΟΡΑ
Transliteration A: phorá Transliteration B: phora Transliteration C: fora Beta Code: fora/

English (LSJ)

Ion. φορή, ἡ: (φέρω):—A. as

   A an act,    I (from Act.) carrying, φορᾶς . . φθόνησις οὐ γενήσεται there shall be no refusal to carry thee, S.Tr.1212; ἐν φορᾷ, i. e. in their arms, Id.Fr.327; θυρώτοιν φορᾶς payment for carrying . ., IG42(1).102.305 (Epid., iv B. C.); ψήφου φ. casting one's vote, E.Supp.484, cf. Pl.Lg.949a; ἡ φ. καθάπερ πεττῶν movement as of the men in draughts, ib.739a.    b gestation, τριετὴς φ. cj. in IG42(1).121.10 (Epid., iv B. C.).    2 bringing in of money, payment, χρημάτων Th.1.96; δασμοῦ, δασμῶν, Pl.Lg. 706b, X.Cyr.8.6.16; αἱ ὑπόλοιποι φοραί the remaining instatments, Lys.Fr.1.4, cf. Ostr.Bodl.iii 280 (i A. D.), al.    b φ. ἐργάτου, = latura, perh. a workman's pay, Gloss. (latura is also glossed φόρετρον, ibid.; also onus, sarcina, ibid.).    c fare, freight, πόση τις ἡ φ.; Eup.271, cf. Ar.Fr.300.    3 bringing forth, productiveness, καρποῦ Thphr.CP3.14.5; opp. ἀφορία, Pl.R.546a, cf. Arist.GA750a23; of animals, Ael.NA17.40; πτηνῶν Gp.1.8.9.    II (from Pass. φέρομαι) being borne or carried along, motion, of the universe and heavenly bodies. ἡ . . θεία τοῦ ὄντος φ. Pl.Cra.421b, cf. Ti.39b, 81a; ἡ σύμπασα οὐρανοῦ ὁδὸς καὶ φ. Id.Lg.897c; ἡ τῶν ἄστρων φ. καὶ ἡλίου Id.Grg.451c; ἄστρων φοραί Id.Smp.188b; χειρῶν φ. Hp.Prog.4; σφαίρας φοραί Pl.Lg.898b; ἡ φ. καὶ κίνησις Id.Cra.434c, Tht.152d; χρόνος . . μέτρον φορᾶς Id.Def.411b; τύχη φ. ἀδήλου εἰς ἄδηλον ibid.; defined by Arist. as = κίνησις κατὰ τόπον, Ph.243a8, cf. GC319b32; κίνησίς ποθέν ποι Id.EN1174a30; γένεσίς ποθέν ποι Id.Cael.311b33; φορᾷ ἰέναι Pl.R.617b; κυκλεῖσθαι . . τὴν αὐτὴν φ. ib.a; μίαν φορὰν κινεῖται Id.Plt.269e; τό τάχος τῆς φ. Epicur.Ep.1p.10U.    2 range, φ. ἀκοντίου Antipho 3.2.5.    3 rapid motion, rush, πινέτω κατὰ φορὰν ἡμικοτύλιον let him drink half a cotyle at a draught, Hp.Int.35; γαστρὸς φοραί Thphr.Fr.10.3.    4 of persons, impulse, ἡ τοῦ πλήθους φ. Plb.10.4.3; ἄλογος φ. Id.30.2.4; ἀκολουθήσομεν ἀλόγως ταῖς τῶν πολλῶν φ. Epicur.Nat.127 G.; πρὸς τὸν νεωτερισμόν Plu.Galb.4; παῖς . . φορᾶς μεστός Id.Them.2; στρατηγὸς μεστὸς φορᾶς Lib.Or.49.19: pl., ib.1.2; also, forceful flow of narrative, Luc.Dem.Enc.7.    b tendency, line of thought or action, κατὰ τὰς φ. τῶν Στωϊκῶν on Stoic lines, Phld.Rh.2.296 S., cf. Id.Herc.1251.19, Luc.Par.29.    5 φ. πραγμάτων force of circumstances, D.18.271: forceful quality, ἡ τοῦ οἴνου [ὑγρότης] φ. ἔχει πολλὴν καὶ δύναμιν Plu.2.132e; φορᾶς σωματικῆς εἰς ἡμᾶς γιγνομένης, of the influences of the stars, Plot.2.3.2; ἄχρις οὗ φ. γένηται, of a favourable wind, Plu.Mar. 37; favour, τοῦ βασιλέως Philostr.VS2.32.    6 time, occasion, πέντε ἢ ἓξ φορὰς τὸν μῆνα Dsc.Eup.2.2 (interpol.), cf. Tz.H.13.58.    B as a thing, that which is borne, esp.,    1 load, freight, burden, μίαν φ. ἐνεγκεῖν Plu.Ant.68.    2 rent, tribute, X.Cyr. 3.1.34: pl., contributions, D.21.101; φέροντα σωτηρίας φορὰν πλήρη τῇ πατρίδι Id.25.21; of the contribution to an ἔρανος, Antiph.124.9, Hyp.Ath.11; of contributions in kind, οἴνου φορὴ ἐς τὰ ψυκτήρια SIG57.44 (Milet., v B. C.).    3 that which is brought forth, fruit, produce, crop, κατανοήσας ἐλαιῶν φορὰν ἐσομένην a large crop, Arist. Pol.1259a11, cf. HA553a22,b23; σίτου φ. καὶ τῶν ἄλλων καρπῶν SIG 589.30 (Magn.Mae., ii B. C.); ἡ τοῦ Νείλου φ. τε καὶ αὔξησις CPHerm. 6.4 (iii A. D.): metaph., φορὰ προδοτῶν a large crop of traitors, D.18.61, D.S.16.54; ῥητόρων Aeschin.3.234; φ. γάρ τίς ἐστιν ἐν τοῖς γένεσιν ἀνδρῶν a succession of crops, Arist.Rh.1390b25.

German (Pape)

[Seite 1298] ἡ, 1) als Handlung, das Tragen, Bringen, Herbeibringen, Darbringen; bes. – a) das Darbringen eines Tributs, Abbezahlen einer Schuld, παρεστήσατο εἰς χαλεπήν τινα φορὰν δασμοῦ Plat. Legg. IV, 706 b; Xen. Cyr. 8, 6,16; φορὰν φέρειν, beim ἔρανος, Dem. 25, 21. – b) das Abgeben des Stimmtäfelchens bei Wahlen u. sonst, ψήφου, Eur. Suppl. 500; Plat. Legg. XII, 948 e. – c) das Hervorbringen, bes. von Feld- und Baumfrüchten, das Früchtetragen, Plat. Rep. VIII, 546 b, Ggstz ἀφορία, u. so Sp. – d) das Heraustragen eines Todten, das Bestatten, Soph. Trach. 1202. – e) (von φέρομαι) das Dahingetragenwerden, jede schnelle Bewegung; Arist. eth. Nic. 10, 4,3 erklärt übh. κίνησις πόθεν ποῖ καὶ ταύτης διαφοραί· πτῆσις, βάδισις, ἅλσις; u. so öfter bei Plat., z. B. ἡ ξύμπασα οὐρανοῦ ὁδὸς καὶ φορά Legg. X, 897 c; καὶ κίνησις Crat. 434 c; Lauf, Schwung, ἀκοντίου Antiph. 3 β 4; dah. übh. Ungestüm, Heftigkeit, Gewalt, πραγμάτων Dem. 18, 271; καὶ βία τοῦ ἀνέμου Pol. 1, 48, 2; τοῦ ῥεύματος 4, 43, 3; τοῦ πλήθους 10, 4,3; auch von den Leidenschaften, s. Jac. Ach. Tat. 761. – 2) als Sache, das Getragene, die Tracht od. Ladung, so Viel man auf ein Mal fortbringen kann, μίαν φορὰν ἐνεγκεῖν Plut. Ant. 68; πινέτω μὴ ἀθρόον πουλύ, ἀλλὰ κατὰ φορὰν ἡμικοτύλιον, auf ein Mal, Hippocr.; – Tribut, Thuc. 1, 96 Xen. Cyr. 3, 1,34; – das Hervorgebrachte, bes. von Früchten, reichlicher Ertrag, φορᾶς τῆς βαλάνου γενομένης φορὰν καὶ τῶν θύννων εἶναι Strab. 3, 2,7 E. – Uebertr. von jeder großen Menge, φορὰ προδοτῶν καὶ δωροδόκων Dem. 18, 61; D. Sic. 16, 54; φαλαγγίων Ael. H. A. 17, 40. – 3) das was fortbewegt, Zug, Plut. Mar. 37. – Nach Poll. 7, 133 bei Ar. auch = κόμιστρον.

Greek (Liddell-Scott)

φορά: ἡ, (φέρω). ― Α. ὡς πρᾶξις, Ι. (ἐκ τοῦ ἐνεργ. φέρω) τὸ φέρειν, φορᾶς... φθόνησις οὐ γενήσεται, οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ νὰ σὲ φέρῃ, Σοφ. Τραχ. 1212· ἐν φορᾷ, δηλ. ἐν ταῖς ἀγκάλαις αὐτῶν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 303· ψήφου φ., τὸ ψηφοφορεῖν, ψηφοφορία, Εὐρ. Ἱκ. 484, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 948Ε· ἡ φ. καθάπερ πεττῶν, ἡ κίνησις ὡς ἡ τῶν πεττῶν ἐν τῷ παιγνιδίῳ, αὐτόθι 739Α. 2) ἡ κομιδὴ ἢ ἡ καταβολὴ χρημάτων ἢ φόρου, χρημάτων Θουκ. 1. 96· δασμοῦ, δασμῶν Πλάτ. Νόμ. 706Β, Ξεν. Κύρου Παιδ. 8. 6, 16· αἱ ὑπόλοιποι φοραὶ Λυσ. Ἀποσπ. 2. 5, πρβλ. κατωτ. Β. Ι. 2. 3) παραγωγή, πρὸς τὴν τοῦ καρποῦ φοράν, δηλ. τὴν καρποφορίαν, Θεοφρ. περὶ Φυτ. Αἰτ. 3. 14, 5, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀφορία, Πλάτ. Πολ. 546Α, πρβλ. Ἀριστ. περὶ Ζῴων Γεν. 3. 1, 15· ἐπὶ ζῴων, Αἰλ. περὶ Ζῴων 17. 40, Γεωπον. ΙΙ. (ἐκ τοῦ παθ. φέρομαι) τὸ φέρεσθαι, κινεῖσθαι, ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν οὐρανίων σωμάτων, ἡ... θεία τοῦ ὄντος φ. Πλάτ. Κρατ. 421Β, πρβλ. Τίμ. 39Β, 81Α· ἡ... ξύμπασα οὐρανοῦ φ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 897C ἡ τῶν ἄστρων φ. καὶ τοῦ ἡλίου ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 451G, πρβλ. Συμπ. 188Β· ἡ φ. καὶ κίνησις ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 434C, ἐν Θεαιτ. 152D· ὁρίζεται δὲ ὑπὸ τοῦ Ἀριστοτ. ὡς κίνησις κατὰ τόπον ποῖ, Φυσ. 7. 2, 1, περὶ Οὐραν. 1. 2, 2, π. Γενέσ. κ. Φθορ. 1. 4, 6· ἢ κίνησις πόθεν ποῖ, ὁ αὐτ. ἐν Ἠθικ. Νικ. 10. 4, 3· φορᾷ ἰέναι, κινεῖσθαι Πλάτ. Πολ. 617Β, Πολιτικ. 269Ε κυκλεῖσθαι... τὴν αὐτὴν φ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 617Α. 2) ἡ ἔκτασις ἐντὸς τῆς ὁποίας κινεῖταί τι, ἡ τῶν χειρῶν φ. Ἱππ. Προγν. 38· σφαίρας φοραὶ Πλάτ. Νόμ. 898Β· ἡ φ. ἀκοντίου, ἡ γραμμὴ ἣν διατρέχει τὸ ἀκόντιον, τοῦ παιδὸς ὑπὸ τὴν τοῦ ἀκοντίου φορὰν ὑποδραμόντος Ἀντιφῶντος Τετραλογ. Βϳ, 13, Ἀπολογ. Φόνου Ἀκουσ. 4. 3) ὁρμητικὴ κίνησις, ὁρμή, Λατ. impetus, φ. πραγμάτων, ἡ βία τῶν περιστάσεων, Δημ. 316. 27· ἐπὶ κυμάτων, Φίλων 1. 14· πινέτω κατὰ φορὰν ἡμικοτύλιον, κάθε φοράν, Ἱππ. (;)· πρβλ. φέρω Β. 4) ἐπὶ προσώπων, ὁρμητικὴ κίνησις, ὁρμή, ἡ τοῦ πλήθους φ. Πολύβ. 10. 4, 3, πρβλ. 30. 2, 4· πρὸς τὸν νεωτερισμὸν Πλουτ. Γάλβ. 4· παῖς... φορᾶς μεστὸς ὁ αὐτ. ἐν Θεμιστ. 2, πρβλ. Wytt. εἰς 2. 132D. Β. ὡς πρᾶγμα, Ι. τὸ φερόμενον. 1) φορτίον. μίαν φ. ἐνεγκεῖν Πλουτ. Ἀντών. 68. 2) εἰσφορά, Ἑλληνοταμίαι..., οἳ ἐδέχοντο τὸν φόρον· οὕτω γὰρ ὠνομάσθη τῶν χρημάτων ἡ φορὰ Θουκ. 1. 96, Ξεν. Κύρ. Παιδ. 3. 1, 34, Δημ. 547. 17· σωτηρίας φορὰν πλήρη φέροντα τῇ πατρίδι ὁ αὐτ. 776. 10· ἴδε ἀνωτ. Α. Ι. 2, καὶ πρβλ. εἰσφορά, φόρος· οἱ Ἀθηναῖοι δὲν ἤθελον νὰ μεταχειρίζωνται τὴν λέξιν ἐπὶ τῶν ἰδίων φόρων, οὓς ἐκάλουν συντάξεις· ― προσέτι ἐπὶ εἰσφορᾶς εἰς ἔρανον, φέρομεν γὰρ ἄνθρωποι δέκα ἔρανόν τινα, οὐ φέρει δὲ τούτων τὴν φορὰν οὐδεὶς Ἀντιφάνης ἐν «Κνοιθιδεῖ ἢ Γάστρωνι» 1. 9. 3) τὸ παραγόμενον, καρπός, παραγωγή, ἐσοδεία, Λατ. proventus, Ἀριστ. περὶ Ζῴων Γεν. 3. 1. 15· κατανοήσας ἐλαιῶν φορὰν ἐσομένην, μεγάλην παραγωγήν, ἐσοδείαν, ὁ αὐτ. ἐν Πολιτικ. 1. 11, 9, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 21, 1., 22. 3 ― μεταφορ., φορὰ προδοτῶν. μέγα πλῆθος, Δημ. 245. 16, Διόδ. 16. 54· ῥητόρων Αἰσχίν. 87. 16· νόμων Πλάτ. Νόμ. 739Α. φ. γάρ τίς ἐστιν ἐν τοῖς γένεσιν ἀνδρῶν, διαδοχή, Ἀριστ. Ρητ. 2. 15, 3· ἴδε ἀνωτ. Α. Ι. 2. ΙΙ. = κόμιστρον ΙΙ, ἡ ἀμοιβὴ τῆς μετακομίσεως φορτίου, κόμιστρον, πόση τις ἡ φ.; Εὔπολις ἐν «Φίλοις» 7, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. σ. 293.

French (Bailly abrégé)

ᾶς (ἡ) :
action de porter :
A. au propre :
I. 1 action de porter en avant, de pousser ; vent favorable;
2 action d’apporter ; particul. apport d’une redevance, paiement : φορᾶν φέρειν THC payer un impôt;
3 action d’emporter (pour ensevelir);
II. action de se porter, de mouvoir ; fig. penchant, inclination : πρός τι, ἐπί τι action de se porter vers une occupation, de s’adonner à une étude;
III. ce qui est emporté, fardeau, charge;
B. fig. action de porter, càd de produire, d’engendrer ; abs. fertilité, fécondité ; portée, production, particul. production abondante : προδοτῶν καὶ δωροδόκων DÉM provision de traîtres et de corrupteurs ; secte, école de philosophes.
Étymologie: φέρω.

English (Slater)

φορά
   1 motion στῆναι μὲν οὐ θέμις οὐδὲ παύσασθαι φορᾶς (sc. δελφῖνι) ?fr. 358.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και ιων. τ. φορή Α
1. η κατεύθυνση κινούμενου πράγματος, η διεύθυνση της κίνησης του (α. «η φορά του ανέμου» β. «κυκλεῑσθαι... τὸν ἄτρακτον... τὴν αὐτὴν φοράν», Πλάτ.)
2. ορμή, φόρα (α. «επέπεσε με μεγάλη φορά» β. «παῑς ὢν... φορᾱς μεστὸς εἶναι», Πλούτ.)
3. (με χρον. σημ.) σημείο ή περίοδος, περίπτωση ή κατάσταση (α. «μια φορά τον είδε μόνο και τον συμπάθησε» β. «γίνεται πρώτῃ φορᾷ πτῶσις τοῡ στρατοῡ», Θεοφάν.
γ. «πέντε ἢ ἓξ φορὰς τὸν μῆνα», Διοσκ.)
νεοελλ.
1. προπαρασκευαστική κίνηση για ρίψη ή άλμα, φόρα
2. ζωολ. παλαιότερη ονομασία γένους δίπτερων εντόμων
3. φρ. α) «άλλη φορά» — άλλοτε, σε άλλη ώρα ή σε άλλη περίσταση ή ευκαιρία
β) «αυτή τη φορά» — σε αυτήν την περίσταση
γ) «κάθε φορά» — σε κάθε περίπτωση, εκάστοτε, οσάκις
δ) «μια φορά κι έναν καιρό»
(ως εναρκτήρια φρ. στα παραμύθια) σε κάποια περασμένη εποχή, κάποτε
ε) «άντρας μια φορά»
μτφ. άξιος να ονομάζεται άντρας, γενναίος και έντιμος
στ) «φορά σου και φορά μου»
(ως απειλή) θα έλθει και για μένα η ώρα που θα σού ανταποδώσω το κακό που μού 'κάνες
ζ) «η φορά τών πραγμάτων» — η εξέλιξη της κατάστασης
η) «φορά διανύσματος»
μαθημ. η κατεύθυνση από την αρχή προς το πέρας ενός διανύσματος, που παριστάνεται με ένα βέλος
μσν.-αρχ.
1. (για φυτά και για ζώα) καρποφορία
2. φρ. «φορά εργάτου
α) φορτίο εργάτη
β) πιθ. πληρωμή εργάτη για μεταφορά φορτίου που έκανε
αρχ.
1. μεταφορά προσώπου ή μετατόπιση αντικειμένου (α. «φορᾱς... φθόνησις οὐ γενήσεται», Σοφ.
β. «ἡ... φορὰ καθάπερ πεττῶν», Πλάτ.
γ. «εἰ δ' ἦν παρ' ὄμμα θάνατος ἐν ψήφου φορᾷ», Ευρ.)
2. πληρωμή χρηματικών οφειλών ή καταβολή δασμών, φόρων
3. παροχή αμοιβής για τη μεταφορά φορτίου, κόμιστρο
4. (με παθ. σημ.) (κυρίως για ουράνια σώματα) κίνηση, περιφορά («περὶ τὴν τῶν ἄστρων φορὰν καὶ ἡλίου καὶ σελήνης», Πλάτ.)
5. (κυριολ. και μτφ.) (για άψυχα) ορμητική κίνηση (α. «φορὰ κυμάτων», Φίλ.
β. «φοράν τινα πραγμάτων χαλεπὴν» — η βία τών περιστάσεων, Δημοσθ.)
6. το διάστημα που διανύει κινούμενο σώμα («τοῦ... παιδὸς ὑπὸ τὴν τοῦ ἀκοντίου φορὰν ὑποδραμόντος», Αντιφ.)
7. η δυναμική επίδραση διαφόρων πραγμάτων (α. «ἡ τοῦ οἴνου [[[ὑγρότης]]] φορὰν ἔχει πολλὴν καὶ δύναμιν», Πλούτ.
β. [για τους αστέρες] «φορᾱς σωματικῆς εἰς ἡμᾱς γιγνομένης», Πλωτ.)
8. η αλλαγή τών μουσικών φθόγγων κατά ανιούσα ή κατά κατιούσα κλίμακα
9. παλιρροϊκό φαινόμενο και ιδίως η άμπωτη
10. αυτό που μεταφέρεται
11. το φορτίο που μπορεί να σηκώσει κανείς με μία κίνηση («καὶ μίαν μὲν οὕτω φορὰν ἐνεγκεῑν», Πλούτ.)
12. εισφορά χρημάτων ή αντικειμένων (α. «τῶν χρημάτων ἡ φορά», Θουκ.
β. «οἴνου φορὴ ἐς τἀ ψυκτήρια», επιγρ.)
13. σοδειά, ιδίως πλούσια («ἐλαιῶν φοράν», Αριστοτ.)
14. (αττ. δίκ.) το χρηματικό ποσό που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει μηνιαίως καθένας από του ερανιστές και το οποίο προοριζόταν για αλληλοβοήθεια τών μελών και για κάλυψη της δαπάνης τών κοινών δείπνων
15. μτφ. μεγάλο πλήθος, πληθώρα («φορὰ προδοτῶν καὶ δωροδόκων», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φορ- της ετεροιωμένης βαθμίδας του ρ. φέρω.