Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πτῶσις

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: πτῶσις Medium diacritics: πτῶσις Low diacritics: πτώσις Capitals: ΠΤΩΣΙΣ
Transliteration A: ptō̂sis Transliteration B: ptōsis Transliteration C: ptosis Beta Code: ptw=sis

English (LSJ)

εως, ἡ, (πίπτω, πέ-πτωκα)

   A falling, fall, κύβων Pl.R.604c, cf. Chrysipp.Stoic.2.282 (pl.); κεραυνῶν Arist.Mete.339a3, Plu.2.1005b (pl.); Φαέθοντος Plb.2.16.13: metaph., π. τῆς ψυχῆς, opp. ἔπαρσις, Zeno Stoic.1.51 (pl.): abs., calamity, ἐν καιρῷ πτώσεως LXX Si.3.31, cf. Ex.30.12; πτώσεις ἀνθρώπων Orph.Fr.251, al.; death, Lyd.Ost.12, 14,20.    II Gramm., mode or modification of a word, Arist.Po. 1457a18, al.; applied to cases, including nom., ib.20, Int.16b1: to genders, Id.SE173b27: to Sup. of Adjs., Id.Top.136b30: to Advbs., ib.15, Rh.1397a20: to Adjs. derived fr. nouns, e.g. χαλκοῦς, ib.1410a32: to tenses (exc. the pres.), Id.Int.16b17: so by the Stoics to variety of flexion, Stoic.3.263, but most freq. to cases of the Noun, περὶ τῶν πέντε π., title of work by Chrysipp., cf. D.T.634.16, etc.; κατὰ μίαν πτῶσιν indeclinable, A.D.Adv.165.10.    III in the Logic of Arist., mood of syllogisms, APr.42b30.    b arrangement of terms in a syllogism, Id.APo.94a12.

German (Pape)

[Seite 812] ἡ, das Fallen, der Fall; κύβων, Plat. Rep. X, 604 c; Φαέθοντος, Pol. 2, 16, 13; Sp., wie Luc. gymnas. 28. – Bei den Gramm. der Casus; übh. eine Abwandlungsform des Wortes, wie δικαίως u. δίκαιον, Arist. top. 1, 15; dah. 2, 9 ῥηθήσεται τὸ δικαίως καὶ ἐπαινετῶς κατὰ τὴν αὐτὴν πτῶσιν ἀπὸ τοῦ ἐπαινετοῦ.

Greek (Liddell-Scott)

πτῶσις: -εως, ἡ (πίπτω, πέπτωκα) τὸ πίπτειν, «πέσιμον», κύβων Πλάτ. Πολ. 604C· κεραυνῶν Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 1, 2, Πλούτ., κλπ.· Φαέθοντος Πολύβ. 2. 16, 13. II. γραμματικὴ τῆς καταλήξεως μεταβολή, μάλιστα ὡς τὸ Λατ. casus, ἐπὶ πάσης πτώσεως κλιτοῦ ὀνόματος πλὴν τῆς ὀνομαστικῆς (ἥτις ἐκαλεῖτο τὸ ὄνομα), Ἀριστ. π. Ἑρμην. 2. 3, κ. ἀλλ.· ἀλλ’ ἐνίοτε περιλαμβάνει καὶ τὴν ὀνομαστ., ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 20, 10· ὡσαύτως περὶ τῶν χρόνων τῶν ρημάτων πλὴν τοῦ ἐνεστ., ὁ αὐτ. περὶ Ἑρμην. 3. 2· καὶ ἐπὶ λέξεων σχηματιζομένων ἐξ ἄλλων ὡς τὸ ἐπίρρ. ἐκ τοῦ ἐπιθέτου, ὁ αὐτ. ἐν Τοπ. 2. 9, 2, ἐν Ρητορ. 2. 23, 2. III. ἐν τῇ Λογικ. τοῦ Ἀριστ., ὁ συλλογιστικὸς τύπος ἐν παντὶ σχήματι συλλογισμοῦ, Ἀναλυτ. Πρότ. 1. 26, 1, πρβλ. αὐτόθι 4.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. chute;
II. t. de gramm.
1 cas (cf. lat. casus) d’un nom ; ἡ ὀρθὴ ou εὐθεῖα πτῶσις cas direct ; αἱ πλάγιαι πτώσεις les cas obliques;
2 dérivé, mot formé d’un autre, comme l’adverbe de l’adjectif.
Étymologie: πίπτω.
Par. αἰτιατική, γενική, δοτική, κλητική, ὀνομαστική.

Spanish

aparición

English (Strong)

from the alternate of πίπτω; a crash, i.e. downfall (literally or figuratively): fall.

English (Thayer)

πτώσεως, ἡ (πίπτω, perfect πέπτωκα), a falling, downfall: properly, τῆς οἰκίας, πτωσεις οἴκων, Manetho, 4,617); tropically, εἰς πτῶσιν πολλῶν (opposed to εἰς ἀνάστασιν), that many may fall and bring upon themselves ruin, i. e. the loss of salvation, utter misery, Sept. chiefly for מַגֵּפָה, plague, defeat.)

Greek Monolingual

ἡ, ΜΑ
βλ. πτώση.

Greek Monotonic

πτῶσις: -εως, ἡ (πίπτω, πέ-πτωκα),
I. πτώση, πέσιμο, σε Πλάτ.
II. Λατ. casus, η κάθε πτώση κλιτών ονομάτων στη γραμματική εκτός της ονομαστικής, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

πτῶσις: εως ἡ
1) падение (κύβων Plat.; κεραυνῶν Arst.);
2) падение, упадок (π. καὶ ἀνάστασις NT);
3) грам. флексия (падежная, глагольная и т. п.) Arst.;
4) вид, форма, вариант (τὸ ἀγαθὸν ἐν ἑκάστῃ τῶν πτώσεων Arst.);
5) лог. модальность, модус (πτώσεις συλλογισμοῦ Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πτῶσις -εως, ἡ [πίπτω] val; overdr.. οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν deze is er tot ondergang of opstanding van velen NT Luc. 2.34. gramm. verbogen vorm:; πτῶσις δ ’ ἐστὶν ὀνόματος ἢ ῥήματος uitgang komt voor bij naamwoord of werkwoord Aristot. Poët. 1457a19; naamval.

Middle Liddell

πτῶσις, εως, πίπτω, πέπτωκα
I. a falling, fall, Plat.
II. Lat. casus, the case of a noun, Arist.

Chinese

原文音譯:ptîsij 普拖西士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:落(著)
字義溯源:跌倒,絆跌,倒塌;源自(πίπτω / συμπίπτω)*=落下)
出現次數:總共(2);太(1);路(1)
譯字彙編
1) 跌倒(1) 路2:34;
2) 倒塌(1) 太7:27