Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρατιωτικός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: στρᾰτῐωτικός Medium diacritics: στρατιωτικός Low diacritics: στρατιωτικός Capitals: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ
Transliteration A: stratiōtikós Transliteration B: stratiōtikos Transliteration C: stratiotikos Beta Code: stratiwtiko/s

English (LSJ)

ή, όν, A of or for soldiers, ἔκπωμα Critias 34; οἰκήσεις Pl.R.415e; σκηνή X.Cyr.4.5.39; ὅρκος D.H.6.23; (χρήματα) D.19.291; διδαχή BGU140.15 (ii A.D.); βίος Gal.6.810; βαλλάντιον PSI10.1128 (iii A.D.); τὸ σ. (sc. ἀργύριον) the pay of the forces, D.13.4; but τὸ σ. (sc. πλῆθος) the soldiery, Th.8.83, UPZ110.103 (ii B.C.), Hdn.1.5.8; τὰ στρατιωτικά (sc. ἔργα, πράγματα) military affairs, Pl.Ion 540e, X.Cyr.2.1.22; military funds, ὁ ταμίας τῶν σ. Arist.Ath.47.2, IG22.1009.19, OGI771.44 (Delos, ii B.C.); ταμιεῖον ὃ καὶ -κὸν ἐπωνόμασε,= Lat. aerarium militare, D.C.55.25. II fit for a soldier, military, like στρατεύσιμος, σ. ἡλικία the military age, X.Cyr.6.2.37; φίλον εἶχόν τινα στρατιωτικόν a military friend, Phoenicid. 4.5; νεανίσκος σ. serving in the army, Gal.6.376. Adv. -κῶς, ζῆν Isoc. 12.79: Comp., of ships, -κώτερον παρεσκευασμένοι equipped rather as troop-ships, Th.2.83. III warlike, soldierlike, γένη Arist. Pol.1269b25, cf. Plb.22.22.3; -κώτερος ἢ πολιτικώτερος Id.22.10.4; -ωτικὴ προπέτεια, opp. στρατηγικὴ πρόνοια, Id.3.105.9. Adv. -κῶς like a rude soldier, brutally, Id.21.38.2. IV σ. φάρμακα, κολλύριον, name of certain eye-salves, Aët.7.79; stratioticum, CIL13.10021.199 (Gaul); στρατι<ωτι>κωτέραις ὕλαις dub. cj. in Sever.Clyst.31.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 952] zum Krieger od. Soldaten gehörig; ὅρκος στρ., der Soldateneid; zum Kriegsdienste tauglich, ἡλικία, Xen. Cyr. 6, 2, 18; für Krieger brauchbar, οἰκήσεις, Plat. Rep. III, 415 e; – τὸ στρατιωτικόν, sc. πλῆθος, die Kriegerschaar, das Heer, Thuc. 8, 83; – τὰ στρατιωτικά, sc. ἔργα, πράγματα, das Soldaten- od. Kriegswesen, Xen. Cyr. 2, 1, 12 Mem. 3, 5, 21, Plat. Ion 540 e; – χρήματα, Geld für das Heer, im Ggstz der θεωρικά, oft bei Dem. – Thuc. 2, 83 sagt οἱ Κορίνθιοι ἔπλεον μὲν οὐχ ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν, ἀλλὰ στρατιωτικώτερον παρεσκευασμένοι ἐς τὴν Ἀκαρνανίαν, mehr zum Landkriege; oft bei Sp., wie Pol., bei denen es auch zuweilen die Bdtg »nach roher Soldaten Weise« annimmt, ἐχρήσατο τῇ τύχῃ στρατιωτικῶς, Pol. 22, 21, 6.

Greek (Liddell-Scott)

στρᾰτιωτικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς στρατιώτην, οἰκήσεις Πλάτ. Πολ. 415Ε· σκηνὴ Ξεν. Κύρ. 4. 5, 39, κτλ.· ὅρκος Διον. Ἁλ. 6. 23· χρήματα Δημ. 14. 18· - τὸ στρατιωτικὸν (ἐξυπακ. ἀργύριον), ὁ μισθὸς τῶν στρατιωτῶν, Δημ. 167. 16· ἀλλά, τὸ στρατιωτικὸν (ἐξυπακ. πλῆθος), οἱ στρατιῶται, Θουκ. 8. 83· τὰ στρατιωτικὰ (ἐξυπακ. ἔργα, πράγματα), στρατιωτικαὶ ὑποθέσεις, Πλάτ. Ἴων. 540Ε, Ξεν. Κύρ. 2. 1, 22.
ΙΙ. ὁ ἁρμόζων εἰς στρατιώτην, ὡς τὸ στρατεύσιμος, στρ. ἡλικία αὐτόθι 6. 2, 37· φίλον εἶχόν τινα στρατιωτικὸν Φοινικίδ. ἐν Ἀδήλ. 1. 5.
ΙΙΙ. πολεμικός, φιλοπόλεμος, ἐμπρέπων στρατιώτῃ, ἀρειμάνιος, γένη Ἀριστ. Πολιτ. 2. 9, 7, πρβλ. Πολύβ. 23. 17, 3, ἀντίθετον τῷ πολιτικός, αὐτόθι 10. 4· ἀλλὰ καὶ τοῦ στρατηγικός, ὁ αὐτ. 3. 105, 9. Β. Ἐπίρρ., ὡς στρατιώτης, στρατιωτικῶς ζῆν Ἰσοκρ. 248Ε· ὡς ἄξεστος στρατιώτης, ἀγροίκως, κτηνωδῶς, Πολύβ. 22. 21, 6. 2) ἐπὶ πλοίων στρατιωτικότερον παρεσκευασμένοι, μᾶλλον πρὸς μεταφορὰν στρατιωτῶν ἢ πρὸς ναυμαχίαν, Θουκ. 2. 83.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
I. qui concerne le soldat, de soldat ; subst. :
1 τὸ στρατιωτικόν (s.e. πλῆθος) l’armée, la soldatesque ; ou (s.e. ἀργύριον) la paye du soldat, la solde;
2 τὰ στρατιωτικά (s.e. ἔργα) les exercices du soldat;
II. propre au métier de soldat ; στρατιωτικὴ ἡλικία XÉN âge du service militaire.
Étymologie: στρατιώτης.

Greek Monolingual

-ή, -ό / στρατιωτικός, -ή, -όν, ΝΜΑ στρατιώτης
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στρατό ή στον στρατιώτη (α. «στρατιωτικά δικαστήρια» β. «στρατιωτική στολή» γ.» στρατιωτικαὶ οἰκήσεις», Πλάτ.)
2. το αρσ. ως ουσ. ο στρατιωτικός
άτομο που υπηρετεί μόνιμα στον στρατό, ιδίως ξηράς
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα στρατιωτικά
(ενν. έργα ή πράγματα) οι στρατιωτικές υποθέσεις, οι γνώσεις ή τα θέματα που είναι σχετικά με τον στρατό (α. «υπουργός στρατιωτικών» β. «καὶ ἐπιστήμονα τῶν στρατιωτικῶν», Ξεν.)
νεοελλ.
1. το ουδ. ως ουσ. το στρατιωτικό
α) ο στρατός ή το στρατιωτικό επάγγελμα
β) η στρατιωτική θητεία
2. φρ. α) «στρατιωτική διοίκηση» — άσκηση κρατικής εξουσίας από στρατιωτικούς
β) «στρατιωτικός νόμος»
(νομ.) παρωχημένος χαρακτηρισμός του νόμου περί θέσεως μέρους ή συνόλου της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας
γ) «στρατιωτικά δικαστήρια»
(νομ.) δικαστήρια που εκδικάζουν τις αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις στρατιωτικών κάθε βαθμού
δ) «στρατιωτικά εγκλήματα»
(νομ.) οι αξιόποινες πράξεις και παραλείψεις τών στρατιωτικών, τόσο τών μόνιμων όσο και τών επί θητεία
ε) «στρατιωτικές γέφυρες»
(στρ.-τεχνολ.) ειδικές γέφυρες, συνήθως προσωρινές και λυόμενες, δηλαδή γέφυρες που είναι δυνατόν να αποσυντεθούν χωρίς καταστροφή του μέγιστου μέρους τών τμημάτων τους και να επαναχρησιμοποιηθούν
στ) «στρατιωτικές ακαδημίες»
στρ. σχολές για την εκπαίδευση και την εκγύμναση τών αξιωματικών τών ενόπλων δυνάμεων
ζ) «στρατιωτική αστυνομία»
στρ. η στρατονομία
η) «στρατιωτική δικαιοσύνη»
(νομ.) σύνολο δικαιοδοτικών οργάνων, συνταγματικώς θεσμοθετημένων για τη διερεύνηση, εκδίκαση και τιμωρία αξιόποινων πράξεων και παραλείψεων που διαπράττονται από άνδρες και γυναίκες τών Ενόπλων Δυνάμεων καθώς και το αποτέλεσμα της λειτουργίας τους
θ) «στρατιωτική θητεία» — το διάστημα κατά το οποίο ένας πολίτης κατατάσσεται και υπηρετεί υποχρεωτικά στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας
ι) «στρατιωτική ιατρική»
ιατρ. η ιατρική ως σύνολο ειδικοτήτων που ασχολούνται με τα μέτρα για τη διατήρηση, την προστασία και την αποκατάσταση της υγείας τών στρατιωτών υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες διαβίωσής τους
ια) «Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια» — εξάτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό και, ειδικότερα λεξικογραφικό αρχείο τών ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων
ιβ) «στρατιωτική μουσική» — μουσική γραμμένη κυρίως για πνευστά όργανα που προορίζεται για τις ποικίλες εκδηλώσεις της στρατιωτικής ζωής
ιγ) «στρατιωτικοί κανονισμοί» — βιβλία στα οποία αναφέρονται τα ισχύοντα διατάγματα, σύμφωνα με τα οποία στρατολογούνται οι στρατεύσιμοι της χώρας, εξετάζονται από υγειονομική πλευρά, κατανέμονται σε ειδικότητες, κατατάσσονται στον στρατό, υπηρετούν και, τέλος, απολύονται από τις τάξεις του ενεργού στρατού
ιδ) «στρατιωτικές οδοί»
(παλαιότερα) οδοί τις οποίες κατασκεύαζαν συμπληρωματικώς και χρησιμοποιούσαν για τη διευκόλυνση τών εκστρατειών
ιε) «στρατιωτικοί υπάλληλοι» — όλοι οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί όλων τών κλάδων τών ενόπλων δυνάμεων
ιστ) «στρατιωτικό ποινικό δίκαιο»
(νομ.) το κωδικοποιημένο σύνολο τών ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων που αφορούν στην πρόβλεψη, τη διαπίστωση, την εκδίκαση και την τιμωρία τών στρατιωτικών εγκλημάτων
ιζ) «στρατιωτικό συμβούλιο»
(στρ. ποιν. δίκ.) δικαστικό συμβούλιο της στρατιωτικής δικαιοσύνης με ανακριτικές αρμοδιότητες
αρχ.
1. ο κατάλληλος για υπηρεσία στον στρατό, ο στρατεύσιμος («στρατιωτική ηλικία», Ξεν.)
2. ο φιλοπόλεμος
3. το ουδ. ως ουσ. α) (ενν. ἀργύριον) ο μισθός τών στρατιωτικών
β) (ενν. πλήθος) ο στρατός
4. φρ. «στρατιωτικὸν κολλύριον» — είδος αλοιφής για τα μάτια.
επίρρ...
στρατιωτικώς /στρατιωτικῶς ΝΜΑ και στρατιωτικά Ν
όπως οι στρατιώτες, κατά τον τρόπο του στρατού ή τών στρατιωτικών («καὶ βασιλικὸν βίον ἀφέντας στρατιωτικῶς ζῆν», Ισοκρ.)
αρχ.
1. (κατ' επέκτ.) με βάρβαρο τρόπο, σαν αγροίκος
2. για χρήση από τον στρατό.

Greek Monotonic

στρᾰτιωτικός: -ή, -όν,
I. 1. αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε στρατιώτες, σε Ξεν. κ.λπ.· τὸ στρατιωτικόν (ενν. ἀργύριον), μισθός στρατιωτών, σε Δημ.· αλλά, τὸ στρατιωτικόν (ενν. πλῆθος), στρατιώτες, στράτευμα, σε Θουκ.· τὰ στρατιωτικὰ (ενν. πράγματα), στρατιωτικές υποθέσεις, σε Ξεν.
2. κατάλληλος για στρατιώτη, στρατιωτικός· στρατιωτικὴ ἡλικία, κατάλληλη ηλικία για στράτευση, ηλικία στρατεύσιμου νέου, στον ίδ.
3. πολεμικός, φιλοπόλεμος, πολεμοχαρής, γένη, σε Αριστ.
II. επίρρ., με τον τρόπο του στρατιώτη, όπως ο στρατιώτης, με πειθαρχία, σε Ισοκρ.· λέγεται για πλοία, στρατιωτικότερον παρεσκευασμένοι, εξοπλισμένα μάλλον για τη μεταφορά στρατιωτών παρά για ναυμαχία, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

στρᾰτιωτικός:
1) солдатский (οἰκήσεις Plat.);
2) предназначенный для ведения войны, военный (χρήματα Dem.);
3) военнообязанный, годный для военной службы (ἡλικία Xen.);
4) воинственный (γένη Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρατιωτικός -ή -όν [στρατιά] soldaten-, van soldaten:; ἔκπωμα στρατιωτικόν soldatenbeker Critias B 34; σ. ἡλικία leeftijd voor militaire dienst Xen. Cyr. 6.2.37; σ. γένη soldatenvolkeren Aristot. Pol. 1269b25; subst..; τὸ στρατιωτικόν de soldaten Thuc. 8.83.3; subst. τὰ στρατιωτικά krijgszaken:; τὰ στρατιωτικὰ γιγνώσκεις je hebt verstand van krijgszaken Plat. Ion 540e; oorlogsbudget:; Dem. 19.291; adv. στρατιωτικῶς soldatesk, op de manier van soldaten, op militaire wijze, comp.. στρατιωτικώτερον παρεσκευασμένοι eerder voorbereid op de wijze van een landleger (en niet van een vloot) Thuc. 2.83.3.

Middle Liddell

στρᾰτιωτικός, ή, όν [from στρᾰτιώτης]
I. of or for soldiers, Xen., etc.:— τὸ στρ. (sc. ἀργύριον) the pay of the forces, Dem.; but, τὸ στρ. (sc. πλῆθοσ) the soldiery, Thuc.; τὰ στρατιωτικά (sc. πράγματἀ military affairs, Xen.
2. fit for a soldier, military, στρ. ἡλικία the military age, Xen.
3. warlike, soldierlike, γένη Arist.
II. adv. like a soldier, Isocr.:—of ships, στρατιωτικώτερον παρεσκευασμένοι equipped rather as troop-ships than for battle, Thuc.