Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔλπω

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: ἔλπω Medium diacritics: ἔλπω Low diacritics: έλπω Capitals: ΕΛΠΩ
Transliteration A: élpō Transliteration B: elpō Transliteration C: elpo Beta Code: e)/lpw

English (LSJ)

(ἐέλπω only Hsch.

   A s.v. ἐέλποιμεν), causal, only found in pres. (exc. ἔλπεον· ἤλπιζον, Id.), cause to hope, πάντας μὲν ἔλπει she feeds all with hope, Od.2.91, 13.380; perh. also, cause to expect, Max.178 (but may, = expect).    II elsewh. in Med., ἔλπομαι, Ep. ἐέλπομαι, ἠλπόμην Od.9.419, Alc.Supp.22.8, Pi.P.4.243, etc.: Ep. 3sg. impf. ἔλπετο and ἐέλπ-, Od.3.275, Il.12.407 (ἔλπετο also in Luc.Syr.D.22): pf. ἔολπα Il.22.216, Od.5.379, Hes.Op.[273], A.R.2.147, etc.: 3sg. plpf. ἐώλπει Il.19.328, Od.20.328, A.R.3.370, Theoc.25.115:—hope or expect, Ep., Lyr., Ion. (not in Hp.) for Att. ἐλπίζω (q.v.):— Constr., like ἐλπίζω: c. acc. and fut. inf., Il.13.8, B.Fr.12: c. aor. inf., Il.7.199, Pi.P.4.243 codd., N.4.92: c. pf. inf., Il.15.110: sts. the inf. must be supplied, ἐκτελέσας μέγα ἔργον ὃ οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ (sc. ἐκτελέειν) Od.3.275: c. acc. rei, Il.13.609, 15.539; ἅσσα οὐκ ἔλπονται Heraclit.27: later, c. gen. rei, πολυγλαγέος ἐνιαυτοῦ Arat.1100: ὡς... dub. l. in Orph.A.846: abs., Heraclit.18: Homeric phrases, ἔλπετο θυμῷ Il.17.404, al.; also μάλα δέ σφισιν ἔλπετο θυμός 17.495; ἔλπετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἑκάστου 15.701; ἤλπετ' ἐνὶ φρεσί Od.9.419.    2 expect anxiously, fear, ἐλπόμενός τί οἱ κακὸν εἶναι having a foreboding that... Hdt.9.113.    3 generally, deem, suppose, οὔ ποθι ἔλπομαι οὕτως δεύεσθαι πολέμοιο . . Ἀχαιούς Il.13.309, cf. Theoc. 7.31; ἐπὴν ἡμέας ἔλπῃ ποτὶ δώματ' ἀφῖχθαι Od.6.297, cf. 23.345; ἔλπετο γὰρ κατὰ θυμὸν . . ἑταίρους . . ἰέναι (pres. inf.) Il.10.355; οὐ γὰρ ὅ γ' ἀθανάτων τιν' ἐέλπετο . . Τρώεσσιν ἀρηξέμεν Il.13.8, cf. 7.199, 15.110, Orac. ap. Hdt.1.65, AP5.115 (Marc. Arg.); λάσην Alc. l.c. (ϝελπ-, ἐϝέλπομαι, ϝέϝολπα, cf. Lat. volup.)

German (Pape)

[Seite 803] (eigtl. Fελπ, vgl. ἐπιέλπομαι), 1) Hoffnungmachen, hoffen lassen; πάντας μέν ῥ' ἔλπει Od. 2, 91. 13, 380. – 2) med., ἔλπομαι, ep. auch ἐέλπομαι, ἐέλπεται Il. 10, 105. 13, 813, ἐελποίμην 8, 196. 17, 488, impf. ἐέλπετο, Od. 9, 419 μ' ἤλπετο; perf. ἔολπα, plusqmpf. ἐώλπειν, die praes.- u. impf.-Bdtg haben; hoffen, erwarten, von der Zukunft Etwas vermuthen; c. acc., νίκην, Il. 15, 539 u. öfter; c. inf. fut., 17, 603. 488; θυμῷ ἔλπ., ὃν κατὰ θυμόν, 13, 8; ἐν στήθεσσιν, auch θυμὸς ἔλπεται, ἤλπετο, Od. 9, 419; Hes. O. 271; Pind. u. a. D.; ὡς u. fut., Orph. Arg. 844; parenthetisch, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὅγ' ἔλπομ' ἐνὶ πρώτοισιν ὁμιλεῖ Il. 18, 194; vgl. Archil. frg. 42; meinen, glauben, c. inf. praes., Il. 13, 309; Theocr. 7, 31; θεὸν εἶναί σε ἔλπομαι Her. 1, 65. Auch ἤδη γὰρ νῦν ἔλπομ' Ἄρηί γε πῆμα τετύχθαι, Il. 15, 110; mit dem aor., 7, 199, vgl. Theocr. 25, 174, zu dem noch ἄν tritt, Her. 2, 11. – Auch = fürchten, Il. 13, 8; ἐλπόμενός τί οἱ κακὸν εἶναι Her. 9, 113. – Vgl. übrigens das bei den Attikern gebräuchliche ἐλπίζω.

Greek (Liddell-Scott)

ἔλπω: (ἴδε ἐν τέλει), μεταβατ., μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ., κάμνω τινὰ νὰ ἐλπίζῃ, πάντας μέν ῥ’ ἔλπει, «εἰς ἐλπίδα ἄγει, ἐλπίζειν ποιεῖ» (Σχόλ.), Ὀδ. Β. 91. Ν. 380. ΙΙ. ἀλλαχοῦ ἐν τῷ μέσ. ἔλπομαι, Ἐπ. ἐέλπομαι· γ΄ ἑνικ. παρατ. ἔλπετο καὶ ἐέλπ- μετ’ αὐξήσεως, μόνον ἅπαξ παρ’ Ὁμ., ἐν Ὀδ. Ι. 419· ὡσαύτως πρκμ. εἶλπα Ἰλ. Χ. 216, Ὀδ. Ε. 379, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 271· γ΄ ἑνικ. ὑπερσ. ἐέλπει Ἰλ. Τ. 328, Ὀδ. Υ. 328, κτλ. Ἐλπίζω ἢ προσδοκῶ, τρέφω ἐλπίδας, συχν. παρ’ Ὁμ. καὶ Πινδ., ἅπαξ παρ’ Ἡσ. (ἔνθ’ ἀνωτ.) καὶ Ἡροδ. (ἂν καὶ οὗτος ἐπίσης μεταχειρίζεται συχνάκις καὶ τὸν Ἀττ. τύπον ἐλπίζω): Συντάσσεται ὡς τὸ ἐλπίζω: ἀλλὰ παρ’ Ὁμ. τὸ πλεῖστον μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ. μέλλ. Ἰλ. Ν. 8, κτλ.· ἀορ. Η. 199· πρκμ. Ο. 110· ἐνίοτε ὡσαύτως μετ’ αἰτ. πράγμ. Ν. 609, Ο. 539· ἀλλ’ ἐνίοτε τὸ ἀπαρέμφ. δέον νὰ νοηθῇ, ἐκτελέσας μέγα ἔργον ὃ οὔ ποτε ἔλπετε θυμῷ (ἐνν. ἐκτελέσειν) Ὀδ. Γ. 275: ὁ Ὅμ. φιλεῖ τὰς πλεοναστικὰς φράσεις, ἔλπετο θυμῷ Ἰλ. Ρ. 404, κτλ.: ἔλπετο γὰρ κατὰ θυμὸν Κ. 355· ἐέλπετο ὃν κατὰ θυμὸν Ν. 8· ὡσαύτως, μάλα δέ σφισιν ἔλπετο θυμὸς Ρ. 495· ἔλπετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἑκάστου Ο. 701· ἤλπετ’ ἑνὶ φρεσὶ Ὀδ. Ι. 419. 2) ἀνησύχως περιμένω, φοβοῦμαι, μετὰ τῆς αὐτῆς συντάξεως, Ὅμ.: ἐλπόμενος τὶ οἱ κακὸν εἶναι Ἡρόδ. 9. 113. 3) καθόλου, νομίζω, ὑποθέτω, οὔ ποθι ἔλπομαι οὕτω δεύεσθαι πολέμοιο... Ἀχαιοὺς Ἰλ. Ν. 309· ἐπὴν ἡμέας ἔλπῃ ποτὶ δώματ’ ἀφῖχθαι Ὀδ. Ζ. 297· οὐ γὰρ ὅ γ’ ἀθανάτων τιν’ ἐέλπετο ὃν κατὰ θυμὸν ἐλθόντ’ ἢ Τρώεσσιν ἀρηξέμεν, κτλ., Ἰλ. Ν. 8. πρβλ. Η. 199, Ο. 110, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 1. 65. (Ἐκ τῆς √ϜΕΛΠ ὡς φαίνεται ἐκ τῶν τύπων ἐέλπομαι, ἔολπα: ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὰ ἐλπίς, ἐλπίζω, ἐλπωρή, καὶ ἐπαλπνος, ἄλπνιστος, πρβλ. Λατ. volup, volupe (Plaut.), volup-tas).

French (Bailly abrégé)

seul. prés. 3ᵉ sg. ἔλπει;
faire espérer : τινα donner de l’espoir à qqn;
Moy. εἴλπομαι (impf. ἠλπόμην, pf. ἔολπα au sens du prés., pqp. ἐώλπειν au sens de l’impf.) : propr. attendre, s’attendre à, d’où
1 en b. part espérer, acc.;
2 simpl. penser, croire;
3 en mauv. part craindre.
Étymologie: R. Ϝελπ, espérer ; cf. lat. voluptas.

English (Autenrieth)

(ϝέλπω), usually mid. ἔλπομαι, ἐέλπεται, ipf. ἔλπετο, perf. ἔολπα (ϝέϝολπα), plup. ἐώλπει: act., make to hope, give hopes, Od. 2.91, Od. 13.380; mid., hope, expect, alsothink,’ Il. 9.40, Il. 13.309, Il. 19.328, Od. 9.419, Od. 21.314; even in bad sense, implying fear or apprehension, Il. 15.110; w. acc. νίκην, Il. 13.609, Il. 15.539; τοῦτο, Od. 21.317; foll. by inf., fut. in the meaning hope, in other meanings by tenses referring to the past, Il. 7.199, etc., freq. θῦμῷ, κατὰ θῦμόν, ἐνὶ φρεσί, also θῦμὸς ἔλπεται, Il. 15.701.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἐέλπω Il.8.196, 10.105, 13.813, 17.488, Orác. en Eun.VS 465

• Morfología: [med. pres. 2a sg. ἔλπεαι Il.9.40, Pi.Fr.61, Opp.H.2.305, imperat. 2a sg. ἔλπεο Il.20.201, Thgn.47, Q.S.7.86, Gr.Naz.M.37.504A; impf. act. 1a sg. ó 3a plu. ἔλπεον Hsch., med. 2a sg. ἔλπεο Q.S.9.250, 3a sg. ἔλπετο Il.13.8, Od.3.275, Pi.P.4.243, Luc.Syr.D.22, ἐέλπετο Il.12.407, Hes.Fr.200.8, Orph.A.534; perf. 1a sg. ἔολπα Il.22.216, Od.5.379, Hes.Op.273, h.Cer.213, A.R.2.147, Q.S.6.421; plusperf. 3asg. ἐώλπει Il.19.328, Od.20.328, A.R.3.370, Theoc.25.115, AP 8.85 (Gr.Naz.)]
I v. med. y tema de perf. act.
1 ref. a hechos futuros esperar, tener la esperanza de o en ref. a hechos considerados reales o posibles:
a) c. ac. abstr. esperar para sí, tener la esperanza de obtener ἔτι δ' ἔλπετο νίκην todavía tenía esperanzas de vencer, Il.15.539, cf. 13.609, πάντα νοήματα ... ὅσα πού νυν ἐέλπεται Il.10.105, ἐκτελέσας μέγα ἔργον, ὃ οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ Od.3.275, ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἅσσα οὐκ ἔλπονται Heraclit.B 27, cf. Od.21.317, Archil.28.12, ἔλπεσθαι χρὴ πάντα hex. en Iambl.VP 139, ἔλπεο δ' αἰὲν ἀρείονα Q.S.7.86, cf. Gr.Naz.l.c.
tb. c. gen. ἐλπόμενος ... πολυγλαγέος ἐνιαυτοῦ Arat.1100;
b) c. inf. u or. de inf. en fut. esperar (que), confiar en (que), tener esperanzas de (que) ἔολπας ἐνὶ φρεσί, φαίδιμ' Ἀχιλλεῦ, ἤματι τῷδε πόλιν πέρσειν Τρώων ἀγερώχων Il.21.583, cf. 17.488, Batr.(1) 291, Orph.A.846, Nonn.D.36.353, τοι θυμὸς ἐέλπεται ἐξαλαπάξειν νῆας Il.13.813, cf. 15.701, μὴ δὴ ἐπέεσσί με ... ἔλπεο δειδίξεσθαι Il.20.201, ἤλπ[ε] το λάσην tenía la esperanza de pasar inadvertido Alc.69.8, νῦν δὴ νῷ ἔολπα ... οἴσεσθαι μέγα κῦδος Ἀχαιοῖσι Il.22.216, μοι θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἐώλπει οἶον ἐμὲ φθίσεσθαι ἀπ' Ἄργεος mi ánimo albergaba en mi pecho la esperanza de que tan sólo yo moriría lejos de Argos, Il.19.328, cf. 13.8, Od.20.328, AP 9.346 (Leon.Alex.)
expr. probabilidad esperar, considerar probable que οὐδ' ὥς σε ἔολπα ὀνόσσεσθαι κακότητος ni aun así espero que menosprecies tu desgracia, Od.5.379, δῆλ' ἀγνοήσειν μὲν οὔ σ' ἔλπομαι no espero que tú desconozcas lo evidente B.Fr.16;
c) c. inf. u or. de inf. en pres. τὰ δ' αὐτὸς ἀντιτύχῃ, ἔλπεταί τις ἕκαστος ἐξοχώτατα φάσθαι aquello que tiene ante sí, cada uno espera cantarlo del mejor modo Pi.N.4.92, cf. Opp.l.c., τὰ γ' οὔπω ἔολπα τελεῖν Δία espero que Zeus no permita tales cosas Hes.Op.273, ἔλπεο μὴ δηρὸν κείνην πόλιν ἀτρεμέεσθαι Thgn.l.c., ἔλπομαι ... ὑγιέα εἶναι τὸν Δημόκριτον Hp.Ep.16, raro en v. act. σαυτὸν ἔελπε συνήορα καὶ μακάρεσσιν ἔμμεναι ἀθανάτοισιν Orác. en Eun.l.c.;
d) c. inf. aor. οἱ θυμὸς ἐέλπετο κῦδος ἀρέσθαι Il.12.407, esp. de esperanzas consideradas dudosas o irrealizables ἔλπετο δ' οὐκέτι οἱ κεῖνόν γε πράξασθαι πόνον Pi.P.4.243, οὐ γὰρ οἱ ἐέλπετο κῦμα περῆσαι Orph.A.534, ἰδοῦσα ... τὰ οὔποτε ἔλπετο Luc.l.c., οὐδὲ ... Ὑλαῖον ... ἔολπα ... ἐν Ἄϊδι μωμήσασθαι τοξότιν no creo que Hileo en el Hades haga reproches a la arquera Call.Dian.221, τάχ' ἔολπας ὑπεκφυγέειν κακὸν ἦμαρ, ἀλλ' οὐ μάν quizá esperas escapar del día funesto, pero no Q.S.6.421, tb. de esperanzas no cumplidas ἔλπετο γὰρ Κυθέρειαν ... υἷα τεκεῖν σκάζοντα esperaba (sc. Hefesto) que Citerea daría a luz un hijo cojo Nonn.D.5.140;
e) c. complet. c ὡς: οὔποτ' ἐώλπειν, ὥς ῥα κατακρύψει (sc. ὁ τύμβος) τοὺς πυμάτους προτέρους nunca había imaginado que (esta tumba) ocultaría en primer lugar a los últimos, AP 8.85 (Gr.Naz.).
2 ref. a hechos simultáneos o pasados esperar en el sent. de pensar, suponer, imaginarse que
a) ref. al pres., c. inf. u or. de inf. de pres. οὔ ποθι ἔλπομαι οὕτω δεύεσθαι πολέμοιο ... Ἀχαιούς no creo que en ningún otro lado los aqueos sean tan inferiores en la batalla, Il.13.309, οὕτω ... μ' ἤλπετ' ἐνὶ φρεσὶ νήπιον εἶναι Od.9.419, οὔ σε κακῶν ἄπ' ἔολπα τοκήων ἔμμεναι h.Cer.l.c., οὐδέν κω ἀκηκοὼς τούτων, ἐλπόμενος δέ τί οἱ κακὸν εἶναι sin haber oído nada de esto, pero pensando que algún mal lo amenazaba Hdt.9.113, cf. Il.9.40, 10.355, Hes.Fr.200.8, h.Merc.224, Pi.Fr.61, Theoc.25.115, Q.S.3.78
μᾶλλον (σε) θεὸν ἔλπομαι (sc. εἶναι) más bien te considero un dios Orác. en Hdt.1.65, σὺ δ' ἔλπεαι πολλὸν ἄριστον εἶναι; ¿pensabas que tú eras mucho mejor?, Q.S.9.250, cf. Theoc.7.31, AP 5.115 (Phld.)
abs. en frase parentética καὶ αὐτὸς ὅ, ἔλπομ', ἐνὶ πρώτοισιν ὁμιλεῖ también él, supongo, combate entre los primeros, Il.18.194, cf. Hdt.2.43, A.R.3.387
raro c. inf. de aor. ἔλπετο καλλιπέτηλον ἰδεῖν φυτόν creía ver una planta de bellas hojas en sueños, Nonn.D.7.144;
b) ref. al pasado, gener. c. inf. u or. de inf. en aor. o perf. οὐδ' ἐμὲ νήϊδα γ' οὕτως ἔλπομαι ἐν Σαλαμῖνι γενέσθαι τε τραφέμεν τε pues no creo haber nacido y crecido en Salamina tan inexperto, Il.7.199, cf. Od.23.345, A.R.3.370, Mosch.4.55, ἐπὴν ἡμέας ἔλπῃ ποτὶ δώματ' ἀφῖχθαι cuando pienses que hemos llegado al palacio, Od.6.297, ἤδη γὰρ νῦν ἔλπομ' Ἄρηΐ γε πῆμα τετύχθαι supongo que ahora ya está cometida la falta contra Ares, Il.15.110, τό μιν οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ τεθνάμεν no imaginaba en absoluto que aquél hubiera muerto, Il.17.404
c. neg. y or. de inf. en aor. c. ἄν, expr. irreal de pasado ἐγὼ κείνου παρεόντος ἔολπα οὐδ' ἂν πυγμαχίῃ κρινθήμεναι pues yo creo que si hubiera estado aquí ni siquiera se habría decidido mediante pugilato A.R.2.147;
c) ref. a un fut. hipotético, con or. de inf. en aor. c. ἄν: ἐγὼ μὲν γὰρ ἔλπομαί γε καὶ μυρίων ἐντὸς χωσθῆναι ἄν pues yo creo que incluso en diez mil (años) podría quedar cegado el Mar Rojo en caso de desviar su curso el Nilo, Hdt.2.11.
3 c. ac. de pers. esperar, aguardar μελάθροις ... πόσιν πολυφ[ίλ] τατον ἔλπεο Παῦλον Dioscorus 35.10.
II v. act. fact.
1 c. ac. de pers. dar esperanzas πάντας μὲν ἔλπει Penélope a los pretendientes Od.2.91, 13.380.
2 c. ac. de abstr., prob. hacer esperar ἂν ἀκεσφορίην ἀνεμώλιον ἔλποι Max.178.

• Etimología: De *H1u̯el- ‘querer’ c. alarg. -p-, cf. lat. uelle sin alarg. y gr. ἔλδομαι c. alarg. -d-.

Greek Monolingual

ἔλπω και ἐέλπω (Α)
1. δίνω ελπίδες
2. (μέσ., -ομαι)
ελπίζω, περιμένω
3. μέσ. φοβάμαι κάτι («ἐλπόμενος δέ τὶ οἱ κακόν ἔσεσθαι», Ηρόδ.)
4. νομίζω, υποθέτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεργητικός μεταβιβαστικός ενεστ. έλπω είναι υστερογενής έναντι του αρχικού θεματικού ενεστώτος (F)έλπομαι, ε(F)έλπομαι, με παρακμ. (F)ε(F)ολπα. Οι τ. αυτοί δεν έχουν ακριβή αντίστοιχα στις άλλες ΙΕ γλώσσες. Ίσως μπορούν να συνδεθούν με λατ. volup(e) στο volup(e) est «μού είναι ευχάριστο» καθώς και με τα ελλ. άλπνιστος και αρπαλέος. Παράλληλα προς το (F)έλπομαι απαντά και τ. (F)έλδομαι. Και οι δύο ανάγονται σε ΙΕ ρίζα wel- «θέλω, εκλέγω» (πρβλ. λατ. vel-le, γερμ. wollen «θέλω»)].

Greek Monotonic

ἔλπω:I. μόνο σε ενεστ., κάνω κάποιον να ελπίζει, πάντας ἔλπει, τρέφει τους πάντες με ελπίδα, τους κάνει να ελπίζουν, σε Ομήρ. Οδ.
II. Μέσ., ἔλπομαι, Επικ. ἐέλπομαι· γʹ ενικ. παρατ. ἤλπετο, Επικ. επίσης ἔλπετο και ἐέλπ-· παρακ. ἔολπα· γʹ ενικ. υπερσ. ἐώλπει·
1. ελπίζω, προσδοκώ, τρέφω ελπίδες, σε Όμηρ., Ηρόδ.· όπως το Αττ. ἐλπίζω,
2. περιμένω, αναμένω με ανησυχία, φοβούμαι, σε Όμηρ., Ηρόδ.
3. γενικά, νομίζω, θεωρώ, υποθέτω, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἔλπω:
1) (только praes.) внушать надежду, обнадеживать Hom.;
2) med., эп. тж. ἐέλπομαι Hom., Her., Theocr. = ἐλπίζω 1-3.

Middle Liddell

active ἔλπω only in pres.]
I. to make to hope, πάντας ἔλπει feeds all with hope, Od.
II. Mid. to hope or expect, indulge hope, Hom., Hdt.; like attic ἐλπίζω.
2. to expect anxiously, to fear, Hom., Hdt.
3. generally, to think, deem, suppose, Il.