Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναλογίζομαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀναλογίζομαι Medium diacritics: ἀναλογίζομαι Low diacritics: αναλογίζομαι Capitals: ΑΝΑΛΟΓΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: analogízomai Transliteration B: analogizomai Transliteration C: analogizomai Beta Code: a)nalogi/zomai

English (LSJ)

   A reckon up, sum up, τὰ ὡμολογημένα Pl.Prt.332d, cf. R.330e: abs., ἐκ τῶν προειρημένων ἀ. ib.524d; τὰ δεινά X.Mem.2.1.4, cf. Ep.Heb.12.3; τὰ γεγονότα καὶ τὰ παρόντα πρὸς τὰ μέλλοντα ἀ. calculate the past and the present in comparison with the future, Pl.Tht.186a; ἀ. τι πρός τι Arist.Pol. 1320b20; ἐκ τούτων ἀ. make calculations from... Id.Cael.293a33; infer, Epicur.Nat.14.4, Phld.D.1.13, Diog.Oen.Fr.38.    2 calculate, consider, Th.5.7, Lys.14.47.    3 foll. by a Conjunction, ἀ. ὡς . . calculate or reflect that, Th.8.83, X.HG2.4.23, etc.; take into account, Phld.Herc.1251.5.    4 recapitulate, Hyp.Phil.4.

German (Pape)

[Seite 196] med., bei sich überrechnen, zusammenrechnen, zusammenfassen, τὰ ὡμολογημένα, Plat. Prot. 332 d; τοὺς τόκους, die Zinsen, κατ' ὄνομα, namentlich aufzählen, Strato bei Ath. IX, 882 c; überlegen, erwägen, neben σκοπεῖν, Plat. Crat. 899 c; Thuc. 5, 7; ὅτι, 8, 83; ἀναλογιζομένη ἐν ἑαυτῇ τὰ γεγονότα πρὸς τὰ μέλλοντα, die Vergangenheit mit der Zukunft zusammenhalten, um ihr Verhältniß zu einander zu beurtheilen, Plat. Theaet. 186 a; ähnl. bei Sp. – Xen. Mem. 2, 1, 4 von Rebhühnern, τὰ δεινὰ ἀναλ., die Gefahr bemerken.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναλογίζομαι: ἀποθ., λογαριάζω κατ’ ἐμαυτόν, συγκεφαλαιῶ, ἀναλογίζομαι, τὰ ὡμολογημένα Πλάτ. Πρωτ. 332C, πρβλ. Πολ. 474D· τὰ δεινὰ Ξεν. Ἀπομν. 2. 1, 4· τὰ γεγονότα καὶ τὰ παρόντα πρὸς τὰ μέλλοντα ἀναλ., ὑπολογίζω τὰ παρόντα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μέλλοντα, Πλάτ. Θεαίτ. 186Α· ἀναλ. τι πρός τι Ἀριστ. Πολιτ. 6. 6, 1· ἐκ τούτων ἀναλ. = ὑπολογίζω ἐκ τούτων, ὁ αὐτ. Οὐρ. 2. 13, 3. 2) ὑπολογίζω, ἐξετάζω, θεωρῶ τι, Θουκ. 5. 7, Λυσ. 144. 10. 3) ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρακολουθεῖται ὑπὸ συνδέσμου, ἀναλ. ὡς .. ὅτι .., ἀναλογίζομαι, σκέπτομαι, ἐνθυμοῦμαι ὅτι .., Θουκ. 8. 83, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 23, κτλ.

French (Bailly abrégé)

impf. ἀνελογιζόμην, f. ἀναλογιοῦμαι, ao. ἀνελογισάμην, pf. inus.
1 raisonner ou conjecturer par analogie;
2 p. ext. calculer, conjecturer.
Étymologie: ἀνάλογος.

Spanish (DGE)

I c. idea de proporción
1 calcular, considerar paralelamente καὶ τὰ εἰρημένα καὶ τὰ παραλελειμμένα Lys.14.47, τὰ δεινά X.Mem.2.1.4, συμφοράς Isoc.8.142, ἀδικίας Plb.10.37.10, τὸ μέγεθος τοῦ διείργοντος πελάγους D.S.20.8, τὰ πεπραγμένα Luc.Tox.17, τὴν ... εὔνοιαν LXX 3Ma.7.7, τὸ σημεῖον Plu.Ant.75, cf. Ep.Hebr.12.3
en v. pas. ἓν τῶν ἀναλελογισμένων Phld.D.1.13.29
c. πρός y ac. comparar τὴν ἐκείνου ἡγεμονίαν πρὸς οἵαν ἐμπειρίαν Th.5.7, τὰ γεγονότα καὶ τὰ παρόντα πρὸς τὰ μέλλοντα Pl.Tht.186a, ἑκάστην ὀλιγαρχίαν πρὸς τὴν ἐναντίαν δημοκρατίαν Arist.Pol.1320b20
c. ἐκ y gen. inferir ἐκ τούτων Arist.Cael.293a33, ἐκ τῆς φαντασίας Epicur.Fr.[29] 25.14, cf. Diog.Oen.38.3.13.
2 echar cuentas, arreglar cuentas ὅπως ... [ἐπαν] αγκασθῶσι ἀ[ν] αλογισαμέν[ο] υς μοι ... [ἀποδο] ῦναί μοι para que ... se les obligue a echar cuentas conmigo ... y devolverme, PTeb.183 (II a.C.)
en v. pas. contar, calcular ἀναλογιζομένων τῶν χρόνων UPZ 162.5.30 (II a.C.).
II gener.
1 reflexionar οὐδὲν ἐπισκοπεῖ οὐδὲ ἀναλογίζεται Pl.Cra.399c, περὶ τοῦ βελτίονος Pl.R.441b, τὴν ἄγνοιαν Isoc.15.130
c. ὡς complet., Th.8.83
c. εἰ: ἀναλογιζόμενον εἴ τι τῶν παθῶν γέγονε μαλακώτερον Plu.2.42a
abs. Pl.R.524d, X.HG 2.4.23.
2 recapitular τὰ ὡμολογημένα ἡμῖν Pl.Prt.332d, τὰ ... ῥηθέντα Pl.R.618c, cf. I.AI 4.312
abs. Hyp.Phil.4.

English (Strong)

middle voice from ἀναλογία; to estimate, i.e. (figuratively) contemplate: consider.

English (Thayer)

1st aorist ἀνελογισάμην; deponent middle to think over, ponder, consider: commonly with the accusative of the thing, but in Plato and Xenophon down.)

Greek Monolingual

ἀναλογίζομαι) (Ν και αναλογιέμαι)
1. σκέφτομαι γεγονότα του παρελθόντος, ξαναθυμάμαι, φέρνω στον νου μου, αναπολώ
2. σκέφτομαι κάτι που αναφέρεται στο μέλλον, υπολογίζω, λογαριάζω
αρχ.
1. ανακεφαλαιώνω, συγκεφαλαιώνω
2. κάνω μαθηματικόν υπολογισμό
3. υπολογίζω, εξετάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + λογίζομαι < λόγος.
ΠΑΡ. αναλογισμός
αρχ.
ἀναλόγισμα.

Greek Monotonic

ἀναλογίζομαι: μέλ. Αττ. -λογιοῦμαι, αποθ.,
1. συγκεφαλαιώνω, αναλογίζομαι, σε Πλάτ., Ξεν.
2. υπολογίζω, εξετάζω, σκέφτομαι, τι, σε Θουκ.
3. ακολουθ. από σύνδ., ἀναλ. ὡς, ὅτι, αναλογίζομαι, ενθυμούμαι ότι, στον ίδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀναλογίζομαι:
1) прикидывать, подсчитывать, сводить воедино (τὰ ὡμολογημένα Plat.);
2) подмечать, учитывать (τὰ δεινά Xen.): ἀ. τι πρός τι Plat., Arst. рассматривать что-л. в соотношении с чем-л.; τὰ εἰρημένα ἀναλογισάμενοι Lys. приняв во внимание сказанное;
3) предполагать, приходить к выводу (ὅτι … Thuc.; ὡς … Xen.).

Middle Liddell


1. Dep., to reckon up, sum up, Plat., Xen.
2. to calculate, consider, τι Thuc.
3. foll. by a Conj., ἀναλ. ὡς, ὅτι, to recollect that, Thuc., Xen.

Chinese

原文音譯:¢nalog⋯zomai 安那-羅居索買
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向上-安置(化)
字義溯源:評定,考慮,沉思,斟酌,思索,思想,想想;源自(ἀναλογία)=比率);由(ἀνά)*=上,回復)與(λόγος)=話)組成;而 (λόγος)出自(λέγω / εἴρω)*=陳述)。
同義字:1) (ἀναλογίζομαι)評定 2) (ἀντιλαμβάνω)援助 3) (ἀτενίζω)專心凝視 4) (βλέπω)注視 5) (βουλεύω)勸告 6) (γινώσκω)知道 7) (διαλογίζομαι)深思熟慮 8) (δοκέω)想 9) (οἶδα)看見 10) (ἐμβλέπω)觀看 11) (διενθυμέομαι / ἐνθυμέομαι)激動 12) (ἐπιβλέπω)凝視,看顧 13) (ἐπιγινώσκω)認出標記 14) (ἐποπτεύω)查閱 15) (ἔχω)持有 16) (ἐπιτροπεύω / ἡγέομαι)領導 17) (θεάομαι)察看 18) (θεωρέω)在觀看 19) (κατανοέω)仔細觀看 20) (κρίνω)辨別 21) (λογίζομαι)數算 22) (νοέω)理解 23) (νομίζω)認為 24) (οἶμαι / οἴομαι)設想 25) (εἶδον / ὁράω)凝視,看見過 26) (σκοπέω)意圖 27) (συμβάλλω)聯結,商議 28) (συμβουλεύω)一同勸告 29) (ὑπονοέω)設想 30) (ὑπολαμβάνω)所想 31) (φρονέω)想著
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 你們要⋯想想(1) 來12:3