Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄνυξ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὄνυξ Medium diacritics: ὄνυξ Low diacritics: όνυξ Capitals: ΟΝΥΞ
Transliteration A: ónyx Transliteration B: onyx Transliteration C: onyks Beta Code: o)/nuc

English (LSJ)

ῠχος, ὁ, Hom. only in Ep. dat. pl. ὀνύχεσσι, and always of the eagle, A talons, claws, Il.8.248, al.; so of the falcon, Hes.Op.204, 205, Ar.Av.1180; so of beasts of prey, Pi.N.4.63, Hdt.3.108; of the crocodile, Id.2.68; of the Sphinx, E.El.471 (lyr.); of human beings, nail, Hes.Sc.266, Hdt.4.64, etc.; τοὺς ὄνυχας τῶν δακτύλων Ar.Av.8; of horses and oxen, hoof, X.Eq.1.3, Ap9.64 (Asclep. or Arch.): Arist. speaks of the hoof (ὁπλή) as homologous to the nail or claw (ὄνυξ), HA486b20, PA690a9: metaph., πρὸς ὀξύν γ' ὄ. πετραίου λίθου E.Cyc.401 codd. (leg. στόνυχα) :—Special phrases : 1 εἰς ἄκρους τοὺς ὄνυχας ἀφίκετο (sc. ὁ οἶνος) warmed me to my fingers' ends, ib.159; so ἐκ κορυφῆς εἰς ἄκρους ὄνυχας AP9.709 (Phil.), cf. 12.93 (Rhian.); so also ἐξ ὀνύχων = from the fingers' ends, ib.5.13 (Rufin.), Plu.2.3c; but ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων = from childhood, Horace's de tenero ungui, AP5.128 (Autom.). 2 ὄνυχας ἐπ' ἄκρους στάς = on tiptoe, E.El.840; ἐπ' ἄκρων ἐβάδιζε τῶν ὀ. Macho ap.Ath.8.349b. 3 ὅταν ἐν ὄνυχι ὁ πηλὸς γένηται, i. e. when the model reaches the nail stage, because the sculptor puts the finishing touches to the model with his nail, Polyclit. ap. Plu. 2.636c, cf. Plu.2.86a; so ἡ δι' ὄνυχος δίαιτα a most careful, close life, ib. 128e; τὸν Λυσιακὸν χαρακτῆρα ἐκμέμακται εἰς ὄνυχα ad unguem expressit, D.H. Dem.13; σύμπηξις εἰς ὄνυχα a nice fit, Gal.2.737; τὰς γωνίας ἐπ' ὄνυχος συμβεβλημένας ἔχειν Ph.Bel.66.37; πρὸς ὄνυχα τὴν προσκαρτέρησιν ποιεῖσθαι Phld.Rh.1.11S.; cf. ὀνυχίζω ΙΙΙ, ἐξονυχίζω. 4 ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ, i.e. in every possible way, Luc. DMort.11.4. 5 ἐξ ὀνύχων λέοντα (sc. τεκμαίρεσθαι) to judge by the claws, i. e. by a slight but characteristic mark, Alc.113, Apostol. 7.57. II anything like a claw, 1 fluke of an anchor, Plu.2.247e. 2 an instrument fixed by a surgeon to his finger, Hp.Superf. 7, Gal.19.107. 3 ὄ. σιδηροῦς tool used for scraping the 'figs' of the συκάμινος, Thphr.HP4.2.1 (pl.); also for making incisions to extract gum of balsam, ib.9.6.2(pl.). 4 κλιμακίδοιν τοὺς ὄ., τῶν πλαισίων τοὺς ὄ., dub. sens. in IG12.373.208,212, cf. 372 E10. III anything like the nail: 1 the white part at the end of rose-petals by which they are attached to the stalk, Dsc.1.99. 2 hypopyon, an accumulation of pus in the eye resembling a nail-paring, Aët.7.30 tit. (pl.), Paul.Aeg.3.22.23. 3 part of the liver, Ruf.Onom.180, Sch.Nic.Th.560. 4 veined gem, onyx, LXX Jb.28.16, Aristeas66, J.BJ5.5.7; Σαρδῷος ὄνυξ = sardonyx, Luc.Syr.D.32 (cf. σαρδόνυξ); ὄ. σφραγίς IG22.1388.86, cf. 12.282.128. 5 an aromatic substance, onycha, LXX Ex.30.34, Damocr. ap. Gal.13.226, Dsc.2.8, POxy.1142.4(iii A. D.). 6 = ἀστράγαλος VII, Ps.-Dsc.4.61. 7 operculum of the κογχύλιον, Dsc.2.8, Gal.13.320, Orib.5.77.1, Paul.Aeg.7.3; of the πορφύρα, Dsc.Eup.2.92. 8 a shellfish, supposed female of σωλήν, prob. Lithodomus, Xenocr. ap. Orib.2.58.106 (pl.). 9 ὄνυχες θαλάσσιοι seaweed, Ps.-Democr.Alch.p.42 B. (Cf. Lat. unguis, Skt. nakhás 'nail', etc.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 350] υχος, ὁ (mit νύσσω verwandt, vgl. unguis, ungula), 1) Klaue, Kralle; Hom. immer vom Adler, νεβρὸν ἔχοντ' ὀνύχεσσιν, Il. 8, 248, wie αἰετὸς δράκοντα φέρων ὀνύχεσσι, 12, 202. 220, vgl. Od. 2, 153. 15, 161; von den Krallen des Habichts Hes. O. 206. 207. Von Löwen, λεόντων ὄνυχας ὀξυτάτους, Pind. N. 4, 63; auch vom Pferde, Xen. Hipp. 1, 3. – Bei Menschen, der Nagel; Hes. Sc. 266; ὄνυχος ἄλοκι νεοτόμῳ, Aesch. Ch. 25; κόμην ἄπριξ ὄνυξι συλλαβὼν χερί, Soph. Ai. 303; δίαιμον ὄνυχα τιθεμένα σπαραγμοῖς, Eur. Hec. 656, vgl. Or. 959, u. öfter von dem Zerfleischen der Wangen zum Zeichen der Trauer; ὄνυχες τῶν δακτύλων, Ar. Av. 8; u. in Prosa, ἐχθρῶν τὰς χέρας νεκρῶν ἐόντων ἀποδείραντες αὐτοῖσι ὄνυξι, Her. 4, 64; Plat. Tim. 76 e; – ἐξ ὀνύχων, aus den Fingernägeln, oder Fingerspitzen, d. i. vom Herzensgrunde, φιλεῖν, lieben, Sp.; – ἐξ ὀνύχων λέοντα, ex ungue leonem, s. Diogen. 5, 15 u. nott. daselbst; auch allgemein, ἐκ τῶν ὀνύχων τεκμαίρεσθαι, d. i. das Ganze an einem charakteristischen Theile erkennen; – ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, von zarter Jugend auf, Automed. 3 (V, 129); τὸ δὴ λεγόμενον ἐξ ἁπ. ὀν., Plut. de educ. lib. 5; a. Sp.; – ὁ πόνος δύεται εἰς ὄνυχα, er dringt unter die Nägel, wie wir sagen »bis in die Fingerspitzen«, die höchste Empfindlichkeit bezeichnend. – In der Sprache der Bildhauer ὁ πηλὸς ἀφικνεῖται εἰς ὄνυχα, der Thon kommt an die Nagelprobe, wenn der Künstler mit dem Nagel untersucht, ob Alles genau und glatt gearbeitet ist, oder Alles mit der größten Sorgfalt bis ins Kleinste nachpolirt (vgl. Plut. de prof. virt. sent. a. E.), die Nägel u. andere Beiwerke der Art genau ausarbeitet; auch ἐκμέμακται εἰς ὄνυχα, bis auf den Nagel, bis auf das Kleinste genau ausgearbeitet; auch auf andere Dinge übertr., ἡ ἀκριβὴς σφόδρα καὶ δι' ὄνυχος λεγομένη δίαιτα, die genaueste, sorgfältigste Diät, Plut. de sanit. tuend. p. 387. – Uebh. εἰς ὄνυχα, δι' ὄνυχος, ἐπ' ὄνυχος, bis auf den Nagel, wie wir sagen: bis aufs Haar, aufs Genaueste zutreffend, wie σύμπηξις εἰς ὄνυχα, von einer aufs Haar passenden Fuge. – 2) von der Aehnlichkeit mit einer Kralle heißt ὄνυξ auch jeder Haken, jedes hakenförmige Werkzeug, uncus; Her. 7, 36 ὄνυξι ξυλίνοισι τὰ ὅπλα στρεβλοῦντες, v. l. ὄνοισι, ein Folterwerkzeug, Sp.; – Haken am Anker, κατέμαθε τῇ ἀγκύρᾳ τὸν ὄνυχα μὴ προσόντα, Plut. de mul. virt. p. 274. – 3) von der Aehnlichkeit mit dem Nagel eines Menschen der untere weiße Theil an der Rose und am Knoblauch, mit dem die Blätter und Knöpfe ansitzen, ungues rosarum, Diosc. – 4) ein wie ein Nagel aussehendes Geschwür auf der Hornhaut des Auges, Medic. – 5) ein Theil der Leber, Medic. – 6) ein streifiger Edelstein, der O nyx; auch das aus Onyr Verfertigte, bes. eine Salbenbüchse aus Onyx, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὄνυξ: -ῠχος, ὁ, Ἐπικ. δοτ. πληθ. ὀνύχεσσι· (ἴδε ἐν τέλει)· - παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐν τῷ πληθ., καὶ ἐπὶ τοῦ ἀετοῦ· οὕτως ἐπὶ τοῦ ἱέρακος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 202, 203, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1180· ἐπὶ τῶν ἁρπακτικῶν ζῴων, Πινδ. Ν. 4. 103, Ἡρόδ. 3. 108· ἐπὶ τοῦ κροκοδείλου, ὁ αὐτ. 2. 68· ἐπὶ τῆς Σφιγγός, Εὐρ. Ἠλ. 471· - ἐπὶ ἀνθρώπων, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «’νύχι», Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 266, Ἡρόδ. 4. 64, καὶ Ἀττ.· τοὺς ὄνυχας τῶν δακτύλων Ἀριστοφ. Ὄρν. 8· - ἐπὶ τῆς ὁπλῆς τῶν ἵππων, Ξεν. Ἱππ. 1, 3, Ἀνθ. Π. 9. 64 - ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ τὴν ὁπλὴν ὁμόλογον πρὸς τὸν ὄνυχα, καὶ διὰ πλῆθος ἀντὶ πλειόνων ὀνύχων εἷς ὄνυξ ἡ ὁπλὴ ἐστιν π. Ζ. Μορ. 1. 1, 10., 4. 10, 59· - μεταφορ., πρὸς ὀξὺν ὄνυχα πετραίου λίθου Εὐρ. Κύκλ. 401. - Ἰδιαίτεραι φράσεις: 1) εἰς ἄκρους τοὺς ὄνυχας ἀφίκετο (δηλ. ὁ οἶνος), μὲ ἐθέρμανε μέχρι τῶν ὀνύχων, Εὐρ. Κύκλ. 159 οὕτως, ἐκ κορυφῆς εἰς ἄκρους ὄνυχας Ἀνθολ. Π. 9. 709, πρβλ. 12. 93· ὁ πόνος δύεται εἰς ὄνυχα αὐτόθι· οὕτω καί, ἐξ ὀνύχων, ἐκ τοῦ ἄκρου τῶν ὀνύχων, αὐτόθι 5. 14· ἀλλά, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, ἐκ παιδικῆς ἡλικίας, τὸ τοῦ Ὁρατίου: de tenero ungui, αὐτόθι 5. 129, πρβλ. Πλούτ. 2. 3C. 2) ὄνυχας ἐπ’ ἄκρους στάς, σταθεὶς ἐπάνω «’ς τὰ νύχια», Λατιν. summis digitis, Εὐρ. Ἠλ. 840· ἐπ’ ἄκρων ἐβάδιζε τῶν ὀνύχων Μάχων παρ’ Ἀθην. 349Β. 3) ἐν ὄνυχι ὁ πηλὸς γίγνεται, δηλ. τὸ ἐκ πηλοῦ πρόπλασμα ἀντέχει εἰς τὴν διὰ τοῦ ὄνυχος δοκιμασίαν, τὸ τοῦ Ὁρατίου: factus ad unguem, διότιγλύπτης δοκιμάζει τὴν τελειότητα τῆς ἐργασίας σύρων τὸν ὄνυχα ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, Πλούτ. 2. 636C, πρβλ. Casaub. εἰς Αἰσχύλ. Πέρσ. 1. 64, Wyttenb. εἰς Πλούτ. 2. 86Α, πρβλ. Ὁρατίου Σατύρ. 1. 5, 32, Α. P. 294· οὕτως, ἡ δι’ ὄνυχος δίαιτα, βίος μετὰ προσοχῆς, Πλούτ. 2. 128Ε· ἐκμέμακται εἰς ὄνυχα, ad unguem expressit, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 13· σύμπηξις εἰς ὄνυχα, ὡραία, λεπτή, τελεία ἁρμογή, ὡς τὸ Λατ. committere in unguem, Γαλην. 4, σ. 11· ἐπ’ ὄνυχα συμβεβλημέναι γωνίαι Φίλων Βελοπ. 66Ε· - ἐν τοιαύταις φράσεσιν ἀντὶ ὄνυχος μεταχειριζόμεθα νῦν τὴν τρίχα· πρβλ. ὀνυχίζω ΙΙΙ, ἐξονυχίζω. 4) ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ, δηλ. κατὰ πάντα δυνατὸν τρόπον, Λουκιαν. Νεκρικ. Διάλ. 11. 4. 5) ἐξ ὀνύχων λέοντα (ἐξυπακ. τεκμαίρομαι), κρίνω ἐκ τῶν ὀνύχων, δηλ. μικροῦ ἀλλὰ χαρακτηριστικοῦ σημείου, Λατ. ex ungue leonem, Παροιμιογρ. ΙΙ. πᾶν πρᾶγμα ὁμοιάζον πρὸς ὄνυχα ἁρπακτικοῦ θηρίου, 1) Λατ. uncus, τὸ ἀγκιστροειδὲς ἄκρον τῆς ἀγκύρας, Πλούτ. 2. 247Ε. 2) χειρουργικόν τι ἐργαλεῖον, = ἐμβρυουλκός, Ἱππ. 261. 6. 3) κολαστήριόν τι ὄργανον, μνημονευόμενον ἐκ τοῦ Συνεσίου, πρβλ. Notices des Mss. 9, σ. 188. ΙΙΙ. πᾶν ὅ,τι ὁμοιάζει πρὸς ὄνυχα: 1) τὸ λευκὸν μέρος τῶν πετάλων τοῦ ῥόδου, «τὸν ὄνυχα καλούμενον, ὅπερ ἐστὶ τὸ λευκὸν τὸ ἐν τῷ φύλλῳ, Λατ. ungues rosarum, Διοσκ. 1. 130. 2) ἀποσκλήρυνσίς τις τοῦ κερατοειδοῦς τοῦ ὀφθαλμοῦ φαινομένη ὡς ὄνυξ, «ὑπόπυος ὁ κερατοειδὴς ἐνίοτε γίνεται ποτὲ μὲν διὰ τοῦ βάθους, ποτὲ δὲ δι’ ἐπιπολῆς, ὄνυχι προσεοικότος τοῦ πύου κατὰ τὸ σχῆμα» Παῦλ. Αἰγ. 3. 22. 3) μέρος τοῦ ἥπατος, Ροῦφ. σ. 39, Σχόλ. εἰς Νικ. Θηρ. 559. 4) πολύτιμός τις λίθος μετὰ φλεβῶν, Σαρδῷος ὄνυξ, σαρδόνυξ, Λουκ. π. τῆς Συρ. Θεοῦ 32· ὄνυξ σφραγὶς Συλλ. Ἐπιγρ. 150Β. 36· ἴδε σαρδόνυξ. (Ὁ τύπος ὀνυχφαίνεται ἐν τῷ Λατ. ung-uis· τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Σανσκρ. λέξει nakh-as, nakh-am (unguis)· οὔτε ἐν τῇ Γοτθικ. ga-nagl-jan (προσηλοῦν)· Ἀρχ. Σκάνδιν. näg-li· Ἀγγλο-Σαξον noeg-el· Ἀρχ. Γερμ. nag-al, κτλ. - Ἡ σχέσις μετὰ τῆς √ΝΥΧ, νύσσω, εἶναι ἀμφίβολος, ἴδε Κουρτ. Gr. Et. σ. 322. 536). - Ἐν συνθέσει διὰ τοῦ ω, γαμψῶνυξ, μῶνυξ, παρωνυχία, ποδώνυχος, πλὴν τοῦ σαρδόνυξ (λίθος πολύτιμος) καὶ σῡλόνυξ (ὁ περικόπτων τοὺς ὄνυχας), Ζηκίδου Λεξικ. Ὀρθογρ. ἐν λέξει.

French (Bailly abrégé)

ὄνυχος (ὁ) :
I. ongle, càd :
1 ongle chez l’homme ; locut. proverb. ἐξ ἀπάλων ὀνύχων PLUT dès la plus tendre enfance (cf. lat. ex teneris unguibus) ; ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ LUC des dents, des ongles, par tous les moyens ; dans le langage des sculpteurs : εἰς ὄνυχα ἀφικνεῖσθαι PLUT en être arrivé jusqu’à l’épreuve de l’ongle, càd jusqu’à n’offrir au toucher de l’ongle aucune aspérité ; δι’ ὄνυχος PLUT avec le plus grand soin, la plus minutieuse exactitude, parfaitement;
2 griffe ou serre;
3 corne ou sabot d’un cheval;
II. p. anal. 1 croc ou crochet de fer, particul. extrémité recourbée d’une ancre;
2 onyx, pierre précieuse.
Étymologie: cf. lat. unguis.

English (Autenrieth)

υχος: pl., claws, talons, of the eagle.

English (Slater)

ὄνυξ
   1 claw πῦρ δὲ παγκρατὲς θρασυ- μαχάνων τε λέοντων ὄνᾰχας ὀξυτάτους ἀκμὰν καὶ δεινοτάτων σχάσαις ὀδόντων (N. 4.63)

Spanish

uña, pezuña

Greek Monotonic

ὄνυξ: -ῠχος, ὁ, Επικ. δοτ. πληθ. ὀνύχεσσι· Λατ. unguis·
I. στον Όμηρ. μόνο στον πληθ., λέγεται για τα νύχια του αετού· λέγεται για ανθρώπους, νύχι, σε Ησίοδ., Ηρόδ., Αττ.· χρησιμ. για άλογα και βόδια, οπλή, σε Ξεν.· ιδιωματικές φράσεις, εἰς ἄκρους τοὺς ὄνυχας ἀφίκετο (ενν. ὁ οἶνος), το κρασί με ζέστανε ως τις άκρες των δακτύλων μου, σε Ευρ.· ὄνυχας ἐπ' ἄκρους στάς, στέκοντας στις μύτες των ποδιών, Λατ. summis digitis, στον ίδ.· ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, από την τρυφερή, από την παιδική ηλικία, στον Οράτ. de tenero ungui, σε Ανθ.· ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι, με νύχια και με δόντια, δηλ. με κάθε δυνατό τρόπο, σε Λουκ.
II. πολύτιμος λίθος που έχει φλέβες, «νερά», στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὄνυξ: ῠχος ὁ (эп. dat. pl. ὀνύχεσσι)
1) ноготь (οἱ ὄνυχοι τῶν δακτύλων Arph.): ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων Plut. с младых ногтей, т. е. с раннего детства; ἐκ κορυφῆς ἐς ἄκρους (или νεάτους) ὄνυχας Anth. с головы до кончиков ногтей; εἰς ὄνυχα ἀφικνεῖσθαι Plut. доходить до ногтя, т. е. подвергаться проверке ногтем (о скульптурных работах, тж. в знач. погов.), заканчиваться (тщательной) отделкой; ἡ δι᾽ ὄνυχος δίαιτα Plut. утонченный образ жизни; ὄνυχας ἐπ᾽ ἄκρους στάς Eur. стоя на цыпочках;
2) коготь (ὄνυχοι αἰετοῦ Hom.; ὄνυχοι λεόντων Pind.): ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ погов. Luc. зубами и когтями и всеми средствами;
3) копыто (sc. τοῦ ἵππου Xen.): τὸ πτανοῦ πώλου ὄ. Anth. копыто крылатого коня, т. е. Пегаса;
4) острый выступ (ὄ. πετραίου λίθου Eur.);
5) крюк, лапа (τῆς ἀγκύρας Plut.);
6) оникс: Σαρδῷος ὄ. Luc. сардоникс.

Frisk Etymological English

1. -υχος
Grammatical information: m.
Meaning: nail, claw, hoof', often metaph. in several meanings (Il.).
Dialectal forms: Myc. onuka /onuks/ Nicole Guilleux, RPh. LXXV(2001)149.
Compounds: Compp., e.g. ὀνυχο-γραφέομαι to be carved by a nail (Hp.), γαμψ-ῶνυξ and -ώνυχος `with curved claws (Il., also Arist.; on the stemformation Sommer Nominalkomp.96 ff.); on μῶνυξ s. v.
Derivatives: Dimin. ὀνύχιον n. (Arist., pap.); ὀνυχιστήρ, -ῆρος m. hoof (LXX; cf. on βραχιονιστήρ and ὀνυχίζομαι below); ὀνυχ-ιμαῖος of the size of nail-parings, tiny (Com. Adesp.), -ιαῖος as broad as a nail (Eust.); ὀνυχ-ίζομαι to cut ones nails (Cratin., LXX) with -ισμός m. (Str.), -ιστήριον n. nailscissors (Posidipp. Com.); -ίζω to test with ones nails (Artem.); -όω to equip with claws, to bend in a claw-like fashion (Orib., sch.).
Origin: IE [Indo-European] [780] *h₃nogh- nail
Etymology: Old (popular s. Ernout-Meillet s. unguis) name of the nail and the hoof, which is in most language-groups, even if in strongly changed form, retained. With the disyllabic ὄνυξ (ὀνυχ-) agrees best Arm. eɫungn nail with secondary n-stem (like ot-n foot; s. πούς), dissimilation n -- n > ɫ -- n and inner nasalisation either from monosyllabic ongh- (Kortlandt assumes that *h₃nogh-/*h₃ngh- yielded *onog/*ong, which were contaminated in *onong; this became *enong by dissimilation, which gave eɫungn; Armeniaca 76). The other languages have a monosyllabic stem, either ongh-, n̥gh- (Lat. unguis, Celt., e.g. OIr. ingen f.) or nogh- (Germ., e.g. OHG nagal m. Nagel, Balt.-Slav., e.g. Lith. nãgas m. nail, claw); with ten. asp. Indo-Ir., e.g. Skt. nakhá- m. n. nail, claw; diff. suffixes, which are unimportant for Greek. On the ablaut cf. e.g. ὀμφαλός. -- Further details w. rich lit. in WP. 1, 180 f. and Pok. 780 as in the special. dict, W.-Hofmann a. Ernout-Meillet s. un-guis, Mayrhofer s. nakhám, Fraenkel s. nãgas, Vasmer s. nogá. Rootspeculations in Specht Ursprung 253 b. 1. Wrong Rogge PhW 44, 1004 (ὀ- from ὄγκος).
2. -υχος
Grammatical information: m.
Meaning: name of a precious stone, onyx (Ctes., LXX).
Compounds: Comp. σαρδ-όνυξ sardonyx (Philem. Com., J.; cf. σάρδιον).
Derivatives: ὀνύχιον n. kind of onyx (Thphr., LXX), -ιος adj. (Suid.),-ίτης m., -ῖτις f. (λίθος) onyx-like stone (Str., Dsc.; Redard 58), -ινος made of o., onyx-coloured (hell.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Perh. identical with ὄνυξ nail, because of its white glance as of a fingernail (Schramm P.-W. 18: 1, 535); or only folketymologically adapted foreign word? -- Untenable Sem. etymologies by Lewy Fremdw. 58 (doubting or rejecting); s. alo Schrader-Nehring Reallex. 1, 212.

Middle Liddell

ὄνψξ, υχος,
I. Lat. unguis, in Hom. only in plural of the eagle's talons;— of human beings, a nail, Hes., Hdt., attic:—of horses and oxen, a hoof, Xen.—Special phrases, εἰς ἄκρους τοὺς ὄνυχας ἀφίκετο (sc. ὁ οἶνοσ) warmed me to my fingers' ends, Eur.; ὄνυχας ἐπ' ἄκρους στάς on tiptoe, Lat. summis digitis, Eur.; ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων from childhood, Hor. de tenero ungui, Anth.; ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι, i. e. in every possible way, Luc.
II. a veined gem, onyx, Luc.

Frisk Etymology German

ὄνυξ: 1. -υχος
{ónuks}
Grammar: m.
Meaning: Nagel, Kralle, Huf, oft übertr. in verschiedenen Bedd. (seit Il.).
Composita : Kompp., z.B. ὀνυχογραφέομαι von einem Nagel geritzt werden (Hp.), γαμψῶνυξ und -ώνυχος mit gekrümmten Krallen (ep. poet. seit Il., auch Arist. u.a.; zur Stammbildung Sommer Nominalkomp. 96 ff.); zu μῶνυξ s. bes.
Derivative: Ableitungen: Deminutivum ὀνύχιον n. (Arist., Pap.); ὀνυχιστήρ, -ῆρος m. Huf (LXX; vgl. zu βραχιονιστήρ und ὀνυχίζομαι unten); ὀνυχιμαῖος nagelspitzengroß, winzig (Kom. Adesp.), -ιαῖος nagelbreit (Eust.); ὀνυχίζομαι die Nägel beschneiden (Kratin., LXX u.a.) mit -ισμός m. (Str.), -ιστήριον n. Nagelschere (Posidipp. Kom.); -ίζω mit dem Nagel prüfen (Artem. u.a.); -όω mit einer Kralle versehen, krallenförmig biegen (Orib., Sch.).
Etymology : Alte volkstümliche (s. Ernout-Meillet s. unguis) Benennung des Nagels und des Hufs, die in den meisten Sprachzweigen, wenn auch in stark wechselnder Form, erhalten ist. Zu dem zweisilbigen ὄνυξ (ὀνυχ-) stimmt am nächsten, wie zu erwarten war, das ebenfalls zweisilbige arm. eɫungn Nagel mit sekundärem n-Stamm (wie ot-n Fuß; s. πούς), e-Abtönung des Anlauts, Dissimilation nn > ɫn und innerer Nasalierung entweder von dem einsilbigen ongh-(s. unten) oder durch Vorwegnahme des Auslauts (vgl. zu ὄμπνη). Die übrigen Sprachen bieten einen einsilbigen Stamm, entweder ongh-, n̥gh- (lat. unguis, kelt., z.B. air. ingen f.) oder nogh- (germ., z.B. ahd. nagal m. ’Nagel’, balt.-slav., z.B. lit. nāgas m. Nagel, Klaue); mit Ten. asp. indoir., z.B. aind. nakhá- m. n. Nagel, Kralle; hinzu kommen verschiedene, für das Griech. belanglose Suffixe. Zum Ablaut vgl. z.B. ὀμφαλός und 2. ὀμφή. — Weitere Einzelheiten m. reicher Lit. bei WP. 1, 180 f. und Pok. 780 ebenso wie in den Spezialwörterbüchern, z.B. W.-Hofmann u. Ernout-Meillet s. un-guis, Mayrhofer s. nakhám, Fraenkel s. nāgas, Vasmer s. nogá. Wurzelspekulationen bei Specht Ursprung 253 A. 1 (wo auch Lit.); Laryngalbetrachtungen bei Austin Lang. 17, 41. Verfehlt Rogge PhW 44, 1004 (ὀ- von ὄγκος).
Page 2,398-399
2. -υχος
{ónuks}
Grammar: m.
Meaning: N. eines Edelsteins, Onyx (Ktes., LXX usw.),
Composita : Komp. σαρδόνυξ Sardonyx (Philern. Kom., J. u.a.; vgl. σάρ- διον).
Derivative: Davon ὀνύχιον n. Art Onyx (Thphr., LXX), -ιος Adj. (Suid.),-ίτης m., -ῖτις f. (λίθος) onyxähnlicher Stein (Str., Dsk.; Redard 58), -ινος ‘aus O., onyxfarben’ (hell. u. sp.).
Etymology : Wohl mit ὄνυξ Nagel identisch, wegen seines dem Fingernagel ähnlichen weißen Glanzes (Schramm P.-W. 18: 1, 535); od. nur volksetymologisch umgebildetes Fremdwort? — Unhaltbare sem. Etymologien bei Lewy Fremdw. 58 (zweifelnd od. ablehnend); s. noch Schrader-Nehring Reallex. 1, 212.
Page 2,399