Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βεβαιόω

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: βεβαιόω Medium diacritics: βεβαιόω Low diacritics: βεβαιόω Capitals: ΒΕΒΑΙΟΩ
Transliteration A: bebaióō Transliteration B: bebaioō Transliteration C: vevaioo Beta Code: bebaio/w

English (LSJ)

   A confirm, establish, make good, τοῖς δικασταῖς τὴν δόξαν Pl.Cri.53b; δωρεὰν Is.1.18; εἴτε δεξιὰς δοῖεν ἐβεβαίουν X.Cyr.8.8.2, etc.; ἔργῳ βεβαιούμενα, opp. ἀκοῇ λεγόμενα, Th.1.23; β. λόγον make good one's word, Lys.20.32; β. τὴν πρᾶξιν X.An.7.6.17; treat as valid, τὰς αὑτῶν αἰσθήσεις Metrod.1, cf. Epicur.Sent.24; β. τινί τι secure one the possession of a thing, οὐδ' ἡμῖν αὐτοῖς βεβαιοῦμεν [τὴν ἐλευθερίαν] Th.1.122; τοῖς θεοῖς βεβαιοῦντες τοὺς νόμους οὒς ἐψηφίσασθε Lys.6.29, cf. D.21.30; τὴν ἀρχήν τινι Plu.Sull.22; τὸν λόγον Ev.Marc.16.20:—Med., establish for oneself, secure, σφᾶς αὐτούς Th. 1.33; τὴν ἀρχήν, τὴν φιλίαν τινός, Id.6.10,78; β. τινάς confirm them in one's interest, ib.34; βασιλείαν Paus.3.11.4; τὰ περὶ τῆς βοηθείας Plb.2.51.5.    2 Med., secure one's ground in argument, Pl.Tht. 169e; confirm oneself in an opinion, Id.Grg.489a, Prt.348d.    3 guarantee the validity of a purchase, warrant the purchaser's title, β. τινὶ τὸ βαλανεῖον Is.5.23, cf. Din.1.42, D.37.12, SIG46.4 (Halic., v B. C.); τὴν μίσθωσιν BGU1119.47 (i B. C.): generally, β. τοὺς κανόνας Arr.Epict.2.11.24.    II intr., determine, show itself positively, τοῖσιν ἐνδοιαστῶς ἔχουσι… ἐβεβαίωσε [ἡ νοῦσος] Hp.Epid.1.2.

German (Pape)

[Seite 440] befestigen, ἀρχήν Thuc. 6, 10: bekräftigen, bestätigen, ἔργῳ, durch die That. 1, 23; δόξαν Plat. Crit. 53 b; νόμους Lys. 6, 29; λόγον 20, 32; ἃ συνέθεσθε 18, 15, haltet die Verabredung, Ggstz διαλύειν; – δωρεάν, διαθήκας, Is. 1, 18. 19, fest zusagen, verbürgen; vgl. 5, 24; öfter Dem.; τὴν πρᾶξιν, eine Sache ins Werk setzen, Xen. An. 7, 6, 17. – Med., in derselben Bdtg, Thuc. 6, 34; häufiger als act. bei Plat., z. B. λόγον Phil. 14 c; begründen, beweisen; ἐναργές τι περί τινος Soph. 250 c; vgl. Hdf. Gorg. 589 a; τὴν περὶ τοῦ μέλλοντος ἐλπίδα Pol. 3, 31.

Greek (Liddell-Scott)

βεβαιόω: μέλλ. -ώσω: καθιστῶ, βέβαιον, στερεόν, ἐπιβεβαιῶ, ἐξασφαλίζω, Πλάτ. Κρίτων. 53Β, Ξεν. Κύρ. 8. 8, 2, κτλ.· ἔργῳ βεβαιούμενα, ἀντίθ. τῷ ἀκοῇ λεγόμενα, Θουκ. 1. 23· β. λόγον, ἐπιβεβαιῶ τὸν λόγον τινός. Λυσ. 161. 1· β. τὴν πρᾶξιν Ξεν. Ἀν. 7. 6, 17· ‒ β. τινί τι, ἐξασφαλίζω τὴν κτῆσιν πράγματός τινος, οὐδ’ ἡμῖν αὐτοῖς βεβαιοῦμεν [τὴν ἐλευθερίαν] Θουκ. 1. 122, πρβλ. Λυσ. 105. 38. ‒ Μέσ. βεβαιῶ δι’ ἐμαυτόν, ἐπιστηρίζω, ἐξασφαλίζω, σφᾶς αὐτοὺς Θουκ. 1. 33· τὴν ἀρχήν, τὴν φιλίαν τινὸς ὁ αὐτ. 6. 10, 78· β. τινάς, καθιστῶ βεβαίους φίλους, ἐξασφαλίζω πρὸς τὸ συμφέρον μου, αὐτόθι 34. 2) ἐν τῷ μέσ. τύπῳ ὡσαύτως, ἐξασφαλίζω, ἐπιστηρίζω τὴν ἐν τῇ συζητήσει στάσιν μου καὶ τὰ ἐπιχειρήματά μου, Πλάτ. Θεαιτ. 169Ε· βεβαιῶ ἰσχυρῶς, διισχυρίζομαι, ἐπικυρώνω, ὁ αὐτ. Γοργ. 489Α, Πρωτ. 348D, Δείναρχ. 95. 22. 3) ἐπικυρώνω, πιστοποιῶ περὶ τῆς ἰσχύος ἀγορᾶς τινος, β. τινὶ τὸ βαλανεῖον Ἰσαῖ. 53. 11, πρβλ. Δημ. 969, κτλ.· ‒ ἐντεῦθεν, βεβαιώσεως δίκη, ἐν Ἀθήναις, ἡ δίκη καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκύρου τῶν συμβολαίων δι’ ὧν κτήματα ἐπωλήθησαν ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου εἰς τὸν ἐνάγοντα, Πολυδ. Ηʹ, 34. πρβλ. Att. Proc. σ. 525 ‒ 528· ἴδε βεβαιωτής. 4) παθ., πληροφοροῦμαι περί τινος, Λατ. certior tieri, Ἄννα Κομν. ΙΙ. ἀμετάβ., ὁρίζω, ἐκδηλῶ ἀσφαλῶς, δεικνύω ὁποῖος ἀληθῶς εἶμαι, τοῖσιν ἐνδοιαστῶς ἔχουσι… ἐβεβαίωσε [ἡ νοῦσος] Ἱππ. Ἐπιδ. 1. 939.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. βεβαιώσω, ao. ἐβεβαίωσα, pf. inus.
1 affermir, consolider : τὴν ἀρχήν PLUT le pouvoir (de qqn);
2 réaliser, effectuer : πρᾶξιν XÉN une entreprise ; λόγον LYS tenir sa parole ; ἔργῳ βεβαιούμενα THC choses réalisées en fait (p. opp. à ακοῇ λεγόμενα);
3 assurer, garantir : τινι τὴν ἐλευθερίαν THC la liberté à qqn;
Moy. βεβαιόομαι-οῦμαι (ao. ἐβεβαιωσάμην);
1 affermir, assurer pour soi-même (son pouvoir, son influence, etc.) ; β. τινά, s’assurer les bonnes dispositions de qqn;
2 établir solidement (un fait, une preuve, etc.) par le raisonnement.
Étymologie: βέβαιος.

Spanish (DGE)

• Morfología: [inf. βεβαιοῖν PHamb.62.17 (II d.C.)]
I tr.
1 confirmar, garantizar, consolidar, asegurar en beneficio de alguien, c. ac., gener. de abstr., y dat. de pers. ἡμῖν αὐτοῖς ... αὐτό Th.1.122, τοῖς δικασταῖς τὴν δόξαν Pl.Cri.53b, τὴν πρᾶξιν αὐτῷ X.An.7.6.17, τοῖς θεοῖς βεβαιοῦντες τοὺς νόμους sancionando las leyes en honor de los dioses Lys.6.29, τοὺς νόμους ... βεβαιώσατέ μοι confirmasteis las leyes en mi beneficio Is.9.34, cf. D.21.30, σφίσιν αὐτοῖς τὴν δωρεάν Is.1.18, cf. 4.26, 5.23, τῷ δήμῳ τὴν αὐτονομίαν καὶ δημοκρατίαν IMSipylos 1.10 (III a.C.), τοὺς ὅρμους ... ὁλκάσιν Philostr.VS 606, τὴν οἰκείαν δόξαν Arist.EN 1159a22, τὰς αὑτῶν ... αἰσθήσεις τῷ ἄλλων ἀναιρεῖν Metrod.1, ἐκείνῳ τὴν ... ἄλλην ἀρχὴν Plu.Sull.22
pap. frec. en cláusulas legales βεβαιούτω ... Νεοπτόλεμος Ποσειδωνίῳ ... τὴν γῆν καὶ τοὺς γενομένους καρπούς BGU 1267.17 (III a.C.), βεβαιώσω σοι ταῦτα ἀπὸ συγγραφῶν UPZ 177.36 (II a.C.), βεβαιοῦν αὐτῷ τὴν μίσθωσιν garantizarle el arriendo, BGU 1119.47 (I a.C.), βεβαιώσις δέ μοι τὴν μίσθωσειν PMil.Vogl.220.29 (II d.C.), cf. 238.31 (II d.C.), 241.17 (II d.C.)
c. ac. de abstr. y giro prep. τὸ προσμένον ἅπαν ἐν ταῖς δοξαστικαῖς ἐννοίαις Epicur.Sent.[5] 24, τὸν λόγον ... διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων Eu.Marc.16.20, ἐν τούτου ἄδιαν (sic) ἐ[βεβ] αίωσαν confirmaron la inmunidad en esto, POxy.1119.17 (III d.C.)
c. ac. de abstr. y ἔργῳ: ἔργῳ βεβαιοῦν ἃ διδάσκει λόγῳ Plu.2.613c, en v. pas. ἔργῳ ... βεβαιούμενα cosas confirmadas de hecho op. ἀκοῇ ... λεγόμενα Th.1.23
en pap. frec. el giro β. πάσῃ βεβαιώσει c. ac. de la cosa garantizada BGU 1734.17 (I a.C.), PSI 1130.16 (I d.C.), Stud.Pal.22.30.12 (II d.C.), tb. abs. PSAAthen.25.20, PMil.Vogl.239.15, cf. PSarap.9.10, 11.10, PWisc.9.39, PHamb.l.c. (todos II d.C.)
sólo c. ac. de abstr. τὰς Θηβαίων ἀλαζονείας Isoc.6.10, τὸν λόγον Aristid.Or.25.64, cf. Lys.20.32, βεβαιοῦν τοὺς κανόνας afianzar las reglas (sobre las que se basa el hecho de filosofar), Arr.Epict.2.11.24, βεβαιῶσαι τὰς ἐπαγγελίας confirmar las promesas, e.d. cumplirlas, Ep.Rom.15.8, οὐθὲν ὀργάνων ποτὲ βεβαιώσει τὴν τοῦ ἡρμοσμένου φύσιν Aristox.Harm.53.5, τὸν περὶ εὐδαιμονίας τόπον βεβαιῶσαι Vett.Val.58.14, en v. pas. τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ ἐβεβαιώθη ἐν ὑμῖν 1Ep.Cor.1.6, βεβαιούμενοι τῇ πίστει Ep.Col.2.7. βεβαιουμένης τῆς μισθώσεως BGU 1271.2 (III a.C.), PSI 1098.20 (I a.C.), PWisc.5.17, 7.28, βεβαιουμέ[ν] ου ... τοῦ ἀναφορίου garantizada la solicitud, POxy.2676.26 (todos III d.C.)
c. inf. βεβαιῶν ἀναπλεῖν ἐθέλειν εἰς τὴν Σικελίαν asegurando estar dispuesto a emprender la navegación hacia Sicilia D.32.19
en v. med. c. ac. de abstr. consolidar, afianzar algo propio del suj. (ἀρχήν) Th.6.10, φιλίαν Th.6.78, Ἄρατος ... ἐβεβαιώσατο τὰ περὶ τῆς βοηθείας Plb.2.51.5, cf. 3.31.3, Αὐγούστῳ ... τήν τε βασιλείαν βεβαιωσαμένῳ Paus.3.11.4
abs. consolidar, reforzar una argumentación Pl.Tht.169e, una opinión ἵν' ... βεβαιώσωμαι ἤδη παρὰ σοῦ Pl.Grg.489a, cf. Prt.348d.
2 c. ac. de pers. fortalecer, asegurar, mantener firme σφᾶς αὐτοὺς βεβαιώσασθαι Th.1.33, τοὺς μὲν μᾶλλον βεβαιωσώμεθα Th.6.34, de Dios ἐβεβαίωσας με ἐνώπιόν σου LXX Ps.40.13, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου LXX Ps.118.28, βεβαιώσει ὑμᾶς 1Ep.Cor.1.8.
3 abs. garantizar, mantener una palabra εἴτε δεξιὰς δοῖεν ἐβεβαίουν X.Cyr.8.8.2, cf. Din.1.42, τοῦ Μνησικλέους βεβαιοῦντος ἡμῖν Mnesicles seguía dándonos garantías D.37.12.
II intr. confirmarse, afianzarse, ser seguro de una enfermedad, Hp.Epid.1.2, βεβαιοῦν τοὺς θεοὺς τὸν ἀΐδιον χρόνον SIG 46.4 (Halicarnaso V a.C.), ἡδονὴ ... βεβαιοῖ Aristid.Quint.64.6.

English (Abbott-Smith)

βεβαιόω, -ῶ (< βέβαιος), [in LXX: Ps 40 (41)12 (נצב hi.), 118 (119)28 (קוּם pi.), III Mac 5:42*;]
to confirm, establish, secure, of things (cl.): λόγον, Mk 16:[20]; ἐπαγγελίας, Ro 15:8; of persons (DCG, ii, 605): I Co 1:8, II Co 1:21. Pass., I Co 1:6, Col 2:7, He 2:3 13:9 (as an Attic legal term, to guarantee the validity of a purchase, establish or confirm a title; v. next word, Cremer, 139; cf. δια-β.).†

English (Strong)

from βέβαιος; to stabilitate (figuratively): confirm, (e-)stablish.

English (Thayer)

βεβαιω; future βεβαιώσω; 1st aorist ἐβεβαιωσα; passive (present βεβαιοῦμαι); 1st aorist ἐβεβαιωθην; (βέβαιος); to make firm, establish, confirm, make sure: τόν λόγον, to prove its truth and divinity, τάς ἐπαγγελίας make good the promises by the event, i. e. fulfil them, Diodorus 1,5); passive: τό μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία ... εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, a constructio praegnans (Winer's Grammar, § 66,2d.) which may be resolved into εἰς ἡμᾶς παρεδόθη καί ἐν ἡμῖν βέβαιος ἐγένετο, βέβαιος. of men made steadfast and constant in soul: βεβαιώσει ὑμᾶς ἀνεγκλήτους will so confirm you that ye may be unreprovable (Winer's Grammar, § 59,6 at the end)); βεβαιῶν ἡμᾶς εἰς Χριστόν, causing us to be steadfast in our fellowship with Christ; cf. Meyer at the passage); ἐν τῇ πίστει, L T Tr WH omit ἐν). (In Greek writings from Thucydides and Plato down.) (Compare: διαβεβαιωμαι.)

Greek Monotonic

βεβαιόω: μέλ. -ώσω,
I. 1. καθιστώ σίγουρο, επιβεβαιώνω, εδραιώνω, ασφαλίζω, εγγυώμαι, πιστοποιώ, σε Πλάτ., Ξεν.· ἔργῳ βεβαιούμενα, γεγονότα πιστοποιημένα με πράξεις, αντίθ. προς το ἀκοῇλεγόμενα, σε Θουκ.
2. βεβαιόω τί τινι, εξασφαλίζω σε κάποιον την κτήση ενός πράγματος, στον ίδ. — Μέσ., εδραιώνω για τον εαυτό μου, σιγουρεύω, στερεώνω, στον ίδ.
II. 1. Μέσ. επίσης, υποστηρίζω την επιχειρηματολογία μου, διαβεβαιώνω, καθιστώ ορθό, σε Πλάτ.
2. εγγυώμαι έναν τίτλο, ένα συμβόλαιο αγοράς, πώλησης, σε Ισαίο.

Russian (Dvoretsky)

βεβαιόω:
1) упрочивать, укреплять, усиливать (νόμους Lys., Dem.; med. ἀρχὴν ἣν ἔχομεν Thuc.);
2) подкреплять, подтверждать (τὴν δόξαν τινί Plat.; λόγον τῶν πάντων πονηρότατον Lys.; ἔργοις καλοῖς καλὰ δόγματα Plut.; med. τὴν περί τινος ἐλπίδα Polyb.);
3) твердо держать, сдерживать, выполнять (ὅρκους Xen.): εἰ ἃ συνέθεσθε βαβαιώσετε Lys. если вы станете соблюдать свои договорные обязательства;
4) осуществлять (πρᾶξιν Xen.; τὰ ἔργῳ βεβαιούμενα Thuc.);
5) обеспечивать, гарантировать (πᾶσιν τὴν ἀσυλίαν Plut.; med. τινί τι Isae., Dem.; med. τὰ περὶ τῆς βοηθείας Polyb.): βεραιοῦσθαί τινα Thuc. привлечь кого-л. на свою сторону.

Middle Liddell

[from βέβαιος
I. to make firm, confirm, establish, secure, warrant, make good, Plat., Xen.; ἔργωι βεβαιούμενα things warranted by fact, opp. to ἀκοῆι λεγόμενα, Thuc.
2. β. τί τινι to secure one the possession of a thing, Thuc.:—Mid. to establish for oneself, to confirm, secure, Thuc.
II. Mid. also to secure one's ground in argument, to asseverate, maintain, make good, Plat.
2. to guarantee a title, Isae.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βεβαιόω βέβαιος
1. act. en med. met acc. stevig maken, vast maken
2. van zaken bevestigen, garanderen, zeker stellen:; εἰ... δεξιὰς δοῖεν, ἐβεβαίουν telkens als ze een afspraak hadden gemaakt, dan stonden ze daarvoor in Xen. Cyr. 8.8.3; τά... ἀκοῇ μὲν λεγόμενα, ἔργῳ δὲ σπανιώτερον βεβαιούμενα dingen waarvan men wel hoorde spreken, maar die minder vaak in de praktijk werden bevestigd Thuc. 1.23.3; med..; ἀρχὴν βεβαιοῦσθαι zijn heerschappij veilig stellen Thuc. 6.10.5; τὴν τῶν Μεγαρέων πόλιν... βεβαιώσασθαι de stad der Megarenzers voor zich zeker te stellen Thuc. 4.70.2; vaak van argumenten, ideeën etc.. ζητεῖ... μεθ ’ ὅτου βεβαιώσηται (iemand) zoekt iemand om (zijn these) mee te bevestigen Plat. Prot. 348d; οὐκοῦν... βεβαιωσόμεθα τὸ τοιοῦτον ; zullen we dat dan niet eens verifiëren? Plat. Lg. 683e.
3. van pers. versterken, standvastig maken, laten standhouden; christ..; ὁ... βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν... θεός hij die ons samen met u in Christus bevestigt, is God NT 2 Cor. 1.21; med.. ἢ κακῶσαι ἡμᾶςσφᾶς αὐτοὺς βεβαιώσασθαι of ons kwaad doen, of zichzelf versterken Thuc. 1.33.3; τοὺς μὲν μᾶλλον βεβαιωσώμεθα laten we hen (de inwoners van Sicilië) nog vaster aan ons verbinden Thuc. 6.34.1.
4. act. abs. de geldigheid garanderen (van een transactie), garant staan :. τοῦ Μνησικλέους βεβαιοῦντος ἡμῖν toen Mnesicles voor de geldigheid van onze transactie instond Dem. 37.12.
5. act. intrans., alleen geneesk. (van ziekte) zich openbaren. Hp.

Chinese

原文音譯:bebaiÒw 卑白俄哦
詞類次數:動詞(8)
原文字根:(行)步 相當於: (נֵצֶר‎) (קוּם‎ / קָמָי‎ / תְּקֹומֵם‎)
字義溯源:使堅固,堅固,證實,建立,保證,使穩定;源自(βέβαιος)=堅定的);而 (βέβαιος)出自(βάσις)=腳步), (βάσις)出自(βαθύς)X*=行走)。 (βέβαιος)是形容詞, (βεβαιόω)是動詞, (βεβαίωσις)是名詞;這三個編號字義相似:堅實,可靠。
同義字:1) (βεβαιόω)使堅固 2) (δυναμόω)使能夠 3) (ἐνδυναμόω)加力 4) (ἐνισχύω)加添力量 5) (ἐπιστηρίζω)堅定,堅固 6) (κραταιόω)加能力 7) (κυρόω)批准,堅示 8) (σθενόω)加給力量 9) (στερεόω)使堅實 10) (στηρίζω)固定,堅固
出現次數:總共(8);可(1);羅(1);林前(2);林後(1);西(1);來(2)
譯字彙編
1) 堅固(3) 林後1:21; 西2:7; 來13:9;
2) 證實(2) 可16:20; 羅15:8;
3) 證實了(1) 來2:3;
4) 必堅固(1) 林前1:8;
5) 得以堅固(1) 林前1:6