Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐώνυμος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: εὐώνυμος Medium diacritics: εὐώνυμος Low diacritics: ευώνυμος Capitals: ΕΥΩΝΥΜΟΣ
Transliteration A: euṓnymos Transliteration B: euōnymos Transliteration C: evonymos Beta Code: eu)w/numos

English (LSJ)

(A), ον, (ὄνομα)

   A of good name, honoured, Hes.Th.409, Pi.O.2.7, etc.; εὐ. χάρις the honour of a good name, Id.P.11.58; δίκη… μὴ εὐ. not creditable, Pl.Lg. 754e.    2 expressed in well-chosen terms, λόγος Luc.Lex.1.    II having an auspicious name or sound, ἀριστοκρατία Pl.Plt.302d; πρόσρημα D.C.52.4.    2 prosperous, fortunate, δίκα, πόδες, Pi.N. 7.48, 8.47, cf. Eust.895.37.    3 epith. of Artemis, Ἀρχ. Ἐφ. 1914.20 (Gonni, iv/iii B.C.).    III euphem. (like ἀριστερός) for left, on the left hand (because bad omens came from the left), ὠλένη εὐ. S.Tr.926; ἐξ εὐωνύμου χειρός Hdt.7.109; ἐξ εὐωνύμου (sc. χειρός) Id.1.72; κατὰ τὰ εὐ. X.Lac.11.10; εἰς τὰ εὐ. παρεκκλίνειν Arist.PA 666b7; ἐπὶ τὰ εὐ. ἀνακλίνεσθαι Id.HA498a11; ἐξ -ωνύμων Ev.Matt. 20.21; as military term, τὸ εὐ. κέρας Hdt.6.111, Th.5.67, etc.; τὸ εὐ. (without κέρας) Th.4.96.    2 euphem. of bad omens, opp.οἱ δεξιοὶ φύσιν, A.Pr.490, cf.SIG1167.3 (Ephesus, vi/v B. C.).    3 Astron., southerly, Cleom.1.1.
εὐώνυμ-ος (B), ἡ,

   A spindle-tree, Euonymus europaeus, Plin.HN13.118; τὸ εὐ. δένδρον Thphr.HP3.18.13.

German (Pape)

[Seite 1111] mit gutem Namen, berühmt, geehrt; Ἀστερίη Hes. Th. 409; πάτρα, πατέρες, Pind. N. 7, 85 Ol. 2, 8; Ἀθῆναι N. 4, 19; auch πόδες, die im Wettlaufe den Sieg davon getragen haben, 8, 47; χάρις, rühmliches Lob, P. 11, 58; ἀριστοκρατία Plat. Polit. 302 d; καὶ καλὴ δίκη, im Ggstz von αἰσχρά, ehrenvoll, Legg. VI, 754 e. Geziert sagt Luc. Leziph. 1 λόγος εὐών., reich an schönen Namen. – Mit einem Namen von guter Vorbedeutung, ἡ ἰσονομία τό τε πρόσρημα εὐώνυμον καὶ τὸ ἔργον δικαιότατον ἔχει D. Cass. 52, 4; vgl. auch die Stellen des Plat. – Dah. euphemistischer Ausdruck für links (denn ἀριστερός hatte eine üble Vorbedeutung, u. man suchte daher dies Wort zu vermeiden), sowohl bei den Tragg., neben δεξιός Aesch. Prom. 488, ὠλένη Soph. Tr. 922, als in Prosa, Plat. Legg. VI, 760 d; häufiger bei Her., 7, 109; bes. Thuc. u. Xen. in der Bezeichnung des linken Flügels, τὸ εὐώνυμον κέρας u. τὸ εὐών. allein, u. so auch Sp.; – ἡ εὐώνυμος, der Spindelbaum, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

εὐώνῠμος: -ον, (ὄνομα) ἔχων καλὸν ὄνομα, ἔντιμος, Ἡσ. Θ. 409, Πινδ. Ο. 2. 12, κλ.· εὐώνυμος χάρις, ἡ τιμὴ καλοῦ ὀνόματος, ὁ αὐτ. ἐν Π. 11. 90· δίκη… μὴ εὐώνυμος, οὐχὶ ἔντιμος, Πλάτ. Νόμ. 754Ε. 2) ἐπὶ καλοῦ οἰωνοῦ, εὐοίωνος, Λατιν. bone ominatus, ἀντίθετον τῷ δυσώνυμος, ὁ αὐτ. ἐν Πολιτικ. 302D, Δίων Κ. 52. 4. 3) εὐτυχής, Πίνδ. 7. 70., 8. 80· πρβλ. Εὐστ. 852. 5. ΙΙ. εὐφημιστικῶς ἀντὶ ἀριστερός, (διότι οἱ κακοὶ οἰωνοὶ ἤρχοντο ἐξ ἀριστερῶν, πρβλ. δεξιός, εὔξεινος, εὔφημος καὶ ἀριστερός), λύει τὸν αὑτῆς πέπλον… ἐκ δ’ ἐλώπισεν πλευρὰν ἅπασαν ὠλένην τ’ εὐώνυμον Σοφ. Τρ. 926· ἐξ εὐωνύμου χειρὸς Ἡρόδ. 7. 109· ἐξ εὐωνύμου (ἐξυπ. χειρὸς) ὁ αὐτ. 1. 72· κατὰ τὰ εὐ. Ξεν. Λακ. 11, 10· εἰς τὰ εὐ. παρεκκλίνειν Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 3. 4, 19· ἐπὶ τὰ εὐ. ὁ αὐτ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 1, 9· ὡς στρατιωτικὸς ὅρος, τὸ εὐώνυμον κέρας Ἡρόδ. 6. 111, Θουκ. 5. 67, Ξεν., κλ. τὸ εὐώνυμον (ἄνευ τοῦ κέρας) Θουκ. 4. 96· ἐπὶ οἰωνῶν, ἀντίθετον τῷ οἱ δεξιοὶ φύσιν, Αἰσχύλ. Πρ. 490. ΙΙΙ. ὡς ὄν. κύρ., «Εὐώνυμον· καὶ δῆμος φυλῆς τῆς Ἐρεχθηΐδος»

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. qui a un beau nom :
1 au nom respecté ou honoré;
2 qui a un nom de bon augure ; d’où par antiphrase, pour ἀριστερός ou σκαιός, placé à gauche : ἐξ εὐωνύμου χειρός HDT ou simpl. ἐξ εὐωνύμου à main gauche, à gauche ; κατὰ τὰ εὐώνυμα vers la gauche, sur la gauche ; τὸ εὐώνυμον κέρας (ou simpl.) τὸ εὐώνυμον l’aile gauche;
II. rempli de beaux mots.
Étymologie: εὖ, ὄνομα.

English (Slater)

εὐώνυμος, -ον (-ῳ, -ον; -ων.)
   1 of glorious name, honoured (Θήρωνα) εὐωνύμων τε πατέρων ἄωτον ὀρθόπολιν (O. 2.7) γλυκυτάτᾳ γενεᾷ εὐώνυμον κτεάνων κρατίσταν χάριν πορών i. e. consisting in a good name (P. 11.58) λιπαρᾶν εὐωνύμων ἀπ' Ἀθανᾶν (N. 4.19) εὐώνυμον ἐς δίκαν τρία ἔπεα διαρκέσει as regards their right to a good name (N. 7.48) Αἰακόν ἐμᾷ μὲν πολίαρχον εὐωνύμῳ πάτρᾳ (N. 7.85) ὑπερεῖσαι λίθον Μοισαῖον ἕκατι ποδῶν εὐωνύμων δὶς δὴ δυοῖν (i. e. νικηφόρων. Σ.) (N. 8.47) Ἀρισταγόραν ἀγλααὶ νῖκαι πάτραν τ' εὐώνυμον ἐστεφάνωσαν (N. 11.20)

English (Strong)

from εὖ and ὄνομα; properly, well-named (good-omened), i.e. the left (which was the lucky side among the pagan Greeks); neuter as adverbial, at the left hand: (on the) left.

English (Thayer)

εὐώνυμον (εὖ and ὄνομα);
1. of good name (Hesiod, Pindar), and of good omen (Plato, polit., p. 302d.; legg. 6, p. 754e.); in the latter sense used in taking auguries; but those omens were euphemistically called εὐώνυμα which in fact were regarded as unlucky, i. e. which came from the left, sinister omens (for which a good name was desired); hence,
2. left (so from Aeschylus and Herodotus down): ἐξ εὐωνύμων (cf. Winer's Grammar, § 27,3; § 19 under the word δεξιά; Buttmann, 89 (78)), on the left hand (to the left): R G L), Mark 15:27>.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὐώνυμος, -ον)
1. (κατ' ευφ.) αριστερός, ζερβός («το ευώνυμον κέρας»)
2. φρ. «εξ ευωνύμων» — από αριστερά
νεοελλ.
βοτ. το αρσ. ως ουσ. ο ευώνυμος
γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών που ανήκει στην τάξη κηλαστρώδη, οικογένεια κηλαστρίδες
μσν.-αρχ.
φρ. «ὁ ἐξ εὐωνύμων»
α) αυτός που βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα
β) εκκλ. αυτός που λόγω αμαρτιών φέρει ευθύνη, που πρέπει να τιμωρηθεί
αρχ.
1. αυτός που έχει καλό όνομα, έντιμος, περίφημος
2. αυτός που έχει εκφραστεί καλά
3. ευτυχής
4. αυτός που προοιωνίζεται καλά, ευτυχή πράγματα, ο ευοίωνος
5. (για οιωνούς) αυτός που έρχεται από αριστερά, ο κακός οιωνός (τους οιωνούς που έρχονταν από αριστερά τους θεωρούσαν κακούς, δυσμενείς)
6. το θηλ. ως ουσ.εὐώνυμος
το είδος Euonymus europeus, του γένους Ευώνυμος, που είναι γνωστό με την κοινή ονομασία ασπρόξυλο.
επίρρ...
εὐώνυμα (Μ)
από αριστερά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ώνυμος (< όνομα), ευφημιστικό σύνθετο. Το -ω- οφείλεται στη λειτουργία του νόμου της «εκτάσεως εν συνθέσει» (πρβλ. αν-ώνυμος)].

Greek Monotonic

εὐώνῠμος: -ον (ὄνυμα, Αιολ. αντί ὄνομα
I. 1. αυτός που έχει καλό όνομα, τιμημένος, έντιμος, σε Ησίοδ., Πίνδ. κ.λπ.
2. ευοίωνος, ευνοϊκός, αίσιος, στον ίδ., Πλάτ.
II. ευφημ. αντί ἀριστερός (γιατί οι κακοί οιωνοί έρχονταν απ' τα αριστερά), αριστερός, αυτός που βρίσκεται στ' αριστερά, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· ἐξ ἐυωνύμου χειρός ή ἐξ εὐωνύμου, στα αριστερά, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

εὐώνῠμος: ὄνυμα = ὄνομα
1) имеющий славное имя, славный, почтенный (Ἀστερίη Hes.; πατέρες Pind.);
2) звучащий как хорошее предзнаменование или приятно звучащий (ἀριστοκρατία Plat.; λόγος Luc.);
3) euphem. (= ἀριστερός) левый (ὠλένη Soph.; κέρας Her., Plut.; τόπος Plat.; πούς NT): ἐξ εὐωνύμου (χειρός) Her. и ἐξ εὐωνύμων NT слева; κατὰ Xen. и ἐπὶ или εἰς τὰ εὐώνυμα Arst. налево, влево;
4) euphem. зловещий (οἰωνοί Aesch.).
εὐώνυμος: II ὁ бересклет (Euonymus Europaeus L) Plin.

Middle Liddell

εὐ-ώνῠμος, ον ὄνυμα, aeolic for ὄνομα
I. of good name, honoured, Hes., Pind., etc.
2. of good omen, prosperous, fortunate, Pind., Plat.
II. euphemistic for ἀριστερός (which was a word of ill omen), left, on the left hand, Hdt., Soph., etc.; ἐξ εὐωνύμου χειρός or ἐξ εὐωνύμου, on the left, Hdt.

Frisk Etymology German

εὐώνυμος: {euṓnumos}
Meaning: von gutem Namen, von gutem Ruf, berühmt (Hes. Th. 409, Pi., Pl. u. a.); links (Ephesos VI-Va u. a.); τὸ εὐώνυμον (κέρας) = der linke Flügel (Hdt., Th., X.).
Etymology : Euphemistischer Ersatz der älteren σκαιός, λαιός, auch ἀριστερός; s. Chantraine Μνήμης χάριν 1, 61ff. — Vgl. ὄνομα.
Page 1,597

Chinese

原文音譯:eÙènumoj 由-哦匿摩士
詞類次數:形容詞(10)
原文字根:好-名的
字義溯源:左邊,左(有美名的),南邊;按照希臘古俗,左邊象徵幸福與美好的;由(εὖ / εὖγε)=好)與(ὄνομα)=名字)組成;其中 (εὖ / εὖγε)出自(εὐρύχωρος)X*=美),而 (ὄνομα)又出自(γινώσκω)*=知道)。這字的字義:美名,美的徵兆。比較:(ἀριστερός)=左手)
出現次數:總共(9);太(5);可(2);徒(1);啓(1)
譯字彙編
1) 左邊(6) 太20:21; 太20:23; 太25:33; 太27:38; 可10:40; 可15:27;
2) 左(1) 啓10:2;
3) 左邊的(1) 太25:41;
4) 南邊(1) 徒21:3