Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐναποπνέω

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐναποπνέω Medium diacritics: ἐναποπνέω Low diacritics: εναποπνέω Capitals: ΕΝΑΠΟΠΝΕΩ
Transliteration A: enapopnéō Transliteration B: enapopneō Transliteration C: enapopneo Beta Code: e)napopne/w

English (LSJ)

expire in, ταῖς πατρῴαις οἰκίαις D.S.13.89, cf. M.Ant. 5.4; ἱκεσίαις expire in the act of... Plu.Cor.33; τῳ αὐλῷ Luc.Harm. 2.

Spanish (DGE)

exhalar el último aliento, expirar en ταῖς πατρῴαις οἰκίαις D.S.13.89, cf. M.Ant.5.4, τῷ αὐλῷ Luc.Harm.3, πελάγει Eust.in D.P.420, ταῖς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἱκεσίαις ἐναποπνεῦσαι expirar entre las súplicas por la patria Plu.Cor.33.

German (Pape)

[Seite 828] (s. πνέω), darin aushauchen, sterben; ταῖς πατρῴαις οἰκίαις D. Sic. 13, 5; τῷ αὐλῷ, bei der Flöte, Luc. Harmon. 2; ταῖς ἱκεσίαις Plut. Coriol. 33.

French (Bailly abrégé)

expirer dans ou sur, τινι.
Étymologie: ἐν, ἀποπνέω.

Russian (Dvoretsky)

ἐναποπνέω: (fut. ἐναποπνεύσομαι) (где-л. или при каких-л. обстоятельствах) испускать последний вздох, умирать (ταῖς πατρῷαις οἰκίαις Diod.; τῷ αὐλῷ Luc.; ταῖς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἱκεσίαις Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

ἐναποπνέω: μέλλ. -πνεύσομαι, ἐκπνέω ἔν τινι, ὅπως ταῖς πατρῴαις οἰκίαις ἐναποπνεύσωσι Διόδ. 13.5˙ ἐν. ἱκεσίαις, ἐκπνεῖν ἐν τῷ ἱκετεύειν, Πλουτ. Κορ. 33˙ φιλοτιμότερον ἐμφυσῶν ἐναπέπνευσε τῷ αὐλῷ Λουκ. Ἁρμον. 2.

Greek Monolingual

ἐναποπνέω (Α)
1. εκπνέω, πεθαίνω κάπουὅπως ταῖς πατρῴαις oἰκίαις ἐναποπνεύσωσι», Διόδ. Σικ.)
2. πεθαίνω σε μια περίσταση ή στη διάρκεια ενός έργου ή ευρισκόμενος σε μια κατάσταση («φιλοτιμότερον ἐμφυσῶν ἐναπέπνευσε τῷ αὐλῷ», Λουκ.).

Greek Monotonic

ἐναποπνέω: μέλ. -πνεύσομαι, εκπνέω, ξεψυχώ τη στιγμή που πράττω κάτι, με δοτ., σε Πλούτ.

Middle Liddell

fut. -πνεύσομαι
to expire in the act of doing a thing, c. dat., Plut.