Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπαλλάσσω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀπαλλάσσω Medium diacritics: ἀπαλλάσσω Low diacritics: απαλλάσσω Capitals: ΑΠΑΛΛΑΣΣΩ
Transliteration A: apallássō Transliteration B: apallassō Transliteration C: apallasso Beta Code: a)palla/ssw

English (LSJ)

Att. ἀπαλλάττω, fut.

   A -ξω Isoc.5.52: pf. ἀπήλλᾰχα X.Mem. 3.13.6: aor. ἀπήλλαξα Hdt.1.16, Ar.V.1537, etc.:—Pass., pf. ἀπήλλαγμαι Id.Pax1128, Isoc.5.49, Ion. ἀπάλλαγμαι Hdt.2.144,167: aor. ἀπηλλάχθην, Ion. ἀπαλλ- Id.2.152, etc.; in Att. ἀπηλλάγην [ᾰ] as always in Prose; also in Trag. (for the most part metri gr., cf. however S.Ant.422, El.783 (v.l.), E.Ph.592 (v.l.), Andr.592): fut. ἀπαλλαχθήσομαι Id.Hipp.356, Ar.Av.940; in Prose, ἀπαλλαγήσομαι Th. 4.28, etc.:—Med., fut. (in pass. sense) ἀπαλλάξομαι Hdt.7.122, E. Hel.437, Th.8.83, etc.: aor. ἀπαηλλάξαντο E.Heracl.317, cf. Plu. Cat.Mi.64.    A. Act., set free, deliver from a thing, παιδίον δυσμορφίης Hdt. 6.61; τινὰ πόνων, κακῶν, A.Eu.83, Pr.773; τινὰ ἐκ γόων S.El.292; ἐκ φόβου καὶ κακῶν And.1.59: c. acc. only, release, S.Ant.596, etc.; κόπος μ' ἀ. Id.Ph.880.    2 put away from, remove from, τί τινος, as ἀ. γῆς πρόσωπον, φρενῶν ἔρωτα, E.Med.27, Hipp.774 (lyr.); σφαγῆς χεῖρα IT994; χρυσὸν χερός Hec.1222; ἀ. τινά τινος take away or remove from one, Ar.Ec.1046; τινὰ ἀπὸ τῆς πολιορκίας D.C.43.32.    3 c. acc. only, put away, remove, τι E.Hec.1068, Pl.Prt.354d, etc.; μύθοις ἔργ' ἀ. κακά do away ill by words, E.Fr.282.26; get rid of creditors, And. 1.122; τοὺς χρήστας Is.5.28; get rid of an opponent, by fair means or foul, D.24.37; ἀ. τοὺς κατηγόρους Lys.29.1; τοὺς Πελοποννησίους ἐκ τῆς χώρας Th.8.48; dismiss, send away, τινά Id.1.90; remove or displace from an office, ib.129; ἀ. τοὺς ὑπηρέτας καὶ θεραπευτῆρας Plu. Lyc.11; also, make away with, destroy, Thphr.HP9.15.2; ἑαυτόν Plu.Cat.Mi.70; bring to an end, λόγον E.Med.790.    4 in Law, give a release, discharge, D.36.25, cf. 37.1; τοὺς δανείσαντας ἀ. 34.22, cf. PTeb.315.16 (ii A.D.); discharge a debt, D.C.59.1, etc.:—so in Pass., Id.51.17.    II intr., get off free, escape, esp. with an Adv. added, ῥηιδίως, χαλεπῶς ἀ., Hp.VM10,20, cf. X.Cyr.4.1.5; ὁ στόλος οὕτως ἀ. came off, ended, Hdt.5.63, cf. A.Ag.1288, E.Med.786; οὐκ ὡς ἤθελε ἀπήλλαξεν Hdt.1.16; κάκιον ἀ. Pl.R.491d, cf. Men.Epit.199; καταγελάστως ἀ. Aeschin.2.38; ἀλυσιτελῶς ἀ. Thphr.Char.8.11; ἀλύπως ἀ. get along well, PPetr.3p.58: with part. or Adj., χαίρων ἀ. Hdt.3.69; ἀθῷοι ἀ. Pl.Sph.254d, etc.: c. gen., depart from, βίου E.Hel.302 (dub.l.); τοῦ ζῆν Pl.Ax.367c; so πῶς ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ; X.Mem.3.13.6; ἄριστ' ἀπαλλάττεις ἐπὶ τούτου τοῦ κύβου in respect of .., Diph.73.    B. Pass. and Med., to be set free or released from a thing, get rid of it, ἀπαλλαχθέντας δουλοσύνης Hdt.1.170; τυράννων Id.5.78; τῶν παρεόντων κακῶν Id.2.120; πημονῆς A.Pr.471; φόβου S.El.783; πραγμάτων τε καὶ μαχῶν Ar.Pax293; στρατιᾶς Id.Ach.251; Κλέωνος Th.4.28; τῆς κακουχίας ἐπὶ τὴν αὑτοῦ σκηνήν Plb.5.15.6.    2 get off, escape, mostly with some Adj. or Adv. added (as in Act. 11), ῥηιδίως ἀ. Hp.VM3; ἀγῶνος ἀ. καλῶς E.Heracl.346; ἀζήμιος ἀπαλλαγῆναι, ἀπαλλάττεσθαι, Ar.Pl.271, Pl.Lg.721d.    3 abs., to be acquitted, D.22.39.    4 of a point under discussion, to be dismissed as settled, τοῦτο ἀπήλλακται μὴ . . τὸ φίλον φίλον εἶναι Pl.Ly.220b, cf. Phlb. 67a.    II remove, depart from, ἐκ τῆς χώρης, ἐξ Αἰγύπτου, Hdt.1.61,2.139, al.; μαντικῶν μυχῶν A.Eu.180; γῆς ἀπαλλάσσεσθαι πόδα E.Med.729; δόξης, δέους Th.2.42; ἀ. παρά τινος Aeschin.1.78; depart, go away, ἐς τὴν ἑωυτοῦ Hdt.1.82, al.; ἐπὶ τῆς ἑωυτοῦ Id.9.11, cf. 5.64; πρὸς χώραν Pl.Lg.938a: abs., Hdt.2.93, al., Aen. Tact.10.19, 15.9.    2 ἀπαλλάσσεσθαι τοῦ βίου depart from life, E.Hel.102, Hipp.356; βίου ἀπαλλαγὴν ἀ. Pl.R.496e; freq. without τοῦ βίου, depart, die, E.Heracl.1000, Pl.Phd.81c, etc.    3 ἀ. λέχους to be divorced, E.Andr.592; ἀ. γυναῖκά τε ἀπ' ἀνδρὸς καὶ τὸν ἄνδρα ἀπὸ γυναικός Pl.Lg.868d.    4 ἀ. τῶν διδασκάλων leave school, Id.Grg.514c, cf. X.Mem.1.2.24.    5 ἀ. ἐκ παίδων become a man, Aeschin.1.40.    6 to be removed from, free from the imputation of, ἀπηλλαγμένος εὐηθίης many removes from folly, Hdt.1.60; ξυμφορῶν Th.1.122; αἰσχύνης Id.3.63: c. inf., κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπήλλακτο was not far from judging adequately, Id.1.138.    b πολλὸν ἀπηλλαγμένος τινός far inferior to him, Hdt.2.144.    7 depart from, leave off from, τῶν μακρῶν λόγων S.El.1335; σκωμμάτων Ar.Pl.316; ἀ. λημμάτων give up the pursuit of .., D.3.33; οὐκ ἀπήλλακται γραφικῆς is not averse from .., Luc.Salt.35.    b abs., have done, cease, of things, S.Ant.422; ὅταν ἡ μέθη ἀπαλλαγῇ Arist.MM1202a3.    c throw up one's case, give up a prosecution, D.21.151,198.    d c. part., εἰπὼν ἀπαλλάγηθι speak and be done withit, Pl.Grg.491c, cf.Tht.183c; ταῦτα μαντευσάμενος ἀπαλλάττομαι Id.Ap.39d; ἀπαλλάχθητι πυρώσας E. Cyc.600: also in part., with a Verb, οὐκοῦν ἀπαλλαχθεὶς ἄπει; make haste and begone, S.Ant.244.    8 to depart from enmity, i.e. to be reconciled, settle a dispute, πρὸς ἀλλήλους Pl.Lg.915c: abs., ib. 768c.    9 recover from an ailment, Aret.SD1.14.

German (Pape)

[Seite 276] att. -άττω, 1) losmachen, τὶ χερῶν, etwas aus den Händen lassen, Eur. Hec. 1222, Ggstz von ἔχειν, vgl. I. A. 323; σφαγῆς χεῖρ' ἀπαλλάξαι, die Hand vom Morde abziehen, I. T. 994; entfernen; entlassen, z. B. ἀζήμιόν τινα Plat. Legg. I, 648 c; vertreiben, Thuc. 1, 129; λύπας Plat Prot. 354 d; χαυνότητα Theaet. 175 b; τινὰ τῆς συγγενείας, aus der Verwandtschaft, Legg. XI, 929 a; δουλείαν, πόλεμον, beilegen, I, 628 b; λόγον, beendigen, Eur. Med. 786; σκεύη, wegschaffen, Xen. An. 3, 2, 28; Suid. erkl. ἀφανίζειν. Umgekehrt ἡνίκ' ἂν κόπος μ' ἀπαλλάξῃ Soph. Phil. 868, mich entläßt, verläßt. Vgl. noch Ar. Eccl. 1046 τὴν γραῦν μου, von mir entfernen, d. h. mich von ihr befreien; befreien, τινά τινος, πόνων Aesch. Prom. 775; Ar. Pax 886; μόρου Soph. Ant. 765; κακῶν Isocr. 4, 39; Folgde; seltener ἐκ, z. B. ἐκ γόων Soph. El. 284; ἐκ φόβου Andoc. 1, 59; ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ ζῆν, sich tödten, Pol. 27, 2. Ebenso im pass., worin aor. I. häufiger als aor. II., u. nach Möris ἀπαλλάξομαι attisch für ἀπαλλαγήσομαι ist; bes. oft κακῶν, πόνων, δουλοσύνης, Her. 1, 170; φόβων Andoc. 1, 68; Xen. Cyr. 5, 2, 32; ἀπηλλαγμένοι αἰ. σχύνης, frei von Schande, Thuc. 3, 63; vgl. 1, 143; ἀπαλλαχθέντες τῶν μακρῶν λόγων, ohne viele Worte zu machen, Soph. El. 1327; σκωμμάτων Ar. Plut. 316; τοῦ λέγειν Dem. Lpt. 58. – 2) intrans., weggehen, sich entfernen, ἀπό τινος Her. 1, 16; βίου ἀπαλλάξαι, abscheiden, Eur. Hel. 302; ἀθῷος Plat. Soph. 254 d; bes. mit adv., κάκιον, schlimmer fortkommen, Plat. Rep. VI, 491 d; ῥᾷον, leichter davonkommen, dem voranstehenden σώζεσθαι entsprechend, Xen. Cyr. 4, 1, 5; ὁ καταγελαστῶς ἀπαλλάξας Aesch. 2, 38; χεῖρον ἡμῶν άπηλλάχασιν Dem. 18, 65; αἰσχρῶς καὶ κακῶς Xen. Mem. 1, 7, 3; Pol. 3, 64 u. öfter; οὕτως ἀπήλλαξε ὁ στόλος Her. 5, 63; πῶς ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὸδοῦ; wie ist ihm der Weg bekommen? Xen. Mem. 3, 13, 6; auch mit dem partic., χαίροντες, μεῖον ἔχοντες, Her. 3, 69. Bei Sp. steht es fast gleich διακεῖσθαι, z. B. ἐπισφαλῶς καὶ χαλεπῶς Plut. Tim. 17. – 3) Med., auch aor. pass., sich entfernen, fortmachen, so daß die Entfernung als Befreiung von etwas Lästigem erscheint, von Her. an häufig; ἐκ τῆς χώρας Her. 4, 164; ἀπ' ἀνδρός, sich trennen, Plat. Legg. IX, 868 d; ἀπ' ἀλλήλων, ἀπὸ τῆς στρατιᾶς, Xen. Cyr. 1, 2, 27 An. 7, 14; ἐς Πέρσας Her. 1, 4; ἐπὶ Θεσσαλίης 5, 64; πρός τινα, zu Einem übergehen, Xen. Cyr. 6, 1, 45; – mit u. ohne τοῦ βίου, sterben, Thuc. 2, 42; τοῦ ζῆν Pol. 11, 30; τινός, hinter Jemand zurückbleiben, ihm nachstehen, Her. 2, 144; ἀπαλλάγηθι εἰπών, mach endlich fort u. sprich, Plat. Gorg. 491 c; ἀπαλλάχθητι πυρώσας Eur. Cycl. 595. – 4) τοὺς χρηστάς Is. 5, 20; Dem. 33, 9; τοὺς δανείσαντας 34, 22, durch Bezahlen sie loswerden. Vor Gericht, ἀφῆκε καὶ ἀπήλλαξε Dem. 36, 25. 37, 1, eine Sache fallen lassen, aufgeben; ἀπήλλακται, die Sache ist abgemacht, wir sind übereingekommen, Plat. Lys. 220 b Phil. 67 a; vgl. Dem. 21, 198 u. 22. 39, wo es dem δίκην οὐ δοῦναι entspricht, freigesprochen sein.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπαλλάσσω: Ἀττ. -ττω: μέλλ. -ξω, Ἰσοκρ. 92Ε: πρκμ. ἀπήλλᾰχα Ξεν. Ἀπομν. 3. 13, 6: ἀόρ. ἀπήλλαξα Ἡροδ. καὶ Ἀττ. πεζογράφοι: ‒ Παθ. πρκμ. ἀπήλλαγμαι Ἀριστοφ. Εἰρ. 1128, Ἰσοκρ., Ἰων. ἀπάλλαγμαι Ἡρόδ. 2. 144, 167: ‒ ἀόρ. ἀπηλλάχθην, Ἰων. ἀπαλλ-, ὁ αὐτ. 2. 152, Τραγ.· παρ᾿ Ἀττ. ἀπηλλάγην [ᾰ] ὡς πάντοτε παρὰ πεζοῖς· ὡσαύτως παρὰ Τράγ. (ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον χάριν τοῦ μέτρου, πρβλ. ὅμως Σοφ. Ἀντ. 422, Ἡλ. 782), Πόρσ. Φοίν. 986: μέλλ. ἀπαλλαχθήσομαι Εὐρ. Ἱππ. 356, Ἀριστοφ. παρὰ πεζοῖς ἀπαλλαγήσομαι Θουκ. 4. 28, κτλ.: ‒ Μέσ. μέλλ. (μετὰ παθ. σημ.) ἀπαλλάξομαι Ἡρόδ. 7. 122, Εὐρ. Ἑλ. 437, Θουκ. κτλ.: ἀόρ. ἀπηλλάξαντο Εὐρ. Ἡρακλ. 317, πρβλ. Πλουτ. Κάτωνα νεώτερ. 64. Α. ἐλευθερῶ, ἀπαλλάσσω τινὰ ἀπό τινος πράγματος, παιδίον δυσμορφίης Ἡροδ. 6. 61· τινὰ πόνων, πημονῆς, κακῶν, φόβου, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 773. 471 κτλ.· τινὰ ἐκ γόων Σοφ. Ἠλ. 292· ἐκ φόβου Ἀνδοκ. 8. 39· μετ᾿ αἰτ. μόνον, ἀπελευθερῶ, ἀπολύω, Σοφ. Ἀντ. 597, κτλ.· κόπος μ᾿ ἀπ. ὁ αὐτ. Φ. 880· ἀπαλλάττω, ἀνακουφίζω, ἀπὸ χρέους ἢ ὑποχρεώσεως, κάμνω χάριν εἴς τινα, Δημ. 952. 16. 2) ἀπομακρύνω ἀπό τινος, μετακινῶ μακράν τινος, τί τινος, ὡς ἀπ. γῆς πρόσωπον, φρενῶν ἔρωτα Εὐρ. Μήδ. 27, Ἱππ. 774· σφαγῆς χεῖρα Ι. Τ. 994· χρυσὸν χερὸς Ἑκ. 1222· ἀπ. τινά τινος, ἀφαιρῶ, ἀπομακρύνω ἀπό τινος, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1046· τινὰ ἀπό τινος Δίων Κ. 43. 32. 3) μετ᾿ αἰτ. μόνον, ἀπομακρύνω τι, μετακινῶ, τι Εὐρ. Ἑκ. 1068, Πλάτ. κτλ.· μύθοις ἔργ᾿ ἀπ. κακά, ἀπομακρύνω τὰ κακὰ διὰ λόγου, ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 284. 26: ‒ ὡσαύτως, ἀπελευθεροῦμαι, ἀπαλλάσσομαι τῶν δανειστῶν, Ἀνδοκ. 16. 16, Ἰσαῖ. 53. 36, Δημ. 914. 4· ἀπαλλάσσομαι διὰ δικαίων ἢ ἀδίκων μέσων ἀπὸ ἀντιπάλου, ὁ αὐτ. 711. 25., 712. 1· ἀπ. τοὺς κατηγόρους Λυσ. 181. 25· ἀπολύω, ἀποπέμπω, τινὰ Θουκ. 1. 90· μεταθέτω, ἀπολύω ἀπὸ ὑπουργήματος, αὐτόθι 129: ὡσαύτως, ἐξαφανίζω, καταστρέφω, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 9. 15, 2· ἑαυτὸν Πλουτ. Κάτων νεώτ. 70. β) ἀποσύρω κατηγορίαν, Δημ. 952. 11., 966. 3· ἴδε ἑρμηνευτὰς τῶν χωρίων τούτων: ‒ πληρώνω χρέος, Δίων Κ. 59. 1, κτλ.· οὕτως ἐν τῷ παθ., ὁ αὐτ. 51. 17. ΙΙ. ἀμεταβ., ἐκφεύγω, διαφεύγω, ἰδίως μετὰ προσθήκης ἐπιρρήματος, ῥηϊδίως Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 11· πρβλ. Ξεν. Κύρ. 4. 1, 5· ὁ στόλος οὕτως ἀπ., ἐγένετο, ἐτελείωσεν, Ἡρόδ. 5. 63, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1288, Εὐρ. Μήδ. 786· οὐκ ὡς ἤθελε ἀπήλλαξε Ἡρόδ. 1. 16· κακῶς ἀπ. Πλάτ. Πολ. 491D· καταγελάστως ἀπ. Αἰσχίν. 33. 17· οὕτω μετὰ μετοχ. ἢ ἐπιθ., χαίρων ἀπ. Ἡρόδ. 3. 69· ἀθῷος ἀπ. Ἀριστοφ. Πλ. 271, Πλάτ. Σοφ. 254D, κτλ.: ‒ μετὰ γεν., ἀπέρχομαι, τοῦ βίου Εὐρ. Ἑλ. 302, πρβλ. Πλάτ. Ἀξ. 267 (οὕτω, πῶς ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ Ξεν. Ἀπομν. 3. 13, 6· ἄριστ’ ἀπαλλάττεις ἐπὶ τούτου τοῦ κύβου, ὡς προς…, Δίφιλ. ἐν «Συνωρίδι» 1: ἴδε κατωτέρ. ΙΙ 2). Β. Παθ. καὶ μέσ., ἐλευθεροῦμαι ἢ ἀπαλλάσσομαι ἀπό τινος πράγματος, «γλυτώνω», ἀπαλλαχθέντας δουλοσύνης Ἡρόδ. 1. 170· τυράννων ὁ αὐτ. 5. 78· τῶν παρεόντων κακῶν ὁ αὐτ. 2. 120· πημονῆς Αἰσχύλ. Πρ. 471· φόβου Σοφ. Ἠλ. 783· πραγμάτων τε καὶ μαχῶν Ἀριστοφ. Εἰρ. 293· στρατιᾶς Ἀριστοφ. Ἀχ. 251· Κλέωνος Θουκ. 4. 28· κακῶν τῆς δὲ χθονὸς Σοφ. Ο. Κ. 786, κτλ. 2) ἐκφεύγω, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῇ προσθήκῃ ἐπιθέτου τινὸς ἢ ἐπιρρήματος (ὡς ἐν τῷ ἐνεργ. ΙΙ.), ἀγῶνος ἀπ. καλῶς Εὐρ. Ἡρακλ. 346· ἀζήμιος ἀπ. Ἀριστοφ. Πλ. 271· καὶ συχν. παρὰ Πλάτ. 3) ἀπολ., ἀπελευθεροῦμαι, ἀθῳοῦμαι, Δημ. 605. 17. 4) ἐπὶ ζητήματος ὑπὸ συζήτησιν, λαμβάνω τέλος, τοῦτο ἀπήλλακται, μη… τὸ φίλον φίλον εἶναι, τοῦτο τὸ ζήτημα ἔλαβε τέλος, Πλάτ. Λύσ. 220Β· πρβλ. Φίληβ. 67 Α. ΙΙ. ἀπέρχομαι, ἀναχωρῶ ἔκ τινος, ἐξέρχομαι, ἐκ χώρης, ἐκ γῆς Ἡρόδ. 1. 61., 2. 139, κτλ.· μαντικῶν μυχῶν Αἰσχύλ. Εὐμ. 180· ὡαύτως, γῆς ἀπαλλάσσεσθαι πόδα Εὐρ. Μήδ. 729 (πρβλ. βαίνειν πόδα, βαίνω Α. ΙΙ. 4)· ἀπ. παρά τινος Αἰσχίν. 8. 20: - ἀναχωρῶ, ἀπέρχομαι, ἐς τὴν ἑωυτοῦ Ἡροδ. 1. 82. κ. ἀλλ.· ἐπὶ τῆς ἐωυτοῦ ὁ αὐτ. 9. 11, πρβλ. 5. 64· πρὸς χώραν Πλάτ. Νόμ. 938Α· ἐπὶ τόπον Πολύβ. 5. 15, 6· ἀπολ., Ἡρόδ. 2. 93, κ. ἀλλ.: - Ἐντεῦθεν ἐν πολλαῖς σχέσεσιν, ὡς: 2) ἀπαλλάσσεσθαι τοῦ βίου, ἀπέρχεσθαι τοῦ βίου, ἀποθνήσκειν, Εὐρ. Ἑλ. 102· πρβλ. Ἱππ. 356· βίου ἀπαλλαγὴν ἀπ. Πλάτ. Πολ. 496Ε· ὡσαύτως συχνάκις ἄνευ τοῦ βίου, ἀποθνήσκω, Εὐρ. Ἡρακλ. 1000, Θουκ. 2. 42, Πλάτ. Φαίδων 81C, κτλ.: ἐπὶ πραγμάτων, παύομαι, Ἀριστ. Μεγ. Ἠθ. 2. 6, 20. 3) ἀπαλλάσσομαι, γλυτώνω, ξεκάμνω, σὺ γὰρ μετ’ ἀνδρῶν, ὦ κάκιστε κἀκ κακῶν;… ὅστις πρὸς ἀνδρὸς Φρυγὸς ἀπηλλάγης λέχους, ὅστις κατώρθωσες νὰ ξεφορτωθῇς τὴν γυναῖκά σου, εὐκολύνας δηλ. τὴν ἁρπαγὴν αὐτῆς, Εὐρ. Ἀνδρ. 592· ἀπ. γυνή τε ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀνήρ ἀπὸ τῆς γυναικὸς Πλάτ. Νόμ. 868D. 4) ἐπειδὴ τῶν διδασκάλων ἀπηλλάγημεν, ἀφ’ ὅτου δὲν διδασκόμεθα πλέον, ἀφ’ ὅτου δὲν ἔχομεν πλέον διδασκάλους νὰ διδάσκωσιν ἡμᾶς, Πλάτ. Γοργ. 514C, πρβλ. Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 24. 5) ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ παίδων, ὡς τὸ Λατ. e pueris excedere, ἐξέρχεσθαι ἐκ τῆς παιδικῆς ἡλικίας, οὗτος (ὁ Τίμαρχος)… ἐπειδή ἀπηλλάγη ἐκ παίδων, ἐτελείωσε τὴν παιδικὴν ἡλικίαν, Αἰσχίν. 6. 16. 6) ἀπομακρύνομαι ἀπό τινος, τὸ Ἑλληνικὸν [[[ἔθνος]]] ἐὸν καὶ δεξιώτερον καὶ εὐηθίης ἡλιθίου ἀπηλλαγμένον μᾶλλον Ἡρόδ. 1. 60· ξυμφορῶν Θουκ. 1. 122· αἰσχύνης ὁ αὐτ. 3. 63· μετ’ ἀπαρεμ., κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπήλλακτο, δὲν ἐστερεῖτο τῆς ἱκανότητος νὰ κρίνῃ ἐπαρκῶς, Θουκ. 1. 138. β) πολλὸν ἀπηλλαγμένος τινός, κατὰ πολὺ κατώτερος αὐτοῦ Ἡρόδ. 2. 144. 7) ἀφίνω, παραιτοῦμαι, καὶ νῦν ἀπαλλαχθέντες τῶν μακρῶν λόγων… εἴσω παρέλθεθ’ Σοφ. Ἠλ. 1335· σκωμμάτων Ἀριστοφ. Πλ. 316· ἀπ. λημμάτων, παραιτοῦμαι, ἀφίνω τὴν ἐπιζήτησιν, τὴν ἐπιδίωξιν…, Δημ. 37. 24· οὐκ ἀπήλλακται γραφικῆς, δὲν διάκειται δυσμενῶς πρὸς τὴν γραφικήν, Λουκ. π. Ὀρχήσ. 35. β) ἀπολύτ., παρέρχομαι, παύομαι, κοπάζω, καὶ τοῦδ’ ἀπαλλαγέντος… ἡ παῖς ὁρᾶται Σοφ. Ἀντ. 422, Πλάτ. Ἀπολ. 39D· ὡς ἀπήλλαγμαι, ὅτι παρῃτήθην, Δημ. 578. 14. γ) μ. μετοχ. ὡς τὸ ἄνυσον πράξας, κτλ., εἰπὼν ἀπαλλάγηθι λέγε καὶ τελείωνε, Πλάτ. Γοργ. 491C, πρβλ. Θεαίτ. 183C· λαμπρὸν πυρώσας ὅμμ’ ἀπαλλάχθηθ’ ἅπαξ, κατακαὺσας τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ [τοῦ Κύκλωπος, ὦ Ἥφαιστε], ἀπαλλάχθητι ἅπαξ διὰ παντὸς τοῦ πυροῦν αὐτόν, Εὐρ. Κύκλ. 600, ὁ Palev ὅμως τιθεὶς κόμμα μετὰ τὸ ὅμμ’ ἑρμηνεύει: ἀπαλλάχθητι αὐτοῦ (τοῦ Κύκλ.) ἅπαξ διὰ παντός. - Ὡσαύτως καὶ κατὰ μετοχ. ὡς τὸ ἀνύσας, μετὰ ῥήματος, οὔκουν ἐρεῖς ποτ’, εἶτ’ ἀπαλλαχθεὶς ἄπει; ἐπὶ τέλους δὲν θὰ μᾶς εἴπῃς τί συνέβη καὶ νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς; Σοφ. Ἀντ. 244· ἀφίνω τὴν ἔχθραν, συμφιλιοῦμαι, ὡς τὸ διαλλάσσομαι ἢ καταλλάσσομαι, ἐὰν μὴ πρότερον ἐν γείτοσιν ἢ ἐν αἱρετοῖσι δικασταῖς ἀπαλλάττωνται πρὸς ἀλλήλους τῶν ἐγκλημάτων Πλάτ. Νόμ. 915C· - ἀπολ., αὐτόθι 768C, Δημ. 578. 14. 9) ἀναλαμβάνω ἐκ νόσου, Ἱππ. π. Ἀρ. Ἰητρ. 9, Ἀρετ. π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 1. 14.

French (Bailly abrégé)

impf. ἀπήλλασσον, f. ἀπαλλάξω, ao. ἀπήλλαξα, pf. ἀπήλλαχα;
Pass. f. ἀπαλλαχθήσομαι, f.2 plus us. ἀπαλλαγήσομαι, ao. ἀπηλλάχθην, ao.2 plus us. ἀπηλλάγην, pf. ἀπήλλαγμαι;
A. tr. I. 1 écarter, éloigner, acc. ; ἀπ. σφαγῆς χεῖρα EUR détourner sa propre main d’un meurtre ; οὔτ’ ἀπαλλάσσουσα γῆς πρόσωπον EUR ne détournant pas son visage de la terre ; Pass. être écarté, éloigné : πολλὸν ἀπαλλαγμένος HDT fort éloigné, càd fort différent (des dieux);
2 s’éloigner : ἐκ χώρης HDT d’un pays ; ἐς τὴν ἑωυτοῦ HDT rentrer dans son pays ; ἐς Πέρσας HDT partir chez les Perses ; τοῦ βίου EUR ou simpl. ἀπαλλάττεσθαι quitter la vie, mourir;
II. mettre fin à : λόγον EUR à un discours ; Pass. s’abstenir de, gén. ; abs. cesser ; οὐκοῦν ἀπαλλαχθεὶς ἄπει ; SOPH ne vas-tu donc pas parler, et, quand tu auras fini, t’éloigner ?;
III. faire changer (de disposition, de sentiments, etc.) ; Pass. se réconcilier;
IV. écarter pour se débarrasser de, se défaire de : σκεύη XÉN mettre des bagages en lieu sûr ; τινα se défaire de qqn;
V. délivrer, affranchir : τινα πόνων ESCHL délivrer qqn de ses souffrances ; ἑαυτόν PLUT se délivrer de la vie, se tuer ; ἀπαλλάσσεσθαι βίου EUR perdre la vie ; ἀπαλλαχθῆναι ou ἀπηλλάχθαι φόβου XÉN, αἰσχύνης THC être délivré de la crainte, de la honte ; τινὸς ἀπ. καλῶς, κακῶς ATT sortir heureusement, malheureusement de qqe difficulté;
B. intr. 1 s’éloigner;
2 se délivrer de, se débarrasser de, mettre fin à : ἀπ. ῥᾷον XÉN, αἰσχρῶς τε καὶ κακῶς XÉN se tirer d’affaire plus facilement, honteusement et malheureusement ; πῶς ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ ; XÉN comment s’est-il tiré du voyage ? avec un part. : χαίροντα ἀπαλλάττειν HDT se tirer d’affaire sans châtiment, être laissé en paix après une faute.
Étymologie: ἀπό, ἀλλάσσω.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): át. -ττω Pl.Prm.156a

• Morfología: [fut. ind. ἀπαλλαγήσεσθαι Th.4.28; jón. aor. y perf. ἀπαλλ- Hdt.2.152, 144; aor. ind. ἀπηλλάγην [ᾰ] S.Ant.422, opt. 3.a plu. ἀπαλλαγείησαν Pl.Erx.401c]
A tr., en v. act.
I c. ac. de pers.
1 despedir τοὺς Λακεδαιμονίους Th.1.90, cf. 8.46, τοὺς ... ὑπηρέτας καὶ θεραπευτῆρας Plu.Lyc.11, τοὺς Πελοποννησίους ἐκ τῆς χώρας Th.8.46
despedir, desembarazarse de, librarse de τοὺς ... τετρακοσίους Th.8.86, cf. 1.129, And.Myst.122, τοὺς χρήστας Is.5.28, cf. Lys.29.1, D.24.37, 34.22
c. ac. y gen. τὴν γραῦν ἀπαλλάξασά μου desembarazándome de la vieja Ar.Ec.1046
matar αἱ μὲν ἀπαλλάττουσαι τοὺς προσενεγκαμένους unas (plantas venenosas) que matan a los que se las comen Thphr.HP 9.15.2, ἑαυτόν Plu.Cat.Mi.70
en v. pas. c. gen. Κλέωνος Th.4.28
de un cargo ser destituido, ser despedido τῆς ἐπαρχίας POxy.471.21 (II d.C.).
2 c. ac. de pers. y gen. o prep. más gen. quitar, librar σε τῶνδ' ... πόνων A.Eu.83, σ' ... κακῶν A.Pr.773, σ' ἐκ γόων S.El.292, δυσμορφίης τὸ παιδίον Hdt.6.61, τὴν πόλιν ἐκ φόβου καὶ κακῶν And.Myst.59, τινα τοῦ φόβου Arist.Po.1452a25.
3 c. suj. no estrictamente personal dejar, dejar libre ἵν' ἡνίκ' ἂν κόπος μ' ἀπαλλάξῃ ποτε para que en cuanto el cansancio me deje ... S.Ph.880, οὐδ' ἀπαλλάσσει γενεὰν γένος no libera una generación a la otra S.Ant.596.
II c. ac. de cosa o abstr.
1 c. ac. de cosa quitar, eliminar, abolir ἐπωνυμίας Hdt.5.66, ἀ. τῶν ἄλλων σκευῶν τὰ περιττά desembarazarse de lo más superfluo de la impedimenta X.An.3.2.28
c. ac. de cosa y gen. de separación quitar, apartar γῆς πρόσωπον el rostro del suelo E.Med.27, σφαγῆς ... χεῖρα E.IT 994, (χρυσόν) χερός E.Hec.1222, φρενῶν ἔρωτα E.Hipp.774
en v. med. ἐκ τῆσδε ... γῆς ἀπαλλάσσου πόδα aparta tu pie de esta tierra, márchate E.Med.729
c. gen. de precio pagar τὸν πῆχυν δραχμῶν δέκα PFlor.262.14.
2 c. ac. de abstr. poner fin o término, acabar ἔργ' ... κακά E.Fr.282.26, λόγον E.Med.790
en rel. c. deudas saldar, pagar ὅσα τις ἀφῆκεν ἢ ἀπήλλαξεν D.36.25, cf. 37.1.
B intr.
I gener. en v. act., tb. en v. med.-pas. acabar, llegar a término, salir librado de una manera u otra:
a) c. adv., de pers. οὕτως ἀπαλλάσσουσι así acaban e.d. perecen A.A.1289, cf. E.Heracl.1000, Th.2.42, ὁ ... στόλος ... οὕτως ἀπήλλαξε así acabó la expedición Hdt.5.63, ταχέως Arist.HA 500b9, ῥηϊδίως ἀ. pasarlo bien Hp.VM 10, ἀσφαλέστερον ἀπαλλάσσει del nacimiento de un niño, Hp.Oct.2.5, κάκιον ἀ. pasarlo peor Pl.R.491d, cf. Men.Epit.416, Arist.HA 582b6, καταγελάστως ἀ. fracasar risiblemente Aeschin.2.38, cf. Thphr.Char.8.10, PPetr.3.36b.col.4.8, οὐκ ὡς ἤθελε Hdt.1.16, κατὰ λόγον ἀ. encontrarse bien, PSI 501.1 (III a.C.)
c. gen. o prep. y gen. ἄριστ' ἀπαλλάττεις ἐπὶ τούτου τοῦ κύβου bien has salido librado en esta jugada Diph.73.1, πῶς ... ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ; ¿cómo salió librado del viaje? e.d. ¿cómo lo acabó? X.Mem.3.13.6
en v. med. mismo sent. ἀγῶνος ἀ. καλῶς salir bien librado del combate E.Heracl.346;
b) c. part. χαίροντα ἀπαλλάσσειν librarse tan contento Hdt.3.69, c. adj. ἡμῖν ἀθῴοις Pl.Sph.254d, tb. en v. med. ἀζήμιος Ar.Pl.271, cf. Pl.Phd.81b, R.496e, ῥηΐτεροι ἀ. (en caso de enfermedades), Aret.SD 1.14.5;
c) en v. med.-pas. c. part. pred. en rel. c. palabras acabar de una vez, zanjar λαμπρὸν πυρώσας ὄμμ' ἀπαλλάχθηθ' ἅπαξ E.Cyc.600, εἰπὼν ἀπαλλάγηθι acaba de hablar Pl.Grg.491c, cf. Cra.425d
abs. ἀπαλλαχθεὶς ἄπει acabando de una vez (de hablar), márchate S.Ant.244
en perf. τοῦτο ... ἀπήλλακται eso queda zanjado Pl.Ly.220b;
d) en v. med.-pas., abs. llegar a término, cesar τοῦδ' ἀπαλλαγέντος de una enfermedad, S.Ant.422, ὅταν αὐτοῖς ἡ μέθη ἀπαλλαγῇ Arist.MM 1202a3.
II gener. en v. med.-pas.
1 c. gen. locales o ac. de direcc. retirarse, marcharse μαντικῶν μυχῶν A.Eu.180, οὐκ ἀπαλλάξῃ δόμων; ¿no te alejarás del palacio? E.Hel.437
c. prep. y gen. ἐκ τῆς χώρης Hdt.1.61, cf. 2.139, ἀπὸ τῆς στρατιᾶς X.An.7.1.4
c. prep. y ac. ἐς τὴν ἑωυτοῦ Hdt.1.82, ἐπὶ τὴν ἑωυτόῦ Hdt.9.11, cf. 5.64, πρὸς ἄλλην ... χώραν Pl.Lg.938a, tb. ὅθεν τροφὴν ἕξει Th.8.83
abs. Hdt.2.93, SIG 273.20 (Mileto IV a.C.), Arist.HA 617a30, Aen.Tact.10.19
c. ἐκ temporal ἀπαλλάχθη ἐκ τῆς ὄψιος se retiró después de una visión Hdt.2.152
c. inf. κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπῆλλακτο no anduvo lejos de juzgar bien Th.1.138
c. gen. de pers. θεῶν πολλὸν ἀπαλλαγμένους muy alejados (estos hombres) de los dioses Hdt.2.144, cf. 167, ἐκείνου (Σωκράτους) X.Mem.1.2.24, ἀπηλλάγη παρὰ τοῦ Ἀντικλέους Aeschin.1.53, τῶν διδασκάλων (dejar) la escuela Pl.Grg.514c, ἀ. ἐκ παίδων hacerse adulto Aeschin.1.40
de matrimonios separarse ἀπαλλάττεσθαι γυναῖκά τε ἀπ' ἀνδρός Pl.Lg.868d, αὐτῆς ἀπαλλασσομένης ἀπ' αὐτοῦ separándose ella (voluntariamente) de él, PRyl.154.26 (I d.C.).
2 c. gen. de abstr. retirarse, renunciar
a) c. palabras que significan ‘vida’, como euf. para morir βίου E.Hel.102, Hipp.356, PFay.19.19, Mart.Pol.3, τὸ ἀπαλλάττεσθαι οὐσίας ἆρα οὐκ ἀπόλλυσθαι; apartarse de la existencia, ¿no es perecer? Pl.Prm.156a, τοῦ κόσμου 1Ep.Clem.5.7;
b) en perf. mantenerse apartado, estar lejos ἄνθρωπος ... ἐτεῆς ἀπήλλακται el hombre está apartado de la verdad Democr.B 6
en gener. alejarse, apartarse εὐηθίης Hdt.1.60, χειρωναξιέων Hdt.2.16.7, αἰσχύνης Th.3.63, γραφικῆς Luc.Salt.35, τῆς κτηνοτροφίας BGU 969.11 (II d.C.)
librarse πημονῆς A.Pr.471, φόβου S.El.783, τῆς κεφαλαλγίας IG 4(1).126.29, ἀπὸ πάσης ἀσθενείας Act.Ap.5.15 (var.), τῶν παρεόντων κακῶν Hdt.2.120, ζημίας Antipho Soph.B 44A.2.8, τῆς κακουχίας Plb.5.15.6
tb. c. gen. de pers. Κλέωνος Th.4.28
de obligaciones (ἐμέ) στρατιᾶς ἀπαλλαχθέντα (a mi) desembarazado, liberado del servicio militar Ar.Ach.251, τῆς γεωργίας del cultivo forzoso, POxy.899.26 (III d.C.)
en v. pas. c. ac. de rel. ὅστις πρὸς ἀνδρὸς Φρυγὸς ἀπηλλάγης λέχος (tu) que fuiste privado de la esposa en favor de un frigio E.Andr.592;
c) de acciones valoradas negativamente mantenerse lejos, abstenerse τῶν μακρῶν λόγων S.El.1335, σκωμμάτων Ar.Pl.316, τῶν τοιῶνδε ἀγγελιῶν Th.6.40, πραγμάτων τε καὶ μαχῶν Ar.Pax 293, τῶν τοιούτων λημμάτων D.3.33;
d) en rel. c. cosas litigiosas renunciar, retirarse πολέμου IG 4.556 (IV a.C.)
esp. jur. retirarse, renunciar a las acusaciones πρὸς ἀλλήλους τῶν ἐγκλημάτων Pl.Lg.915c, ἀπηλλάχθαι ἀπ' αὐτοῦ librarse del oponente, Eu.Luc.12.57, abs. D.21.151, 22.39.

English (Strong)

from ἀπό and ἀλλάσσω; to change away, i.e. release, (reflexively) remove: deliver, depart.

English (Thayer)

1st aorist ἀπηλλαξα; passive (present ἀπαλλάσσομαι); perfect infinitive ἀπηλλάχθαι; (ἀλλάσσω to change; ἀπό, namely, τίνος); common in Greek writings; to remove, release; passive to be removed, to depart: ἀπ' αὐτῶν τάς νόσους, Plato, Eryx. 401c. εἰ αἱ νοσοι ἀπαλλαγειησαν ἐκ τῶν σωμάτων); in a transferred and especially in a legal sense, ἀπό with the genitive of person, to be set free, the opponent being appeased and withdrawing the suit, to be quit of one: Xenophon, mem. 2,9, 6). Hence, universally, to set free, deliver: τινα, Hebrews 2:15; (in secular authors the genitive of the thing freed from is often added; cf. Bleek on Heb. vol. ii. 1, p. 339f).

Greek Monolingual

(AM ἀπαλλάσσω κ. -ττω) αλλάσσω
Ι. ενεργ.
1. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι κακό από κάποιον, ελευθερώνω, ανακουφίζω
2. αποσύρω κατηγορία, αθωώνω
II. (μέσ. κ. παθ.) απελευθερώνομαι, γλυτώνω
αρχ.
ενεργ. (μτβ. κ. αμτβ.)
1. ξεφορτώνομαι, ξεμπλέκω, απελευθερώνομαι, γλυτώνω
2. φέρνω σε πέρας, τελειώνω
(μτβ.)
3. διώχνω, απολύω
4. καταστρέφω, εξαφανίζω
5. (Δικαν.) απαλλάσσω, ανακουφίζω κάποιον από τα χρέη του
6. (ενεργ. κ. μέσ.) αναχωρώ, φεύγω
7. (μέσ. κ. παθ.) πεθαίνω
8. αφήνω, εγκαταλείπω
9. είμαι μακριά ή κατώτερος από κάποιον
10. απόλ. παύω, σταματώ
11. αποσύρω ποινική δίωξη
12. συμφιλιώνομαι
13. φρ. α) «ἀπαλλάσσομαι ἐκ παίδων» — ενηλικιώνομαι
β) «ἀπαλλάσσομαι τοῡ βίου» — πεθαίνω
«ἀπαλλάσσομαι τοῡ λέχους» — διαλύω τον γάμο μου, χωρίζω.

Greek Monotonic

ἀπαλλάσσω: Αττ. -ττω, μέλ. -ξω, παρακ. ἀπήλλᾰχα, αόρ. αʹ ἀπήλλαξα — Παθ. παρακ. ἀπήλλαγμαι, Ιων. ἀπάλλαγμαι, αόρ. αʹ ἀπηλλάχθην, Ιων. ἀπαλλ-· αόρ. βʹ ἀπηλλάγην [ᾰ]· μέλ. αʹ ἀπαλλαχθήσομαι, μέλ. βʹ ἀπαλλᾰγήσομαι — Μέσ. μέλ. (με Παθ. σημασία) ἀπαλλάξομαι· αόρ. αʹ ἀπηλλαξάμην·
Α. I. 1. Ενεργ., απελευθερώνω, ανακουφίζω, απολυτρώνω κάποιον από κάτι, τινά τινος, σε Ηρόδ., Αττ.
2. απομακρύνω ή μετακινώ κάτι μακριά από κάποιον, τί τινος, σε Ευρ. κ.λπ.
3. με αιτ. μόνο, απομακρύνω, μεταφέρω μακριά, αποπέμπω, τι ή τινά, στον ίδ., Θουκ. κ.λπ.· αφανίζω, καταστρέφω, ἑαυτόν, σε Πλούτ.
II. αμτβ., διαφεύγω, εκφεύγω, αποπερατώνω με συγκεκριμένο τρόπο, οὐκ ὡς ἤθελε, σε Ηρόδ.· κακῶς ἀπήλλαξε, σε Πλάτ.· χαίρων, σε Ηρόδ.· με γεν., αναχωρώ από, βίου, σε Ευρ. Β. Παθ. και Μέσ.,
I. 1. απελευθερώνομαι ή ανακουφίζομαι από κάτι, γλιτώνω από αυτό, με γεν., σε Ηρόδ., Αττ.
2. εκφεύγω, διαφεύγω, καλῶς, σε Ευρ.· ἀζήμιος, σε Αριστοφ.
3. απόλ., αθωώνομαι, απελευθερώνομαι, σε Δημ.
II. 1. απέρχομαι, αναχωρώ από, αποχωρώ, ἐκ χώρης, σε Ηρόδ. κ.λπ.· γῆς, σε Ευρ.
2. ἀπαλλάσεσθαι τοῦ βίου, αναχωρώ από την ζωή, πεθαίνω, στον ίδ.· και χωρίς το βίου, αναχωρώ, αποχωρώ, πεθαίνω, στον ίδ., Θουκ. κ.λπ.
3. ἀπαλλάσσομαι λέχους, παίρνω διαζύγιο από τη γυναίκα μου, σε Ευρ.
4. ἀπαλλάσσομαι τοῦ διδασκάλου, εγκαταλείπω το σχολείο, δεν διδάσκομαι πλέον, σε Πλάτ.
5. ἀπαλλάσσομαι ἐκ παίδων, αποχωρίζομαι την παιδική ηλικία, ανδρώνομαι, σε Αισχίν.
6. πολλὸν ἀπηλλαγμένος τινός μακράν υποδεέστερος σε σχέση με κάποιον, σε Ηρόδ.
III. 1. σταματώ από ή παύω να, τῶν μακρῶν λόγων, σε Σοφ.· σκωμμάτων, σε Αριστοφ.· απόλ., παύω, κοπάζω, εγκαταλείπω, παραιτούμαι, σταματώ, σε Σοφ., Πλάτ.· με μτχ., εἰπὼν ἀπαλλάγηθι, πες μας και σήκω φύγε, σε Πλάτ.· επίσης στη μτχ. με ρήμα, οὐκοῦν ἀπαλλαχθεὶς ἄπει; τελείωνε τα λόγια σου και σήκω φύγε, σε Σοφ.
2. εγκαταλείπω την έχθρα, δηλ. συμφιλιώνομαι, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπαλλάσσω: атт. ἀπαλλάττω
1) удалять, изгонять (τινὰ ἐκ τῆς χώρας Thuc.); отстранять, отгонять (φρενῶν ἔρωτα Eur.); med.-pass. удаляться, уходить, уезжать (ἐκ χώρης, ἐς Πελοπόννησον Her.; πρὸς χώραν Plat.; παρά τινος Aeschin.; ἐπὶ τὴν αὑτοῦ σκηνήν Polyb.; τῆς πόλεως Plut.): γῆς ἀπαλλάττεσθαι πόδα Eur. уходить из страны; πολλὸν ἀπαλλαγμένος τινός Her. сильно отличающийся от кого-л.; κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπαλλαχθῆναι Thuc. быть близким к здравому суждению;
2) отдалять, отводить: ἀ. γῆς πρόσωπον Eur. поднимать лицо от земли; ἀ. σφαγῆς τινος χεῖρα Eur. воздерживаться от убийства кого-л.;
3) откладывать в сторону (τὰ περιττὰ τῶν σκευῶν Xen.);
4) устранять, исключать (ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ νοῦς ἀπήλλακτο καὶ ἡδονή Plat.);
5) освобождать, избавлять (τινὰ πόνων Aesch.; τὴν πόλιν πολέμων καὶ κακῶν Plut.); med.-pass. освобождаться, избавляться (δουλουσύνης Her.; αἰσχύνης Thuc.; φόβου Xen.; τῆς ἀπορίας καὶ τῆς διαφορᾶς Plut.): ἀπαλλάττεσθαι πρὸς ἀλλήλους τῶν ἐγκλημάτων Plat. прекращать взаимные обвинения;
6) исцелять (τινὰ τῆς ἀτεκνίας Plut.);
7) отпускать, отсылать (τοὺς πρέσβεις Thuc.; τὰς φρουράς Plut.);
8) выпускать (τὸν χρυσὸν χερός Eur.);
9) увольнять, смещать (τινὰ τῆς ἀρχῆς Plut.);
10) разводить (γυναῖκας ἀνδρῶν Plut.); med.-pass. разводиться (λέχους Eur.; ἀπὸ τοῦ ἀνδρός и ἀπὸ γυναικός Plat.; ἀπαλλαγεὶς τῆς γυναικός Plut.);
11) переставать, прекращать, кончать (τὸν λόγον Eur.); pass. прекращаться, кончаться (τῆς νόσου ἀπαλλαγέντος Soph.);
12) pass. воздерживаться (μακρῶν λόγων Soph.); ἀπαλλαχθεὶς ἄπει Soph. кончай и уходи; εἰπὼν ἀπαλλάγηθι Plat. скажи раз навсегда; τοῦτο μὲν δὴ ἀπήλλακται Plat. с этим, стало быть, покончено; ἀπιέναι καὶ ἀ. юр. Dem. (об истце или кредиторе) объявлять себя удовлетворенным; ἀπαλλαχθῆναι βίου или ψυχῆς Eur. и τοῦ ζῆν Plut. погибнуть, умереть;
13) приканчивать, умерщвлять (ἡ τοῦ φαρμάκου δύναμις ἀπήλλαξέ τινα Plut.): ἀ. ἑαυτόν Plut. и ἀ. ἑαυτὸν ἐκ τοῦ ζῆν Polyb. кончать самоубийством; med.-pass. погибать, умирать (παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἀπηλλάγησαν Thuc.): κείνου ἀπηλλαχθέντος Eur. когда он умер;
14) производить окончательный расчет, полностью удовлетворять (τοὺς χρηστάς Isae., Dem.; τοὺς δανείσαντας Dem.);
15) возвращаться (ἀπὸ Κλαζομενῶν Her.): πῶς ἀπήλλαχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ; Xen. как прошло у него это путешествие?;
16) кончаться, оканчиваться: οὕτως ἀπήλλαξε ὁ στόλος Her. так закончился поход; ἀπαλλάξαι καλῶς Polyb. окончиться благополучно; ἀ. βίου Eur. умирать; χαίροντα ἀ. Her. оставаться безнаказанным.

Middle Liddell

[The middle future ἀπαλλάξομαι has a passive sense.]
A. Act.
I. to set free, release, deliver a person from a thing, τινά τινος Hdt., attic
2. to put away or remove a thing from a person, τί τινος Eur., etc.
3. c. acc. only, to put away, remove, dismiss, τι or τινα Eur., Thuc., etc.: to destroy, ἑαυτόν Plut.
II. intr. to get off, come off, end so and so, οὐκ ὡς ἤθελε Hdt.; κακῶς ἀπ. Plat.; χαίρων Hdt.:—c. gen. to depart from, βίου Eur.
B. Pass. and Mid. to be set free or released from a thing, get rid of it, c. gen., Hdt., attic
2. to get off, καλῶς Eur.; ἀζήμιος Ar.
3. absol. to be acquitted, Dem.
II. to remove, depart from, ἐκ χώρης Hdt., etc.; γῆς Eur.
2. ἀπαλλάσσεσθαι τοῦ βίου to depart from life, Eur.; and without τοῦ βίου, to depart, die, Eur., Thuc., etc.
3. ἀπ. λέχους to be divorced, Eur.
4. ἀπ. τοῦ διδασκάλου to leave school, Plat.
5. ἀπ. ἐκ παίδων to become a man, Aeschin.
6. πολλὸν ἀπηλλαγμένος τινός far inferior to him, Hdt.
III. to leave off or cease from τῶν μακρῶν λόγων Soph.; σκωμμάτων Ar.:—absol. to have done, give over, cease, Soph., Plat.:—c. part., εἰπὼν ἀπαλλάγηθι speak and be done with it, Plat.; also in part. with a Verb, οὐκοῦν ἀπαλλαχθεὶς ἄπει; have done and begone, Soph.
2. to depart from enmity, i. e. to be reconciled, Plat.