Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθικός

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: ἠθῐκός Medium diacritics: ἠθικός Low diacritics: ηθικός Capitals: ΗΘΙΚΟΣ
Transliteration A: ēthikós Transliteration B: ēthikos Transliteration C: ithikos Beta Code: h)qiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (

   A ἦθος 11) moral, opp. διανοητικός, Arist.EN1103a5, al.; τὰ ἠθικά a treatise on morals, Id.Pol.1295a36, cf. Democr.4a; οἱ ἠ. λόγοι Phld. Herc.1251.13; τὸ ἠ. φιλοσοφίας, opp. φυσικόν, διαλεκτικόν, D.L. Prooem.18; ἡ ἠ. φιλοσοφία Str.1.1.18; ἡ ἠ. alone, Ph.1.370.    II showing moral character, expressive thereof, λέξις Arist.Rh.1408a11; πῶς . . τοὺς λόγους ἠ. ποιητέον ib.1391b22, cf. 1395b13; ἠ. τραγῳδία Id.Po.1456a1; ἡ Ἰλιὰς παθητικόν, ἡ δὲ Ὀδύσσεια ἠ. ib.1459b15; ἠ. μέλη, ἁρμονίαι, Id.Pol.1341b34, 1342a3 (Sup.); οὐκ ἔστιν ὁ αὐλὸς ἠθικόν, ἀλλὰ . . ὀργιαστικόν ib.1341a21; ἠ. γραφεύς, ἀγαλματοποιός, ib.1340a38; ἠθικὴ ἡ ἐν ὀφθαλμοῖς the expression of character by the eyes, Philostr. Gym.25. Adv. -κῶς, λεκτέον (opp. ἀποδεικτικῶς) Arist.Rh.1418a39; ἠ. μειδιάσας laughing expressively, Plu.Brut.51; ἐπικροτεῖν τὸ μετακάρπιον Aristaenet.1.27; in character, Demetr.Eloc.216; naturally, ib.297.    2 tactful, Plu.2.73f (Comp.). Adv. -κῶς Id.Alex.52.

German (Pape)

[Seite 1156] ethisch, sittlich, den Charakter darstellend; ποίημα τὸ δηλοῦν τὴν προαίρεσιν, auch μέλη, ἁρμονίαι, auf das Gemüth, den Charakter wirkend, Arist. pol. 8, 7; τὸ ἠθικὸν τῆς φιλοσοφίας, der Theil der Philosophie, der sich mit den Grundsätzen des Sittlichen beschäftigt, Sittenlehre, D. L. 1, 18; auch τὰ ἠθικά, u. ἠθικοὶ λόγοι, Sp. – Zum Charakter gehörig, charakteristisch. ausdrucksvoll, ἠθικὴ λέξις, ἁρμόττουσα ἑκάστῳ γένει καὶ ἕξει Arist. rhet. 3, 7. – Adv. ἠθικῶς, z. B. μειδιᾶν, bedeutungsvoll lachen, Plut. Brut. 51; vgl. Aristaen. 1, 24. 27.

Greek (Liddell-Scott)

ἠθικός: -ή, -όν, (ἦθος ΙΙ) ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὴν ἠθικήν, ἠθικός, ἀντίθ. διανοητικός, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 13, 20 κ. ἀλλ.· τὰ ἠθικά, πραγματεία περὶ ἠθικῆς, ὁ αὐτ. Πολ. 4. 11, 3 κ. ἀλλ.· τὸ ἠθ. φιλοσοφίας, ἀντίθ. φυσικὸν καὶ διαλεκτικόν, Διογ. Λ. προοιμ. 18· ἡ ἠθικὴ φιλοσοφία Στράβ. 10· καὶ ἡ ἠθ. μόνον, Φίλων 1. 370. ΙΙ. ἐκφράζων, ἐμφαίνων ἠθικὸν χαρακτῆρα, πίστις, λέξις Ἀριστ. Ρητ. 1. 2, 3., 3.7, 1, πρβλ. Cic. Orat. 37· πῶς… τοὺς λὸγους ἠθικοὺς ποιητέον Ἀριστ. Ρητ. 2. 18, 1, πρβλ. 21, 16· ἠθ. μέλη, ἁρμονία ὁ αὐτ. Πολ. 8. 7, 3· αὐλὸς οὐκ... ἠθικόν, ἀλλ’ ὀργιαστικόν αὐτόθι 8. 6, 9· ἠθ. γραφεύς, ἀγαλματοποιὸς αὐτόθι 8. 5, 21. - Ἐπιρρ., ἠθικῶς λέγειν ὁ αὐτ. Ρητ. 3. 17, 12· ἠθ. γελᾶν, μειδιᾶν, ἐκφραστικῶς γελᾶν, μειδιᾶν, Πλούτ. Βρούτ. 51. Ὁ Κοραῆς ἑρμηνεύει ὧδε: «οὕτω μειδιᾶν, ὥστε συνεκφαίνεσθαί τι τῆς τοῦ μειδιῶντος ψυχῆς ἦθος· οἷον, ἀποφθεγξαμένου τινός τι γελοῖον, ἁπλῶς μὲν καὶ ἀνηθοποιήτως γελᾷ ὁ διὰ τὸ γελοῖον μόνον γελῶν, εἰ δὲ μετὰ τοῦ γέλωτος ἐνσημαίνεται καὶ ψυχῆς διάθεσιν ἅμα... τοῦτό ἐστι τὸ ἠθικῶς γελᾶν».

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
relatif ou conforme aux mœurs oratoires.
Étymologie: ἦθος.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἠθικός, -ή, -όν)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ήθος ή στην ηθική, κατ' αντίθεση προς το ανήθικος και σε αντιδιαστολή προς το διανοητικός
2. αυτός που επιδρά στο ήθος ή στα ήθη («ηθική διδασκαλία»)
νεοελλ.
1. αυτός που είναι σύμφωνος με τα χρηστά ήθη, με τους κανόνες του ορθού και του πρέποντος, ενάρετος, τίμιος, σεμνός, χρηστοήθης («όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», Σολωμ.)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον εσωτερικό μας, τον ψυχοπνευματικό κόσμο και όχι στην εξωτερική μας εμφάνιση («ηθικά χαρίσματα»)
3. αυτός που ανακλά στον ψυχικό μας κόσμο ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αποτέλεσμα, αντίθ. του υλικός (α. «ηθική ικανοποίηση», β. «ηθική ευθύνη»)
4. το θηλ. ως ουσ. η ηθική
α) (φιλοσ.) η επιστήμη που εξετάζει τους κανόνες στους οποίους στηρίζονται τα ήθη τών ανθρώπων μιας κοινωνίας
β) δογματική διδασκαλία μιας ιδεολογίας ή θρησκείας ή και υποκειμενική αντίληψη για τους κανόνες που ρυθμίζουν την πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου για το τί είναι αγαθό και τί κακό (α. «χριστιανική ηθική» β. «καντιανή ηθική» γ. «η ηθική του Σωκράτη»)
γ) σύγγραμμα περί ηθικής, πραγματεία, μελέτη περί ηθικής
δ) συμπεριφορά σύμφωνη με τους κανόνες της ηθικής, ηθικότητα, ηθικές αρχές («αυτός δεν έχει καμιά ηθική»)
ε) φρ. i) «ηθική αλληγορία» — ένα από τα τρία είδη λαϊκού θεάτρου του ευρωπαϊκού μεσαίωνα
ii) (νομ.) «ηθική βλάβη» — ζημία που υφίσταται ένα πρόσωπο από την προσβολή τών μη περιουσιακών αγαθών του, δηλαδή τών αγαθών που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητα του προσώπου
5. το ουδ. ως ουσ. το ηθικό
α) το σύνολο τών ψυχικών δυνάμεων που κινούν τον άνθρωπο για ζωή και δράση, ψυχικό σθένος, θάρρος, φρόνημα, κουράγιο («το ηθικό τών στρατιωτών διατηρείται ακμαίο»)
β) ηθική υπόσταση, ηθική διαγωγή, ηθικότητα, ηθικές αρχές
6. φρ. α) «ηθικός αυτουργός» — αυτός που δεν εκτελεί μια πράξη ιδιοχείρως, αλλά μεταχειρίζεται άλλον, τον φυσικό αυτουργό, τον δράστη, ο υποκινητής, ο εμπνευστής μιας πράξης
β) «ηθικό πρόσωπο» — το νομικό πρόσωπο
γ) «ηθικός νόμος» — ο κατά παράδοση αποδεκτός και τηρούμενος άγραφος νόμος, ο αιώνιος νόμος
μσν.
1. αυτός που έχει ηθικό ή ηθικοπλαστικό περιεχόμενο
2. φρ. «ἐπιγραφή τῆς ἠθικῆς» — επιγραφή που δηλώνει τη διάθεση, τα αισθήματα
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ήθος, στον χαρακτήρα, που επιδρά στο ήθος ή στα ήθη, χαρακτηριστικός, εκφραστικός («ἡ δέ Ὀδύσσεια... ἠθική» Αριστοτ.)
2. ευπρεπής, κόσμιος
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἠθικά
πραγματεία περί ηθικής
4. φρ. α) «οἱ ἠθικοί λόγοι» — η διδασκαλία περί ηθικής
β) «ἡ ἠθική φιλοσοφία» — η φιλοσοφία περί ηθικής
γ) «τὸ ἠθικόν τῆς φιλοσοφίας» — το μέρος της φιλοσοφίας το οποίο αναπτύσσει και διδάσκει τα αξιώματα της ηθικής, κατ' αντίθεση προς το φυσικόν και το διαλεκτικόν.
επίρρ...
ηθικώς και ηθικά (AM ἠθικῶς)
1. από ηθική άποψη
2. με τρόπο ηθικό, σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής
αρχ.
1. με τρόπο χαρακτηριστικό, εκφραστικό
2. με ήθος, με χαρακτήρα
3. φυσικά, κατά τρόπο φυσικό
4. με ευπρέπεια, με κοσμιότητα, με χρηστοήθεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + κατάλ. -ικος (πρβλ. κρατ-ικός, τελ-ικός)].

Greek Monotonic

ἠθικός: -ή, -όν (ἦθος II),
I. αυτός που αναφέρεται στα ήθη, ο ηθικός, σε Αριστ.· τὰ ἠθικά, πραγματεία περί ηθικής, στον ίδ.
II. αυτός που εκφράζει ηθικό χαρακτήρα, αυτός που επιδεικνύει ήθος, στον ίδ.· επίρρ., ἠθικῶς λέγειν, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἠθικός:
1) касающийся нравственности, этический (ἀρεταὶ διανοηθικαὶ καὶ ἠθιχαί Arst.);
2) выражающий нравственные убеждения, насаждающий добрые нравы (λέξις, ἀρμονία Arst.);
3) выражающий нравственное свойство, характерный (λόγοι, ἀγαλματοποιοί Arst.).

Middle Liddell

ἦθος II]
I. of or for morals, ethical, moral, Arist.; τὰ ἠθικά a treatise on morals, Arist.
II. shewing moral character, expressive thereof, Arist.:— adv., ἠθικῶς λέγειν Arist.