Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμφίπολος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀμφίπολος Medium diacritics: ἀμφίπολος Low diacritics: αμφίπολος Capitals: ΑΜΦΙΠΟΛΟΣ
Transliteration A: amphípolos Transliteration B: amphipolos Transliteration C: amfipolos Beta Code: a)mfi/polos

English (LSJ)

ον, (πέλω, πολέω)

   A busied about, busy, epith. of Κύπρις, S.Tr.860:—in Hom. and Hdt. only as fem. Subst., handmaid, waiting-woman, Od.1.331, 6.199, etc.; λάβετ' ἀμφίπολοι γραίας ἀμενοῦς E.Supp.1115:—with other Substs., ἀ. ταμίη, γραῦς, Il.24.302, Od.1.191.    b later, handmaid of gods, priestess, θεᾶς E.IT1114; Διός IG14.2111.    2 masc., attendant, follower, Pi.O.6.32.    3 masc., priest, sacrist, E.Fr.982; ὁ τῶν θεῶν ἀ. Phld.D.1.13, cf. Plu. Comp.Demetr.Ant.3, IG9(1).683 (Corcyra).    4 ἀ. Διὸς Ὀλυμπίου, title of magistrate at Syracuse, D.S.16.70.    II in pass. sense, frequented, τύμβος Pi.O.1.93.

German (Pape)

[Seite 142] um etwas herum sich bewegend, beschäftigt, bei Hom. ἡ ἀμφίπολος, jede Dienerin, insofern sie im Gefolge ihrer Herrschaft u. um diese beschäftigt ist, sonst durchaus nicht von δμωαί unterschieden, vgl. Iliad. 6, 324 mit 525, 372. 899 mit 389. 497; 499. 286; 22, 442 mlt 449. 461; Od. 1, 357. 21, 851. 6, 52; 84 mit 99. 109. 199 u. s. w.; Athen. VI, 267 o. Σέλευκος ἀμφί. πολον τἠν περὶ τὴν δέσποιναν θεράπαιναν; vgl. Od. 1, 551. 6, 18 Iliad. 3, 143; ἀμφίπολος κεδνή Od. 9, 335; οὐδέ τις αὐτὸν ἠείδη δμώων οὐδ' ἀμφιπόλων ἐνὶ οἴκῳ Od. 9, 206; Hephästos hat Iliad. 18, 417 χρυσείας ἀμφιπόλους, ζωῇσι νεήνισιν εἰοι-κυίας, Laertes lebt Od. 1, 191 γρηὶ σὺν ἀμφιπόλῳ, vgl. 24, 366; beim Gastmahl χέρνιβα δ' ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα Od. 1, 136. 4, 52. 7, 172. 15, 185. 17, 91; ἀμφίπολοι δ' ἀπεκόσμεον ἔντεα δαιτός 7, 232; adjectivisch 1, 191 s. oben, ἀμφίπολοι γυναῖκες Od. 17, 49, ταμίη Il. 24, 302 Od. 16, 152; – Her. 2, 131; 5, 92 ἐλεύθεραι den ἀμφίπολοι gegenübergestellt; Pind. hat das masc. Ol. 6, 32, u. verbindet τύμβος ἀμφίπολος, das umwandelte, vielbesuchte Grab, 1, 93; Soph. Tr. 857 ch. ist Κύπρις ἀμφίπολος die Vermittlerin; – Sp. von Priestern, z. B. Dioscor. 15 (IX, 340) Ἰδαίης θαλάμης; masc. Plut. comp. Demetr. c. Ant. 3 u. Num. 13; – Tryphiod. 353 die Kraniche χειμῶνος ἀμφ., Diener, Vorboten des Sturms.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμφίπολος: -ον, (πέλω, πολέω) ὁ εὑρισκόμενος, ὁ πέριξ τινὸς διατελῶν, ὁ ἀσχολούμενος περί τι, πολυάσχολος, ἐπίθ. τῆς Κύπριδος Σοφ. Τρ. 860: - ἀλλὰ παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡροδ. μόνον ὡς θηλ. οὐσιαστ. = ὑπηρέτρια, θεραπαινίς, ὅμοιον τῷ θεράπαινα, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς κοινὰς δούλας, αἵτινες ἐκαλοῦντο (δμωαί, δοῦλαι): ἐν Ὀδ. αἱ ἀμφίπολοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀκολουθίᾳ τῆς δεσποίνης, Α. 331, Ζ. 199. κτλ.· οὕτω: λάβετ’, ἀμφίπολοι γραίας ἀμενοῦς Εὐρ. Ἱκ. 1115: - παρ’ Ὁμ. ἐνίοτε συνδυάζεται μετ’ ἄλλου οὐσιαστ., ἀμφ. ταμίη, ἀμφ. γραῦς, ἡ οἰκονόμος, ἡ γραῖα θεράπαινα, Ἰλ. Ω. 302, Ὀδ. Α. 191. β) μετέπειτα, θεραπαινὶς τῶν θεῶν, ἱέρεια, θεᾶς Εὐρ. Ι. Τ. 1114. 2) ὡς ἀρσ., ὑπηρέτης, ἀκόλουθος, Πινδ. Ο. 6. 53, Εὐρ. Ἀποσπ. 982. 3) ἀρσ. ἱερεύς, Πλουτ. σύγκρ. Δημητρ. καὶ Ἀντ. 3, Συλλ. Ἐπιγρ. 1839· θηλ. ἱέρεια, αὐτόθι 6300. ΙΙ. ἐπὶ παθ. σημασ. ὡς ἐπίθ., ἀμφ. τύμβος, ὁ λίαν συχναζόμενος τάφος, Πινδ. Ο. 1. 149.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 serviteur, servante ; ἀμφίπολος ταμίη IL intendante ; ἀμφίπολος γρηῦς OD vieille servante ; fig. qui se prête aux désirs de, empressé à servir;
2 ministre d’un dieu, prêtre, prêtresse.
Étymologie: ἀμφί, πέλω.

English (Autenrieth)

(πέλομαι): female attendant, handmaid; ἀμφίπολος ταμίη, ἀμφίπολοι γυναῖκες, but regularly subst.; the noble dame of the heroic period is constantly attended by one or more of her maids when she appears in public, Od. 1.331; distinguished from δμωαί, Od. 22.483 f.

English (Slater)

ἀμφίπολος
   a adj. much visited τύμβον ἀμφίπολον (O. 1.93)
   b subs. attendant (male or female) πέμποισ' ἀμφιπόλους ἐκέλευσεν δόμεν Εἰλατίδᾳ βρέφος (O. 6.32) ἀμφιπόλοις δὲ δηριαζόμενον (sc. Νεοπτόλεμον: i. e. attendants of the Delphic temple of Apollo) (Pae. 6.117) πολύξεναι νεάνιδες, ἀμφίπολοι Πειθοῦς ἐν ἀφνειῷ Κορίνθῳ temple prostitutes of Aphrodite fr. 122. 1. frag. πᾶσαι [ ]ἀμφίπολ[οι] Κεφαλλαν[ (supp. Lobel.) (Pae. 20.19)

Spanish (DGE)

-ον
I adj.
1 rondado, frecuentado τύμβος Pi.O.1.93.
2 de mujeres servidora ταμίη Il.24.302, γρηῦς Od.1.191 (γυναῖκες) τάς τε ἐλευθέρας καὶ τὰς ἀ. Hdt.5.92η, cf. A.R.1.293
servidora del culto θεᾶς ἀ. κόραν E.IT 1114
de hombres πυλαωρός Nonn.Par.Eu.Io.18.16
de seres no humanos, fig. de Afrodita como ayuda de Heracles en su deseo, S.Tr.860, νύμφα Call.Dian.15, cf. Nonn.D.9.98.
II subst. ὁ, ἡ
1 de mujeres sirvienta, servidora, criada, Il.3.143, 6.372, 18.417, Od.1.331, 7.232, 12.18, Hdt.2.131, 9.76, Anacr.110.1, Xenoph.B 42, Pi.O.6.32, E.Supp.1115, Alc.89, h.Merc.60, A.R.1.303, 3.1149, 3.669, Musae.188, Theoc.24.93, Orph.A.1023.
2 ref. al culto, de mujeres sacerdotisa, servidora del culto Διός IUrb.Rom.1356 (I/II a.C.), Ἀφροδίτης D.H.1.50, Ἑστίας D.H.3.67
frec. de hombres servidor, ministro de Apolo, Pi.Fr.52f.117, Plu.2.297a, Ἄρεος E.Fr.992, τῶν θεῶν Phld.D.1.13, Διὸς Ὀλυμπίου D.S.16.70, como cargo con importancia política en Siracusa ἡ τῶν ἀμφιπόλων ἀρχή D.S.16.70. • DMic.: a-pi-qo-ro.

• Etimología: Cf. πέλομαι.

Greek Monolingual

ἀμφίπολος, -ον (Α)
1. ο κινούμενος γύρω από κάποιον, ο απασχολημένος με κάτι, πολυάσχολος
2. πολυσύχναστος (τύμβος)
3. (το θηλυκό ως ουσιαστικό) ἡ ἀμφίπολος, ήδη στη Μυκηναϊκή α) υπηρέτρια, θαλαμηπόλος
β) ιέρεια
4. (το αρσενικό ως ουσιαστικό) ὁ ἀμφίπολος
α) υπηρέτης, ακόλουθος
β) ιερέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι- + -πόλος < πέλομαι (πρβλ. ἐπίπολος, περίπολος, πρόσπολος).
ΠΑΡ. αρχ. ἀμφιπολεύω, ἀμφιπολῶ].

Greek Monotonic

ἀμφίπολος: -ον (πέλω, πολέω),
I. 1. απασχολημένος με κάτι, επίθ. της Κύπριδος, σε Σοφ.· ως θηλ. ουσ., υπηρέτρια, θεραπαινίδα, σε Ομήρ. Οδ.· μερικές φορές ενωμένο με άλλο ουσ., ἀμφ. ταμίη, ἀμφ. γραῦς, οικονόμος, γριά θεράπαινα, σε Όμηρ.
2. ως αρσ., ακόλουθος, οπαδός, θιασώτης, σε Πίνδ.· επίσης ιερέας, σε Πλούτ.
II. με Παθ. σημασία ως επίθ., συχνός, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμφίπολος:
1) прислуживающий (ταμίη Hom.);
2) часто посещаемый (τύμβος Pind.).
II ὁ и ἡ
1) слуга, служанка Hom., Eur.;
2) жрец, жрица (θεας Eur.; Ἄρεος Plut.);
3) посредница (эпитет Киприды) Soph.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f. m.
Meaning: servant, hand-maid (Il.), also priest(ess) (Pi.).
Dialectal forms: Myc. apiqoro \/amphipolos\/.
Origin: IE [Indo-European] [00] *h₂mbʰi-kʷolos servant
Etymology: From *h₂mbi-kʷolo-, identical with Lat. anculus servant. Same formation in Skt. abhi-cara- (lex.); cf. Ved. pari-cará- servant. S. πέλομαι and βουκόλος. On the meaning Pax WuS 18, 1ff.

Middle Liddell

πολέω
I. busied about, busy, epith. of Κύπρις, Soph.:—as fem. Subst. a handmaid, Od.:— sometimes joined with another Subst., ἀμφ. ταμίη, ἀμφ. γραῦς the housekeeper, the old woman in waiting, Hom.
2. as masc. an attendant, follower, Pind.: —also a priest, Plut.
II. in pass. sense, as adj. much-frequented, Pind.

Frisk Etymology German

ἀμφίπολος: (Hom., Hdt., vgl. Lommel Femininbildungen 2),
{amphípolos}
Grammar: f. m.
Meaning: Dienerin, Diener, auch (als Diener[in] der Götter und Göttinnen) ‘Priester(in)’ (ion. poet., zur Verbreitung s. Erika Kretschmer Glotta 18, 72).
Derivative: Ableitungen: ἀμφιπολεῖον ‘Wohnung eines ἀ.’ (IG 4, 39, Aigina, Va), ἀμφιπολία ‘Amt eines ἀ.’ (D. S.). — Denominativa : ἀμφιπολεύω ‘als ἀ. beschäftigt sein, besorgen, warten’ (ep., Hdt.), ἀμφιπολέω ib. (Pi., B. usw.).
Etymology : Altes Nomen agentis, mit lat. anculus Diener, Knecht identisch; dieselbe Bildungsweise auch in aind. abhi-cara- Diener (nur lexikalisch belegt); mit anderem Präfix pari-cará- Diener (schon ved.). Zu ἀμφιπέλομαι; s. πέλομαι, auch βουκόλος. Über die Bedeutung usw. ausführlich Pax WuS 18, 1ff.
Page 1,99